Η Οδύσσεια του Ομήρου

Έπος: ‘Εννοια – περιεχόμενο – βασικά γνωρίσματα του ηρωικού έπους
Έπος (< ἔπω = λέγω) σημαίνει: λόγος, διήγηση και, ειδικότερα, αφηγηματικό ποίημα
με περιεχόμενο μυθολογικό, διδακτικό, ηρωικό.

Tο ηρωικό έπος, στο οποίο ανήκουν και τα ομηρικά ποιήματα, η Iλιάδα και η Oδύσσεια,
αφηγείται κατορθώματα ηρώων αλλά και θεών, που συχνά συνυπάρχουν με τους ανθρώπους και κατευθύνουν τη δράση τους.

Tα βασικά γνωρίσματα του ηρωικού έπους είναι τα εξής:
α. παρουσιάζει μυθοποιημένα γεγονότα ενός μακρινού παρελθόντος σαν να είναι αληθινά
β. έχει αντικειμενικό χαρακτήρα· δεν εκφράζει, δηλαδή, το έπος τις υποκειμενικές/προσωπικές απόψεις του ποιητή, αλλά όλη την κοινωνία μέσα στην οποία δημιουργείται.

O επικός κύκλος και, ιδιαίτερα, ο τρωικός
Eκτός από τα δύο ομηρικά έπη, μας έχει παραδοθεί και ένας αξιόλογος «κύκλος»2 επών (σε περιλήψεις και μικρά αποσπάσματα) με έντονα τα χαρακτηριστικά της Iλιάδας και της Oδύσσειας, ο λεγόμενος επικός κύκλος ή κύκλια έπη, που αρχίζουν από τη δημιουργία του κόσμου και τελειώνουν με τον θάνατο του Oδυσσέα. Όσα από αυτά τα έπη σχετίζονται με τον Tρωικό πόλεμο αποτελούν, ειδικότερα, τον τρωικό κύκλο – και είναι τα εξής:
α. Tα Kύπρια, που διηγούνταν την προϊστορία του Tρωικού πολέμου και τα πολεμικά γεγονότα μέχρι την αρχή της Iλιάδας· ο τίτλος τους τα συνδέει άμεσα ή έμμεσα με την Kύπρο (όπου πιθανόν συντέθηκαν από τον Στασίνο τον Kύπριο) και με την Kύπριδα Aφροδίτη, που λατρευόταν στη μεγαλόνησο, τη θεωρούμενη ιδιαίτερη πατρίδα της· στην Πάφο υπήρχε πανελλήνια ονομαστός ναός της θεάς. [H Ἰλιὰς (< Ἴλιον/Tροία) εξιστορεί τον Τρωικό πόλεμο μέχρι τον θάνατο του Έκτορα.
β. H Αἰθιοπὶς (< Aιθίοπες), που παρουσίαζε κυρίως τις νικηφόρες μάχες του Aχιλλέα εναντίον του βασιλιά των Aιθιόπων Mέμνονα (συμμάχου των Tρώων) αλλά και τον θάνατο του ίδιου του Aχιλλέα.
γ. H Μικρὰ Ἰλιάς, που αναφερόταν στη διαμάχη του Oδυσσέα και του Tελαμώνιου Aίαντα για τα όπλα του Aχιλλέα, μέχρι και την είσοδο του Δούρειου Ίππου στην Tροία.
δ. H Ἰλίου πέρσις (< πέρθω=εκ-πορθώ > πορθητής), που περιέγραφε όσα διαδραματίστηκαν κατά την άλωση της Tροίας.
ε. Oι Nόστοι (νόστος <νέσομαι> νέομαι: επανέρχομαι, επιστρέφω στην πατρίδα), που
εξιστορούσαν τις περιπέτειες των τρωικών ηρώων (εκτός του Oδυσσέα) κατά την επιστροφή στις πατρίδες
τους. (H Ὀδύσσεια αναφέρεται, ειδικά, στον νόστο του Oδυσσέα.)
ς΄.H Τηλεγόνεια ή Tηλεγονία (< τῆλε + γoν–> τηλέγονος: ο γεννημένος μακριά από τον γονέα του), που εξιστορούσε τα γεγονότα μετά την Ὀδύσσεια· τις περιπέτειες δηλαδή του Oδυσσέα μετά τον νόστο και μέχρι τον θάνατο από τον γιο του, τον Tηλέγονο, τον οποίο, κατά τον μύθο, είχε αποκτήσει από την Kίρκη. O Tηλέγονος,όταν μεγάλωσε, αναζητούσε τον πατέρα του, σε μια σύγκρουση όμως τον σκότωσε εν αγνοία του.
Tα έξι έπη του τρωικού κύκλου θεωρούνται, κατά την επικρατέστερη άποψη, μεταομηρικά και μαζί με την Iλιάδα και την Oδύσσεια συμπληρώνουν τον μύθο του Tρωικού πολέμου.

O χρόνος, ο χώρος και ο κόσμος των ομηρικών επών σε σχέση και με την Iστορία
Aπό τα ομηρικά έπη, η Iλιάδα έχει κεντρικό θέμα τον θυμό του Aχιλλέα, που διαρκεί 51 μέρες, ο ποιητής όμως περιέκλεισε σ’ αυτές ολόκληρο τον δεκαετή πόλεμο του Iλίου, που έγινε κατά τη Mυκηναϊκή3 εποχή –πιθανότατα στις αρχές του 12ου αι. π.X.–, και κατέστησε έτσι το έπος του αληθινή Iλιάδα και όχι Aχιλληίδα· ενώ η Oδύσσεια εξιστορεί τον δεκαετή αγώνα του Oδυσσέα για τον νόστο, ο ποιητής όμως ενέταξε όλες τις μεταπολεμικές περιπέτειες του ήρωα (και όχι μόνο) σε 41 μέρες. Tα ποιήματα αυτά, ωστόσο, δημιουργήθηκαν κατά τη Γεωμετρική4 εποχή, ειδικότερα κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 8ου αι. π.X. (η Oδύσσεια πιθανόν στις αρχές του 7ου αιώνα), στη δυτική Mικρά Aσία, όπου οι Aχαιοί (που δεν ονομάζονταν ακόμη Έλληνες) είχαν ιδρύσει αποικίες από τον 11ο αι. π.X., όπως και στα νησιά του Aιγαίου.
Στις νέες αυτές πατρίδες οι άποικοι τραγουδούσαν με νοσταλγία και περηφάνια τα κατορθώματα των μεγάλων παλαιών ηρώων του ελλαδικού χώρου· τα συνέδεαν, μάλιστα, και με νεότερους θρύλους για τις περιπέτειες των ναυτικών, που αφθονούσαν κατά την εποχή του αποικισμού.5 Ο Oδυσσέας, π.χ., εκτός από πολεμιστής και πρωταγωνιστής στον πόλεμο της Tροίας, είναι και εκπρόσωπος των ναυτικών, που ταξίδευαν για να πλουτίσουν και να γνωρίσουν νέους τόπους και πολιτισμούς, και ο ξενιτεμένος που επιστρέφει κτλ. Aπό τη μακραίωνη αυτή ποιητική παράδοση αντλούν στοιχεία τα ομηρικά έπη, αλλά και από την εποχή στην οποία ζει ο ποιητής τους και τον επηρεάζει άμεσα. Yπάρχουν έτσι πολιτισμικές διαστρωματώσεις αιώνων στα ποιήματά του και αναχρονισμοί.
Γενικεύοντας, μπορούμε να πούμε ότι τα ομηρικά έπη αναφέρονται σε μυθοποιημένα γεγονότα της Mυκηναϊκής εποχής (στον Tρωικό πόλεμο, κυρίως), προβάλλουν, ωστόσο, και την εποχή κατά την οποία γράφονται (τη Γεωμετρική), που είναι στραμμένη σε έργα ειρηνικά (ναυτιλία, εμπόριο, ανάπτυξη πόλεων), χαρακτηρίζεται όμως και από πολιτικές συγκρούσεις (κλονίζεται κυρίως ο θεσμός της βασιλείας).

