Σωτήρης Σκίπης (1881-1952)


Στον Κωστή Παλαμά
Μέσ’ από τα κάγκελλα τ’ αόρατα
της απέραντής μας φυλακής,
μέσα στο κελί το σκοτεινό μας,
δεν εβάσταξες στον πόνο της Φυλής
κι έπεσες σα δρυς
από τα χτυπήματα
κάποιων μαύρων ξυλοκόπων
στο σκοτάδι της νυχτιάς της τραγικής,
δίχως να προσμείνεις την αχτίδα
της καινούργιας Χαραυγής.
Κι έπεσες καθώς από σεισμό
πέφτει μια μαρμάρινη κολόνα
κάποιου πανάρχαιου ναού.
Σα ναός, οπού χτυπιέται
απ’ τα βόλια των βαρβάρων.
Σαν τον Παρθενώνα,
ήρωα, ποιητή του Αιώνα.
Μάτια στερεμένα από τις τόσες
συμφορές,
δάκρυα δε θα χύσουνε για Σένα.
Θα σε κλάψουνε μια μέρα
οι ίδιοι αυτοί που μας σκοτώνουν
έναν – ένα,
σαν ξυπνήσουν απ’ τη μέθη τους
κι αντικρύσουν τι ερημιές
εσκορπίσανε στο διάβα τους
σ’ αναρίθμητες καρδιές.
Φεύγεις, πας για το ταξίδι σου
το Αχερούσιο, το στερνό,
ω πρωτότοκε αδερφέ μας,
όμως κοίτα πώς ξοπίσω σου
οι Έλληνες σε χαιρετάνε.
Ο καθένας ένα στίχο σου
ψέλνοντας μελωδικό,
σε ξεπροβοδάνε
με τα μύρια σου τραγούδια,
που βουίζουν σα μελίσσια
πάνω απ’ Απριλιού λουλούδια,
σα να προμηνάνε την Ανάσταση,
ω μεγάλε ραψωδέ μας.

Ήρθες εψές
Ήρθες εψές στον ύπνο μου και μου ψιθύρισες
πως απ’ τα ξένα μάνα μου εξαναγύρισες
Τρέχω ο καλός να σε δεχτώ μπρος στ’ ακρογιάλι σου
Να γείρω όπως κι έναν καιρό μες στην αγκάλη σου
Μα βρίσκω ολέρμο το γιαλό κι έρμα τα κύματα
και παίρνω το δρομί και πάω πέρα στα μνήματα
Ήρθες εψές στον ύπνο μου και μου ψιθύρισες
κι από τα ξένα μάνα μου δεν ξαναγύρισες

Άσπρα καράβια
Άσπρα καράβια τα όνειρά μας
για κάποιο ρόδινο γιαλό
άσπρα καράβια τα όνειρά μας
θα κόβουν δρόμο κι ένα δρόμο
μυριστικό κι ευωδιαστό
θα κόβουν δρόμο κι ένα δρόμο
Κι από ψηλά θα μας φωτίζει
το φεγγαράκι το χλωμό
κι από ψηλά θα μας φωτίζει
και θ’ αρμενίζουν, ω χαρά μας
ίσα στο ρόδινο γιαλό
άσπρα καράβια τα όνειρά μας

Στην παλιά μας γωνιά
Στην παλιά μας γωνιά, που αγαπούσαμε,
έν’απόγευμα κρύο του Νοέμβρη,
καθισμένοι, απ’τα τζάμια θωρούσαμε
τ’ωχρό φως και τα κίτρινα φύλλα.
Μα προπάντων το βλέμμα σου εκάρφωνες
στα μαλλιά μου, που αρχίσαν ν’ασπρίζουν,
κ’εγώ πρώτη φορά τώρα εξάνοιγα
του μετώπου σου κάποιες ρυτίδες.
Την κρυφή μου τη σκέψη δε ζήτησες
να σου εκφράσω∙ ουτ εγώ την αιτία
της πικρίας σου να μάθω δε ρώτησα,
που είχε ξάφνου χυθεί στη μορφή σου.
Ώς που τέλος το σκότος μας έζωσε
του βραδυού και δε βλέπαμε πλέον
ο ένας του άλλου τα δάκρυα, οπού εχύναμε
για τη νιότη μας που είχε πεθάνει.

Ποιητικές συλλογές
Τραγούδια της ορφανής (1900)
Σερενάτα των λουλουδιών (1901)
Silentii Pissolutio (1903)
Η μεγάλη αύρα (1908)
Κάλβεια μέτρα (1909)
Ο απέθαντος (1909)
Juvenilia (1909)
Τρόπαια στην τρικυμία (1910)
Οι τσιγγανόθεοι (1910)
Δίχως φτερά (1919)
Απολλώνιον Ασμα (1919)
Αιολική Αρπα – με πρόλογο του Ανατόλ Φρανς (1922)
Ανθολογία (1922)
Επίλογοι (1922)
Προτού ν’αράξουμε (1924)
Προσφυγικοί καημοί (1924)
Γαλάζια μεσημέρια (1927)
Λουλούδια της μοναξιάς (1927)
Ανθεστήρια (1928)
Κολχίδες (1931)
Λιμάνια και σταθμοί (1936)
Η Ελλάδα δεσμώτρια (1943)
Μέσα από τα τείχη (1945)
Λυρικό ημερολόγιο, Προμηθέας (1948)
Κασταλία Κρήνη (1950)

Δοκίμια, μελέτες, ταξιδιωτικά
Ο ελληνισμός – στα γαλλικά (1918)
Κάτω από το δέντρο της ζωής (1938)
Προβηγκία (1940)
Ποιητικά θέματα (1940)
Ιντερμέδια – διηγήματα (1940)

Θεατρικά
Ο γύρος των ωρών (1905)
Αγία Βαρβάρα (1909)
Η νύχτα της Πρωτομαγιάς (1909)
Ξεφαντώματα (1914)
Η κυρά Φροσύνη (1919)
Χριστός Ανέστη (1923)
Οι Πέρσες της Δύσεως (1928)
Ο μπέμπης θέλει παντρειά (1934)

Μεταφράσεις
Εργα και Ημέραι – Ησιόδου (1912)
Οι Στροφές – Ζαν Μορεάς (1915)
Τα ραμπαγιάτ – Ομάρ Καγιάμ (1923)
Ο Ενδυμίων – Τζων Κητς (1923)

Πηγές: ΕΚΕΒΙ, Θ.Ροδάνθης, wikipedia

Επισκέψεις: 535