Αρετή Καμπίτση


Θυμάμαι
Μικρή όταν ήμουν, στο χωριό, θυμάμαι γύρω γύρω το σπίτι μας το περιέβαλλε μια τεράστια τσιμεντένια αυλή. Περιμετρικά αυτής της αυλής υπήρχαν λουλούδια κάθε λογής, κατηφέδες και γιασεμιά και μαργαρίτες και κάθε λογής χρώματος και σχήματος νυχτολούλουδα. Άλλα ήταν φυτεμένα κατάχαμα στο χώμα και άλλα αγκιστρωμένα μέσα σε μεταλλικούς τενεκέδες, οι οποίοι άβαφτοι καθώς ήταν, αφού κανείς δεν είχε μπει στον κόπο να τους χαρίσει μια στάλα χρωματική πινελιά, έμοιαζαν αταίριαστοι με το υπόλοιπο σύνολο.
Παρόλο που ήταν εντυπωσιακά και τα χρώματά τους ζωγραφισμένα και κατανεμημένα, λες και ξεπηδούσαν από τον πίνακα κάποιου ζωγράφου που είχε σχεδιάσει τον πίνακα σε στιγμές έντονης έμπνευσης, η βουκαμβίλια που έστεκε στην πιο μακρινή γωνιά και παράμερα από τα υπόλοιπα, τα επισκίαζε με τέτοιο τρόπο ώστε όλα μπροστά της έμοιαζαν άτονα. Όσο άχαρο έμοιαζε αυτό το φυτό μες στο καταχείμωνο, με τα κλαδιά του να απλώνονται άχαρα και γυμνά από φύλλα, τείνοντας τα κοφτερά του αγκάθια έτοιμα να επιτεθούν σε όποιον τολμούσε να πλησιάσει, τόσο μεταμορφωνόταν τους καλοκαιρινούς μήνες σε μια πανδαισία ομορφιάς που έφτανε και περίσσευε να κολάσει ακόμα και τα πιο απαιτητικά βλέμματα.

Δημιουργία
Στα πολύ παλιά χρόνια, τότε που οι θεοί διαφέντευαν τους ουρανούς και τις θάλασσες, τις πεδιάδες και τις ερήμους και ήταν οι άρχοντες της πλάσης όλης, είχαν αρχίσει να βαριούνται αφόρητα. Αποφάσισαν λοιπόν να συσκεφθούν και να αποφασίσουν τι μέλλει γενέσθαι. Μαζεύτηκαν όλοι, από όλες τις μεριές των ουρανών και κάθισαν γύρω από το στρογγυλό τραπέζι που είχε χρόνια να χρησιμοποιηθεί και η απραγία είχε εισχωρήσει σε κάθε του σχισμή.
Κάποιος είπε να ταρακουνήσουν τη γη, μα και πάλι δεν ήταν αρκετό. Κάποιος άλλος πρότεινε να φουσκώσουν τις θάλασσες και τους ωκεανούς, να τα καταπιούν όλα με μιας, μα αυτό φάνηκε καταστροφικό. Ένας άλλος σκέφτηκε να βάψουν τα νερά κόκκινα, τα δέντρα μπλε, τον ουρανό πράσινο, μα τι αλλόκοτη ιδέα ήταν αυτή;
Ακούστηκαν πολλές γνώμες, κάποιες ενδιαφέρουσες, κάποιες άλλες άνευ ουσίας. Έστυβαν το μυαλό τους, ακόμα και οι θεές που το μυαλό τους ήταν πιο κοφτερό από εκείνο των ανδροειδών θεών δεν έβγαζαν άκρη. Και τότε σηκώθηκε από την μαρμάρινη σκαλιστή λαμπερή καρέκλα του, ο πιο μικρός, ο πιο ασήμαντος από όλους. Όλοι θορυβήθηκαν, κάποια αχνά γελάκια σκέπασαν την δυσφορία της κατάστασης, κάποιοι έκρυψαν το βλέμμα με τα χέρια τους, ενώ άλλοι έξυσαν αμήχανα το κεφάλι τους.

Μυθιστορήματα
Δύο κουταλιές ζάχαρη
Μικροί θεοί

Διηγήματα
Θυμάμαι (2016)
Δημιουργία (2016)

Πηγές: Fractalart.gr

Επισκέψεις: 72