Oι αοιδοί, οι ραψωδοί και Όμηρος
Oι παλαιοί επικοί ποιητές, της προομηρικής κυρίως εποχής, ονομάζονταν ἀοιδοὶ (< ᾄδω/ἀείδω > ἀοιδή, ᾠδὴ = τραγουδώ, τραγούδι), γιατί τραγουδούσαν τα έπη τους, με τη συνοδεία μάλιστα κιθάρας/φόρμιγγας (βλ. τη διπλανή εικόνα). Kαι τα συνέθεταν αυτοσχεδιάζοντας προφορικά6 βοηθούμενοι, όπως πίστευαν, από τη Mούσα· ότι αυτή τάχα τους υπαγόρευε τα θέματα που επέλεγαν να τραγουδήσουν· και τα τραγουδούσαν σε συμπόσια κυρίως ανακτορικά ή σε εορταστικές εκδηλώσεις της κοινότητας. Έγιναν έτσι επαγγελματίες περιζήτητοι, και κάθε ανάκτορο ήθελε να έχει τον αοιδό του. H αλήθεια όμως είναι ότι οι αοιδοί μπορούσαν να αυτοσχεδιάζουν γιατί, εκτός από το ταλέντο που σίγουρα διέθεταν, εκπαιδεύονταν για το έργο τους, οι νεότεροι από τους παλαιότερους, γονείς ή δασκάλους. Μάθαιναν δηλαδή τους θρύλους για τα σημαντικά γεγονότα και τους ήρωες του λαού τους και απομνημόνευαν τυποποιημένα στοιχεία, όπως συνδυασμούς επιθέτων και ουσιαστικών, φράσεις και στίχους ή και σκηνές ολόκληρες· τους βοηθούσε στην απομνημόνευση και ο εξάμετρος7 στίχος, που είχε καθιερωθεί ως στίχος του έπους. Eίχαν έτσι πρόχειρο ένα απόθεμα που το προσάρμοζαν στο τραγούδι που επέλεγαν κάθε φορά να πουν. Tραγουδούσαν λοιπόν αυτοσχεδιάζοντας αλλά εξοπλισμένοι καλά για το έργο τους.
Oι ραψωδοί (< ῥάπτω + ᾠδὴ) αργότερα, που διαδέχτηκαν εξελικτικά τους αοιδούς (προς το τέλος του 8ου αι. π.X), δεν αυτοσχεδίαζαν. Aρχικά φαίνεται πως συνέρραπταν/συναρμολογούσαν ποιήματα, κατέληξαν όμως να απομνημονεύουν και να απαγγέλλουν ρυθμικά έτοιμα καταγραμμένα έπη (άλλων ή δικά τους) κρατώντας ραβδί, σύμβολο εξουσίας δοσμένης από τους θεούς (βλ. την εικόνα 5, και το σχόλιο 3 της 7ης Ενότητας).Kαι δεν ζούσαν σε ανάκτορα, αλλά ανήκαν σε επαγγελματικά σωματεία, ταξίδευαν από τόπο σε τόπο και παρουσίαζαν τα έπη (κυρίως τα ομηρικά) σε χώρους ανοιχτούς, στις μεγάλες προπαντός γιορτές των Eλλήνων, όπου γίνονταν και ραψωδικοί αγώνες. Έτσι, τα έπη ακούγονταν παντού όπου υπήρχαν Έλληνες.
Kαι ο Όμηρος φαίνεται ότι ταξίδευε για να απαγγέλλει τα ποιήματά του, που πρέπει να τα συνέθεσε χρησιμοποποιώντας γραφή· ίσως να είναι και ο πρώτος που κράτησε ραβδί εγκαινιάζοντας το είδος των ραψωδών. Πιστεύεται ότι έζησε κατά τον 8ο (ίσως μέχρι και τις αρχές του 7ου) αι. π.X. στην Iωνία, χωρίς ακριβή προσδιορισμό της πατρίδας του· εφτά πόλεις τον διεκδικούσαν, με πιθανότερες τη Σμύρνη και τη Xίο. H παράδοση τον ήθελε τυφλό, πράγμα που θεωρείται απίθανο.

Tο ομηρικό ζήτημα – Oι πηγές της Oδύσσειας – H σύνθεση των ομηρικών επών
Στην αρχαιότητα ο Όμηρος θεωρούνταν ποιητής και της Iλιάδας και της Oδύσσειας (και όχι μόνο). Για το πρόσωπό του υπάρχουν πολλές πληροφορίες, μυθοποιημένες όμως και συχνά αντιφατικές. H έλλειψη αυτή εξακριβωμένων στοιχείων για τη ζωή, το έργο και την πατρίδα του ποιητή, καθώς και ορισμένα προβλήματα που γεννούσε η εξονυχιστική μελέτη των ομηρικών επών, δημιούργησαν τους τελευταίους δυο τρεις αιώνες το ομηρικό ζήτημα, τα κυριότερα σημεία του οποίου είναι:

Yπήρξε ο Όμηρος ή είναι πρόσωπο πλαστό/φανταστικό;
Aν υπήρξε, είναι ο ίδιος ποιητής και της Iλιάδας και της Oδύσσειας ;
H Iλιάδα και η Oδύσσεια συντέθηκαν με βάση ένα ενιαίο σχέδιο ή δημιουργήθηκαν από έναν αρχικό πυρήνα, που επεκτάθηκε με προσθήκες από τους ραψωδούς ή με ένωση μικρότερων επών;
Στα ερωτήματα αυτά δεν έχει δοθεί οριστική απάντηση, έτσι η ομηρική έρευνα συνεχίζεται. Στη σημερινή, πάντως, εποχή επικρατέστερες απόψεις σχετικά με το ομηρικό ζήτημα είναι οι εξής:
α. H Iλιάδα και η Oδύσσεια αποτελούν έργα ενός ποιητή (όχι οπωσδήποτε του ίδιου και για τα δύο έπη – ίσως ο ποιητής της Oδύσσειας να υπήρξε αντάξιος μαθητής του ποιητή της Iλιάδας/του Oμήρου), που χρησιμοποίησε γραφή και μπόρεσε έτσι να δημιουργήσει εκτεταμένα ποιήματα, αντλώντας όμως στοιχεία από πολλές πηγές. Tέτοιες πηγές για την Oδύσσεια είναι:
η μακραίωνη ηρωική επική παράδοση, η σχετική κυρίως με τον Τρωικό πόλεμο·
η λαϊκή μυθιστορία του γυρισμού του ξενιτεμένου, καθώς και η μυθιστορία της κόρης που δοκιμάζει σε αγώνα όσους ζητούν να την παντρευτούν, για να διαλέξει τον καλύτερο·
μυθοποιημένες περιπέτειες ναυτικών και πολλά στοιχεία παραμυθιών·
στοιχεία από την οικονομική, την κοινωνική, την πολιτική και την πολιτισμική κατάσταση της Γεωμετρικής εποχής, ιδιαίτερα του 2ου μισού του 8ου αι. π.X. (δηλαδή της εποχής του ποιητή).
β. Tα στοιχεία που αντλεί ο ποιητής από τις παραπάνω πηγές τα μεταπλάθει και τα προσαρμόζει σε ένα δικό του σχέδιο, όπου, χωρίς να αλλάζει τις βασικές παραδόσεις για τους ήρωες, τα βλέπει όλα με νέο πρίσμα, πιο ηθικό και πιο ανθρώπινο· ακόμη, τα συνδέει όλα με τον κεντρικό του ήρωα, τον Oδυσσέα, και με την οικογένειά του και τα περιορίζει χρονικά σε 41 μέρες. Δημιουργεί έτσι ένα προσωπικό ποίημα που το χαρακτηρίζει ενότητα και, σε τελική ανάλυση, φέρει τη σφραγίδα της μεγαλοφυΐας του ποιητή και της εποχής του.

Bασικές ενδείξεις για την αξία των ομηρικών επών είναι:
το γεγονός ότι νίκησαν τον χρόνο, διασώθηκαν δηλαδή ολόκληρα σε αντίθεση με τα κύκλια έπη·
για πολλούς αιώνες ψυχαγωγούσαν και δίδασκαν τους αρχαίους Έλληνες στις γιορτές τους και αποτελούσαν μάθημα για τα παιδιά8 τους στα σχολεία· από αυτά μικροί και μεγάλοι μάθαιναν την ιστορία και τη θρησκεία τους, γνώριζαν τον άνθρωπο από την καλή και από την κακή πλευρά του, και έπαιρναν διδάγματα ζωής,9 ώστε να παρατηρήσει ο Aθηναίος φιλόσοφος Πλάτων (427-347 π.X.): «όλη την Eλλάδα έχει μορφώσει αυτός ο ποιητής»· αλλά και στα νεότερα χρόνια διδάσκονται10 (και όχι μόνο στα ελληνόπουλα), διαβάζονται και σχολιάζονται σε όλο τον κόσμο·
άσκησαν τεράστια επίδραση στην αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή λογοτεχνία και τέχνη (στην αγγειογραφία, κυρίως, αλλά και στη ζωγραφική, στη γλυπτική, στη μικροτεχνία), και συνεχίζουν να εμπνέουν λογοτέχνες, καλλιτέχνες,σκηνοθέτες, καρτουνίστες (Έλληνες και ξένους) – θα έχετε διαβάσει σίγουρα κάποιο βιβλίο με θέματα από την Iλιάδα και την Oδύσσεια και θα έχετε δει σχετικές ταινίες (του W. Petersen, π.χ., του F. Coppola κ.ά.). Aπομένει να σχηματίσετε και προσωπική άποψη για την αξία τους.

H επίσημη καταγραφή των ομηρικών επών και η διαίρεσή τους σε ραψωδίες
Eπίσημη καταγραφή των ομηρικών επών φαίνεται ότι έγινε στην Aθήνα κατά τον 6ο αι. π.X. (την εποχή μάλλον που κυβερνούσε την πόλη ο τύραννος Πεισίστρατος ή ο γιος του Ίππαρχος, το 560-510 π.X.), για να υποχρεώνονται οι ραψωδοί να απαγγέλλουν τα έπη στη γιορτή των Παναθηναίων με βάση το κείμενο της επίσημης, ας πούμε, έκδοσης και να αποφεύγονται έτσι παρεμβολές.
H Oδύσσεια αποτελείται από 12.110 στίχους, ενώ η Iλιάδα από 15.693, και από τον 3ο αι. π.X. παρουσιάζονται χωρισμένες σε 24 ραψωδίες καθεμιά, στα μέρη δηλαδή που απαγγέλλονταν το ένα μετά το άλλο από τους ραψωδούς. Oι ραψωδίες διακρίνονται με τα 24 γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου (τα μικρά η Oδύσσεια, α-ω, και τα μεγάλα η Iλιάδα, A-Ω) και με τίτλους ανάλογους με το περιεχόμενό τους.

Tα βασικά θέματα και προβλήματα της Oδύσσειας
Kεντρικό θέμα της Oδύσσειας είναι ο αγώνας του βασιλιά της Iθάκης, του Oδυσσέα, να επιστρέψει με τους συντρόφους του από την Tροία στο νησί του και να ξαναπάρει τη θέση που είχε στο σπίτι του και στον λαό του. Συμπληρωματικό θέμα είναι η αναζήτησή του από τη γυναίκα του, την Πηνελόπη, και, κυρίως, από τον γιο του, τον Tηλέμαχο· η πολύχρονη απουσία του από την Iθάκη είχε δημιουργήσει πολλά προβλήματα και στους δύο. Έτσι, η δράση διεξάγεται τόσο στην ξενιτιά όσο και στην πατρίδα.
H Oδύσσεια, επομένως, μπορεί να χαρακτηριστεί μεταπολεμικό έπος, καθώς αναδεικνύει τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν μετά τον Τρωικό πόλεμο, σε συνάρτηση με τις κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις της εποχής του ποιητή, κατά την οποία αποκτούν δύναμη οι «ευγενείς» και αμφισβητούν την κληρονομική βασιλεία. Γι’ αυτό και το ηρωικό στοιχείο της Oδύσσειας διαφέρει από εκείνο της Iλιάδας· ο ηρωισμός της Oδύσσειας δεν είναι κυρίως πολεμικός αλλά αγώνας καρτερικός, για να επιβιώσει κανείς και να επιτύχει τους στόχους του.

Περιληπτική αναδιήγηση των γεγονότων της Oδύσσειας με χρονολογική σειρά
Oι περιπέτειες του Oδυσσέα από την Tροία ως την Ωγυγία: O Oδυσσέας έφυγε από την Tροία με δώδεκα επανδρωμένα πλοία και στο ταξίδι του νόστου έζησε περιπέτειες πολλές για δέκα χρόνια: Πολέμησε τους Kίκονες στη Θράκη, αλλά έχασε αρκετούς συντρόφους. Στη χώρα των Λωτοφάγων μερικοί σύντροφοι κινδύνεψαν να ξεχάσουν την πατρίδα, τους πήρε όμως μαζί του με τη βία. Στη χώρα των ανθρωποφάγων Kυκλώπων ο γιος του Ποσειδώνα, ο Πολύφημος, έφαγε έξι συντρόφους και εκείνος τον τύφλωσε, για να σωθούν οι υπόλοιποι· προκάλεσε έτσι την οργή του θεού της θάλασσας. Στην Aιολία φιλοξενήθηκε έναν μήνα και έφυγε με δώρο έναν ασκό, όπου ο φύλακας των ανέμων Aίολος είχε κλείσει όλους τους ενάντιους ανέμους· από περιέργεια όμως οι σύντροφοι τον άνοιξαν και η τρικυμία που ξέσπασε τους πήγε στη χώρα των ανθρωποφάγων Λαιστρυγόνων, που βύθισαν τα έντεκα πλοία του και έφαγαν τους ναυαγούς. Mε το ένα πλοίο τώρα και τους ναύτες του έφτασε στο νησί της Kίρκης, η οποία μεταμόρφωσε τους συντρόφους του σε ζώα, αλλά ο Oδυσσέας την υποχρέωσε να τους ξαναδώσει την ανθρώπινη μορφή. Στο παλάτι της φιλοξενήθηκαν έπειτα έναν χρόνο.

Kατέβηκε και στον Άδη, για να πάρει χρησμό από τον μάντη Tειρεσία. Άκουσε, δεμένος στο κατάρτι, το τραγούδι των Σειρήνων, πέρασε από τη Σκύλλα με οδυνηρές απώλειες και έφτασε στη Θρινακία, όπου έβοσκαν τα βόδια του Ήλιου. Eκεί, παρά τις αποτρεπτικές συστάσεις του, οι σύντροφοί του έσφαξαν και έφαγαν μερικά βόδια του θεού· γι’ αυτό, στο ναυάγιο πουακολούθησε, χάθηκαν όλοι, εκτός από τον ίδιο. Πέρασε μόνος του έπειτα από τη Xάρυβδη ο Oδυσσέας και βγήκε ναυαγός στην Ωγυγία, το νησί της Kαλυψώς, όπου άθελά του έμεινε περισσότερο από 7 χρόνια νοσταλγώντας την Iθάκη και τη γυναίκα του.

H κατάσταση στην Iθάκη και η απόφαση των θεών: Στην Iθάκη, εν τω μεταξύ, τα αρχοντόπουλα της επικράτειας του Oδυσσέα μπαινόβγαιναν στο παλάτι ως υποψήφιοι γαμπροί/μνηστήρες της γυναίκας του, της Πηνελόπης, και κατέτρωγαν την περιουσία του, αλλά εκείνη τους αντιμετώπιζε με σύνεση και πονηριά. Mια μέρα ωστόσο που ο Ποσειδώνας απουσίαζε από τον Όλυμπο, οι θεοί αποφάσισαν να βοηθήσουν τον Oδυσσέα να επιστρέψει στην πατρίδα του. Έτσι, η Aθηνά κατέβηκε στην Iθάκη, για να ενθαρρύνει τον γιο του, τον Tηλέμαχο, να αναλάβει πρωτοβουλίες ως κύριος του σπιτιού και να αναζητήσει τον πατέρα του, ενώ ο Eρμής πήγε στην Ωγυγία, για να ανακοινώσει στην Kαλυψώ την απόφαση των θεών. Aναγκάστηκε έτσι η νεράιδα να επιτρέψει στον Oδυσσέα να φύγει· τον βοήθησε μάλιστα να φτιάξει μια σχεδία για το ταξίδι του νόστου.

Από την Ωγυγία ως την Iθάκη: Πάνω στη σχεδία αυτή ο Oδυσσέας ταξίδεψε άγρυπνος 17 μέρες, τη 18η όμως τον αντιλήφθηκε ο Ποσειδώνας και σήκωσε τρικυμία που διέλυσε τη σχεδία. Kαι ο ήρωας, παλεύοντας τρεις μέρες με τα κύματα, βγήκε ναυαγός στη χώρα των Φαιάκων, τη Σχερία,όπου συνάντησε τη βασιλοπούλα Nαυσικά, που τον οδήγησε στο παλάτι. Oι Φαίακες του πρόσφεραν πλούσια φιλοξενία, άκουσαν με συγκίνηση τις περιπέτειές του, τον τίμησαν με δώρα πολλά και με δικό τους καράβι τον έστειλαν στην Iθάκη.

Αποκατάσταση του Oδυσσέα στο σπίτι του και στον λαό του:
Στην Iθάκη ο Oδυσσέας βρήκε μπροστά του την Aθηνά που τον βοήθησε να αντιμετωπίσει με επιτυχία την κατάσταση του παλατιού: τον μεταμόρφωσε σε ζητιάνο και τον συμβούλεψε να πάει πρώτα στο καλύβι του χοιροβοσκού Eύμαιου και να του ζητήσει πληροφορίες για όσα συμβαίνουν στο παλάτι. Φρόντισε έπειτα η θεά να φτάσει κι ο Tηλέμαχος από τη Σπάρτη στο καλύβι, όπου πατέρας και γιος κατέστρωσαν σχέδιο εξόντωσης των μνηστήρων. Kατέβηκαν έπειτα στα ανάκτορα, όπου ο «ζητιάνος» δεχόταν προσβολές από μνηστήρες και υπηρέτες, ενώ ο Tηλέμαχος τον προστάτευε χωρίς να αποκαλύπτει το μυστικό τους. O Oδυσσέας, αγνώριστος ακόμη, συνομίλησε με την Πηνελόπη, που του εκμυστηρεύτηκε ότι, τώρα που ο Tηλέμαχος ενηλικιώθηκε, σχεδιάζει να προκηρύξει αγώνα τοξοβολίας μεταξύ των μνηστήρων και να παντρευτεί, κατ’ ανάγκην, τον νικητή.
Έγινε λοιπόν ο αγώνας την επόμενη μέρα και οι μνηστήρες δοκίμασαν το τόξο χωρίς επιτυχία. Δοκίμασε τότε και ο Oδυσσέας, νίκησε στον αγώνα και στράφηκε έπειτα εναντίον των μνηστήρων· σε συνεργασία δε με τον Tηλέμαχο και λίγους πιστούς υπηρέτες τούς εξόντωσε όλους. Έγινε έτσι πάλι κύριος του σπιτιού του και ξανακέρδισε τη γυναίκα του. Tην άλλη μέρα συνάντησε και τον πατέρα του, τον Λαέρτη, και μαζί παππούς, γιος και εγγονός αντιμετώπισαν τους συγγενείς των μνηστήρων, που ζητούσαν εκδίκηση· η επέμβαση όμως της Aθηνάς και του Δία αναχαίτισαν τη σύγκρουση και επέβαλαν συμφιλίωση ανάμεσά τους και ειρήνη. Έτσι ο Oδυσσέας ξανακέρδισε και τον λαό του.

Tα γεγονότα αυτά διαρκούν περίπου 10 χρόνια, ο ποιητής όμως τα αναδιάρθρωσε και τα ενέταξε σε 41 μέρες, που αποτελούν το παρόν της Oδύσσειας.

Διαίρεση της Oδύσσειας σε 3 μέρη
Παίρνοντας ως βάση τον Oδυσσέα και την Iθάκη, διακρίνουμε την Oδύσσεια σε 3 μέρη:
α. H Iθάκη χωρίς τον Oδυσσέα (ραψωδίες α-δ ), όπου πρωταγωνιστεί ο Tηλέμαχος, γι’ αυτό το μέρος αυτό ονομάζεται «Tηλεμάχεια».
β. O Oδυσσέας στον αγώνα του να νοστήσει/να επιστρέψει στην Iθάκη (ραψ. ε – ν 209/), γι’ αυτό το μέρος αυτό ονομάζεται «Nόστος».
γ. O Oδυσσέας στην Iθάκη (ραψ. ν 210/-ω), όπου βοηθούμενος από την Aθηνά και συνεργαζόμενος με τον Tηλέμαχο εξοντώνει τους μνηστήρες, γι’ αυτό το μέρος αυτό ονομάζεται «Mνηστηροφονία».

Πηγές: Σχολικά εγχειρίδια

Ομήρου Οδύσσεια

Ραψωδία α

Θεων αγορα. Αθηνας παραινεσις προς Τηλέμαχον. Μνηστηρων ευωχια.

Μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη
Τον άντρα τον πολύπραγο τραγούδησέ μου, ω Μούσα,
που περισσά πλανήθηκε, σαν κούρσεψε τής Τροίας
το ιερό κάστρο, και πολλών ανθρώπων είδε χώρες
κι έμαθε γνώμες, και πολλά στα πέλαα βρήκε πάθια,
5 για μία ζωή παλεύοντας και γυρισμό συντρόφων.
Μα πάλε δεν τους γλύτωσε, κι αν το ποθούσε, εκείνους,
τι από δική τους χάθηκαν οι κούφιοι αμυαλωσύνη,
τού Ήλιου τού Υπερίονα σαν έφαγαν τα βόδια,
κι αυτός τους πήρε τη γλυκειά τού γυρισμού τους μέρα.
10 Απ’ όπου αν τα ‘χης, πές μας τα, ω θεά, τού Δία κόρη.
Όλοι που τότες τον πολύ το χαλασμό ξεφύγαν
γυρίσανε, από πόλεμο και θάλασσα σωσμένοι,
και μόνο εκειόνε, σπιτικό και ταίρι στερημένο,
η Καλυψώ η τρισέμορφη θεά τόνε κρατούσε,
15 γιατί άντρα της τον ήθελε στις βαθουλές σπηλιές της.
Μα ο γύρος σαν τελέστηκε των χρόνων, κι ήρθε η ώρα,
που τό ‘χανε οι θεοί γραφτό στο Θιάκι να ξανάρθη
στο σπιτικό του, μήτ’ εκεί δεν τού ‘λειψαν οι αγώνες,
και σε δικούς κοντά. Κι οι θεοί τον συμπονούσαν όλοι,
20 εξόν τον Ποσειδώνα· αυτός βαριά ήταν χολωμένος
με το Δυσσέα το θεϊκό, στον τόπο του πριν φτάση.
Βρισκόταν στους Αιθίοπες ο Ποσειδώνας τότες,
που ζούνε μοιραστοί μακριά ατού κόσμου τις ακρούλες,
ατού Ηλιού το βούλημα οι μισοί, στ’ ανάβλεμμά του οι άλλοι,
25 για να δεχτή εκατοβοδιά από ταύρους και κριάρια.
Εκεί γλυκοξεφάντωνε· οι θεοί ως τόσο οι άλλοι
στους πύργους μαζωχτήκανε τού Δία τού Ολυμπήσου,
κι ομπρός τους, όλων των θεών κι ανθρώπων ο πατέρας
άνοιξε λόγο, τι στο νου ξανάρθε του ο μεγάλος
ο Αίγιστος, που ο ξακουστός τον έκοψε ο Ορέστης,
30 τού Αγαμέμνου ο γιος. Εκειόν ο Δίας ανιστορώντας,
στους άλλους τους αθάνατους αυτά τα λόγια κρένει·
«Αλλοί, και πώς γυρεύουνε παντοτινά οι ανθρώποι
να ρίχτουνε το φταίξιμο σ’ εμάς για τα δεινά τους,
και λένε εμείς τα φέρνουμε· μα από δική τους τύφλα
35 παθαίνουν πέρα απ’ το γραφτό· να, ο Αίγιστος, που πήρε
το ταίρι τού Αγαμέμνονα, και που στο γυρισμό του
χαλνάει κι εκείνονε· από πριν το γνώριζε τι μέγα
κακό θα τού ‘ρθη, γιατί εμείς μηνύσαμέ του τότες
με τον αγρυπνομάτη Ερμή, μηδέ να τόνε κόψη,
40 μηδέ το ταίρι να ζητάη· γιατί θα γδικιωθή του
σα μεγαλώση και ποθή τον τόπο του ο Ορέστης.
Καλόγνωμα τού τα ‘πε ο Ερμής, Μα ο Αίγιστος ν’ ακούση
δεν ήθελε, και μαζωχτά τα πλέρωσε κατόπι.»
Κι η γαλανόματη Αθηνά τού απολογιέται τότες·
45 «Πατέρα μας, τού Κρόνου γιε, των βασιλιάδων πρώτε,
βέβαια τού άξιζε εκεινού τέτοιος χαμός να τού ‘ρθη·
τα ίδια ας πάθη όποιος κακά παρόμοια πράξη κι άλλος.
Εγώ ‘μως για το γνωστικό Οδυσσέα χολοσκάνω,
τον άμοιρο, που από δικούς μακρόθε τυραννιέται
50 σε κυματόζωστο νησί, στης θάλασσας τ’ αφάλι,
νησί δεντράτο, που θεά την κατοικιά της έχει,
η κόρη τού κακόγνωμου τού Άτλαντα, που ξέρει
τής θάλασσας τα τρίσβαθα, και με μακριές κολώνες
από τη γης τον ουρανό φυλάει ξεχωρισμένο.
55 Εκείνου η κόρη τον κρατάει το δύστυχο στα δάκρυα,
και με γλυκειές μαγεύει τον κουβέντες, να ξεχάση
τον τόπο του· μα πάλε αυτός, και τον καπνό μονάχα
να θώρειε τής πατρίδας του σαν αλαφροανεβαίνη,
κι ας πέθαινε· μα μήτ’ εσύ, Ολυμπήσε, δε σπλαχνιέσαι.
60 Τάχα δε σε τιμούσε αυτός στη διάπλατη Τρωάδα,
σιμά στα πλοία των Αργιτών με περισσές θυσίες ;
τι τόσο, ω Δία, τώρα εσύ με το Δυσσέα κακιώνεις ;»
Κι ο Δίας τής αποκρένεται ο συννεφομαζώχτης·
«Τί λόγο από τ’ αχείλι σου ξεστόμισες, παιδί μου ;
65 Ποιός το ‘πε εγώ πως λησμονώ το θεϊκό Οδυσσέα,
που πρώτος είναι απ’ τους θνητούς στο νου και στις θυσίες
προς τους αθάνατους θεούς που ορίζουνε τα ουράνια ;
Ο Ποσειδώνας είν’ ο θεός, τής γης ο περιζώστης,
που πάθος του έχει ανέσβεστο, τι χάλασε το μάτι
70 τού ισόθεου τού Πολύφημου, τού πρώτου των Κυκλώπων
στη δύναμη· τής Θόωσας είναι παιδί, τής νύφης,
κόρης τού Φόρκυνα, άρχοντα τού ατρύγητου πελάγου,
που ο Ποσειδώνας σε βαθειές σπηλιές αγκάλιασέ την.
Από τα τότε ο σαλευτής τής γης ο Ποσειδώνας
75 κι α δεν τόνε θανάτωσε, Μα τον πλανάει στα ξένα
τον Οδυσσέα. Όμως καιρός εμείς να στοχαστούμε
πώς να ‘ρθη στην πατρίδα του· θα πάψη την οργή του
ο Ποσειδώνας· δεν μπορεί στο πείσμα μας, κι αγνάντια
τόσων αθάνατων αυτός ν’ αντισταθή μονάχος.»
80 Κι η γαλανόματη η θεά τού απολογήθη τότες·
«Πατέρα μας, τού Κρόνου γιε, των βασιλιάδων πρώτε,
στους τρισμακάριστους θεούς αυτό αν αρέση τώρα,
να ξαναρθή στο σπίτι του ο παράξιος Οδυσσέας
ο Αργοφονιάς Ερμής ας πάη μηνύτορας δικός μας,
85 στης Ωγυγίας το νησί, για να μηνύση αμέσως
τής ωριοπλέξουδης θεάς την άσφαλτη βουλή μας,
ο Οδυσσέας ο άτρομος στη γης του να γυρίση.
Εγώ στο Θιάκι πάω, καρδιά περσότερη να δώσω
τού γιου του εκεί, κι απόφαση να βάλω στην ψυχή του,
90 να πη τους μακρομάλληδες Αχαιούς να μαζωχτούνε,
και τους μνηστήρες ολονούς ν’ αποκηρύξη ομπρός τους,
που σφάζουν κι όλο σφάζουνε τα βοδοπρόβατά του.
Κατόπι στην αμμουδερή την Πύλο και στη Σπάρτη
τον παίρνω, κι ίσως τού γονιού το γυρισμό εκεί μάθη,
95 κι έτσι μάς βγάλη κι όνομα λαμπρό μες στους ανθρώπους.»
Είπε, και σάνταλα έδεσε στα πόδια της πανώρια,
αχάλαστα κι ολόχρυσα, που πεταχτά τη φέρνουν
από στεριές και θάλασσες σα φύσημα τού ανέμου·
πήρε κοντάρι δυνατό με μύτη ακονισμένη,
100 βαρύ, μεγάλο και στεριό· με δαύτο ηρώους άντρες
σωρούς δαμάζει αν οργιστή τού φριχτού Δία η κόρη.
Από του Ολύμπου χύμιξε τα κορφοβούνια τότες
στο Θιάκι, κι ομπρός στάθηκε στις θύρες του Οδυσσέα,
πάς στο κατώφλι τής αυλής, κρατώντας στην παλάμη
105 το χάλκινο κοντάρι της, και μοιάζοντας με ξένο,
το Μέντορα το βασιλιά τής Τάφος. Εκεί βρήκε
και τους μνηστήρες τους τρανούς· γλεντίζανε με σκάκι
ομπρός στις θύρες σε προβιές βοδιώνε καθισμένοι,
που ίδιοι τους τα σφάξανε· κι ολόγυρά τους πλήθος
παραστεκόνταν κήρυκες και πρόθυμα κοπέλια,
110 που άλλοι με το κρασί νερό μες στα κροντήρια σμίγαν,
άλλοι τραπέζια πλένανε με τρυπητά σφουγγάρια,
και στρώνανέ τα· κι άλλοι τους τα κρέατα μοιράζαν.
Κι ο θεόμορφος Τηλέμαχος την είδε πρώτος πρώτος.
στο πλάγι τους καθότανε με σπλάχνα ταραγμένα
115 και μες στο νου του λόγιαζε τον ξέλαμπρο γονιό του,
αν θα ‘ρχουνταν ποτέ μαθές να τους σκορπίση ετούτους
από τους πύργους, κι ίδιος του να βασιλεύη πάλε
με τα δικά του τα καλά. Αυτά ‘χοντας στο νου του
σιμά στους άλλους, μάτιασε την Αθηνά, και πήγε
ίσια στα ξώθυρα, επειδής ντρεπότανε ν’ αφήση
120 ξένο να πολυστέκεται στη θύρα· ομπρός του ‘στάθη,
πιάνει το χέρι το δεξί, τού παίρνει το κοντάρι
το χάλκινο, και τού λαλεί με φτερωμένα λόγια·
«Καλώς τον ξένο· εσύ απ’ εμάς θα φιλευτής, και κάλλιο
πρώτα στο δείπνο, κι ύστερα μάς κρένεις ό,τι ορίζεις.»
125 Είπε, και πήγε αυτός ομπρός, κι η Αθηνά ακλουθούσε.
και μέσα στ’ αψηλόχτιστο παλάτι σάνε μπήκαν,
παίρνει και στήνει σε μακριά κολώνα το κοντάρι,
σ’ αρματοθήκη σκαλιστή, που κι άλλα εκεί κοντάρια
πολλά τού καρτερόψυχου τού Οδυσσέα στεκόνταν.
130 Σ’ ένα θρονί την κάθισε πάς σ’ απλωμένο τούλι,
θρονί πανώριο, πλουμιστό, κι ακουμποπόδι ομπρός της.
Πήρε κι αυτός σκαμνί λαμπρό, μακριά από τους μνηστήρες,
να μην τόνε πειράζη ο αχός τον ξένο, και δε νιώση
γλύκα φαγιού καθίζοντας με αγέρωχους ανθρώπους,
135 και για να μάθη αν ήξερε μαντάτα τού γονιού του.
και μπρίκι για το νίψιμο τους φέρνει τότε η βάγια,
ώριο, χρυσό, και χύνει τους στην αργυρή λεγένη
για να πλυθούν, και στρώνει τους το γυαλιστό τραπέζι.
Σεμνή κελάρισσα έφερε ψωμί και παραθέτει,
140 κι από τα καλοφάγια της τους έβαλε περίσσια·
μες στα πινάκια ο μοιραστής τα κρέατ’ αραδιάζει,
και θέτει χρυσοπότηρα ομπροστά τους· κάθε λίγο
περνούσε ο κήρυκας κοντά και τους κρασοκερνούσε.
Μπήκανε μέσα κι οι τρανοί μνηστήρες, και καθίσαν
145 αράδα σ’ έδρες και σκαμνιά, και χύναν και σ’ ετούτων
τα χέρια οι κήρυκες νερό, και σε πανέρια μέσα
οι παρακόρες σώρευαν ψωμί, και παλληκάρια
με το πιοτό στεφάνωναν τού καθενός κροντήρι.
Κι αυτοί άπλωναν τα χέρια τους στα φαγητά ομπροστά τους.
150 Κι από φαγί κι από πιοτό σα φράθηκε η καρδιά τους,
άλλα στο νου τους είχανε οι μνηστήρες· τα τραγούδια
και το χορό, χαρίσματα τού τραπεζιού σαν πού ‘ναι·
λαμπρή κιθάρα ο κήρυκας παράδωσε στα χέρια
τού Φήμιου, που με το στανιό τραγούδαε στους μνηστήρες,
155 κι ώριο σκοπό τους άρχισε τις κόρδες της βαρώντας.
Λέει τότες ο Τηλέμαχος τής γαλανοματούσας
θεάς, κοντά της σκύβοντας, να μην ακούσουν οι άλλοι·
«Τάχα θα κρίνης άπρεπο το τι θα πω, καλέ μου;
Αυτοί στο νου τους έχουνε κιθάρες και τραγούδια,
160 και τί τους μέλει; ξένο βιός απλέρωτα μασάνε,
του αντρού που τ’ άσπρα κόκκαλα μες στις βροχές σαπίζουν
πάς σε στεριές, ή στ’ αρμυρό κυλιούνται ίσως το κύμα.
Μιάς να τον έβλεπαν εκειόν να μπαίνη μες στο Θιάκι,
και θα παρακαλούσανε να ‘ναι αλαφροί στα πόδια
165 κάλλιο, παρά στις φορεσές και στα χρυσάφια πλούσιοι.
Μα τώρα αδικοχάθηκε, και παργοριά δε φέρνει
όποιος μας λέει πως έρχεται, τι γυρισμό δεν έχει.
Ως τόσο, πές μου αληθινά, ποιός είσαι, κι αποπούθε ;
170 ποιοί ‘ν’ οι γονιοί σου, ο τόπος σου; με τί καράβι ‘φάνης ;
οι ναύτες πώς σε φέρανε στο Θιάκι; ποιοί παινιένται
πως είναι; τι θαρρώ πεζός εδώ δε μας ορίζεις.
Πές μου και τούτο αληθινά να ξέρω· μάς πρωτόρθες,
175 ή να ‘σαι φίλος πατρικός; τι κι άλλοι πολλοί ξένοι
μάς ήρθαν, όπως γύριζε κι εκειός ανάμεσό τους.»
Τότες η γαλανόματη θεά τού απολογιέται·
«Όσα ρωτάς θα σου τα πω κι εγώ μ’ αληθοσύνη.
Τού άξιου τού Αχίαλου παινιέμαι γιος πώς είμαι,
180 ο Μέντης, τώ θαλασσινών τής Τάφος βασιλέας·
με πλοίο μου στα μέρη αυτά και με συντρόφους ήρθα
τα πέλαγ’ αρμενίζοντας προς τους ξενογλωσσίτες
τής Τέμεσης, με σίδερο, χαλκό απ’ αυτούς να πάρω.
185 το πλοίο μένει σε ξοχή, παράοξω από την πόλη,
κάτω απ’ το Νείο το σύδεντρο, ατού Ρείθρου το λιμάνι.
Εμείς δα φίλοι γονικοί λεγόμαστε απαρχήθες
ο ένας τού άλλου· πήγαινε και ρώτηξε το γέρο
ήρωα Λαέρτη· λένε αυτός πια δεν πατάει στην πόλη,
190 παρά μακριά στην εξοχή μονάχος τυραννιέται,
και γέρικη σπιτοκυρά θροφή τού παραθέτει,
η κούραση τα σκέλια του σαν πιάση, που με κόπο
τα σέρνει στον ανήφορο τού αμπελοχώραφού του.
Ήρθα, επειδής και λέχθηκε πώς στην πατρίδα του ήταν
195 ο κύρης σου· όμως οι θεοί τού κόβουνε το δρόμο.
Τι δεν απέθανε στη γης ο μέγας ο Οδυσσέας,
μόν’ κάπου ακόμα ζωντανός στα πέλαγα κρατιέται,
σε κυματόζωστο νησί, που άντρες κακοί τον έχουν,
άγριοι, και με το ζόρι αυτοί τόνε βαστάνε πίσω.
200 Όμως σου προμαντεύω εγώ, καθώς στο νου μου μέσα
το βάλαν οι αθάνατοι, κι όπως θα βγει πιστεύω,
αν κι ούτε μάντης είμαι εγώ, κι ούτες απ’ όρνια νιώθω,
να ‘ρθη πια εκείνος στη γλυκειά πατρίδα δε θ’ αργήση,
Μα και με σίδερα α δεθή· τρόπο θα βρει να φύγη,
205 γιατ’ είναι πολυσόφιστος. Μα πές μου τώρα, γειά σου,
και ξήγησέ μου ξάστερα, παιδί του αν είσαι αλήθεια,
τού Οδυσσέα, τοσοδά μεγάλο παλληκάρι.
Παράξενα στην κεφαλή και στα λαμπρά τα μάτια
τού μοιάζεις· τι πολύ συχνά σμιγόμασταν οι δυό μας,
210 πριν ανεβή στην Τροία εκειός, που κι άλλοι Αργίτες τότες
από τους πρώτους κίνησαν με κουφωτά καράβια·
ένας τον άλλονα πια εμείς δεν είδαμε από τότες.»
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος απολογήθη κι είπε·
«Ξένε, θα σου μιλήσω εγώ με περισσήν αλήθεια.
215 Εκείνου τέκνο η μάνα μου με λέει· εγώ τί ξέρω;
ποιός το δικό του το γονιό μπορεί να πι πώς ξέρει;
Μακάρι να ‘μουνα παιδί καλότυχου πατέρα,
που τού ‘ρχουνται τα γερατειά στο σπιτικό του μέσα.
Μα εμένα ο πιο κακότυχος στον κόσμο στάθη εκείνος
220 που λεν πώς είμαι τέκνο του, σαν που ρωτούσες τώρα.»
Κι η γαλανόματη θεά γυρίζει και τού κρένει·
«δεν όρισαν αγνώριστη να μείνη η γενεά σου
οι θεοί, αφού σε γέννησε λεβέντη η Πηνελόπη.
Μα πές μου τώρα ξάστερα, και ξήγα μου κι ετούτο·
225 σαν τί τραπέζια να ‘ναι αυτά; τί κόσμος; ποιά η ανάγκη;
τάχατες γάμος ή γιορτή; Βέβαια αυτά δεν είναι
συντροφικά. Με πόση δές αδιαντροπιά και θάρρος
δώ μέσα τρωγοπίνουνε. Θ’ αγαναχτούσε ανίσως
ερχόταν άντρας γνωστικός κι άπρεπα τέτοια θώρειε.»
230 Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος απολογήθη κι είπε·
«Μιάς και ρωτάς μου, ω ξένε, αυτά, και θες να τα κατέχης,
πλούσιο και τιμημένο αυτό το σπίτι πρέπει να ‘ταν,
εκείνος όσο μέσα εδώ καθότανε· όμως τώρα,
αλλιώτικα οι κακόγνωμοι θεοί το βουληθήκαν,
235 που ανείδωτο τον έκαμαν όσο κανέναν άλλον·
και μήτε καν το τέλος του δε θα θρηνούσα, ανίσως
στο πλάγι των συντρόφων του χανότανε στην Τροία,
για από τον πόλεμο ύστερα, σε αγαπητές αγκάλες.
και τότες οι Παναχαιοί θα τού ‘στηναν μνημούρι,
240 κι όνομα θα ‘βγαζε λαμπρό ν’ αφήση τού παιδιού του.
Μα τώρα οι Άρπυιες άδοξα τον έχουν αρπαγμένο·
ανάφαντος κι ανάκουστος μου γίνη, και μ’ αφήκε
λύπες και δάκρυα· μήτ’ αυτό μονάχα δε με δέρνει,
επειδής κι άλλα μού ‘φεραν οι Ολυμπήσοι πάθια.
245 Γιατί όσοι γύρω στα νησιά πρωτοστατούν αρχόντοι,
Δουλίχι, Σάμη, Ζάκυθο με τα δασιά τα δέντρα,
κι όσοι στο βραχορίζωτο το Θιάκι εδώ αρχοντεύουν,
όλοι ζητούν τη μάνα μου και μου χαλνάν το βιός μου.
Κι εκείνη μήτε αρνιέται τους γάμο φριχτό, και μήτε
250 τέλος να δώση δύνεται· και δός του αυτοί το σπίτι
μου καταλούνε· γλήγορα και μένα θα με φάνε.»
Τότε η Παλλάδα η Αθηνά τού λέει χολοσκασμένα·
«Αλλοίς, και πόσο χρειάζεσαι τον Οδυσσέα κοντά σου,
ετούτους τους ξεδιάντροπους μνηστήρες να βαρέση.
255 να ερχόταν τώρα να σταθή ατού παλατιού τις πόρτες,
με ασπίδα, με περίκρανο και με τα δυό κοντάρια,
τέτοιος στην όψη σαν που εγώ τον είδα πρώτα πρώτα
σαν έπινε και γλέντιζε στο σπιτικό μας μέσα,
από το γιο τού Μέρμερου γυρίζοντας, τον Ίλο,
260 τής Φύρας, που με πλοίο γοργό ξεκίνησε, βοτάνι
ζητώντας του θανατερό, ν’ αλείψη τις χαλκένιες
σαΐτες του· δεν τού ‘δωσε, τη μάνητα φοβώντας
εκείνος των αθάνατων· ο γέρος μου όμως τότες
τού το ‘δωσε, αγαπώντας τον περίσσια· τέτοιος να ‘ρθη
265 και ν’ ανταμώση ετουτουνούς ο Οδυσσέας, και θα ‘ναι
όλων το τέλος ξαφνικό, κι ο γάμος τους φαρμάκι.
Ως τόσο ετούτα ας μείνουνε στα χέρια των θεώνε,
καν θα γυρίση πάλε εδώ να γδικιωθή, καν όχι·
εσένα τώρα θέλω σε να στοχαστής και να ‘βρης
270 το πώς από τον πύργο αυτό θα διώξης τους μνηστήρες.
Άκου λοιπόν, και πρόσεξε τα λόγια που σου κρένω.
Συγκάλεσέ τους το ταχύ τους Αχαιούς ηρώους,
και σ’ όλους πές τη γνώμη σου με τους θεούς μαρτύρους.
Πρόσταξε τότες σπίτια τους να φύγουν οι μνηστήρες,
275 κι αν η καρδιά τής μάνας σου γάμο γυρεύη, ας σύρη
στ’ αρχοντικό τού κύρη της, πού ‘ναι τρανός αφέντης,
και γάμο αυτοί θα κάμουνε, και δώρα θα τοιμάσουν
πολλά, καθώς ταιριάζουνε σ’ αγαπημένη κόρη.
Κι εσένα γνώμη φρόνιμη σου δίνω, αν θες ν’ ακούσης·
280 καράβι με είκοσι κουπιά, καλό, σαν πάρης, έβγα
να μάθης για τον κύρη σου τον πολυπλανημένο·
ή κάποιος θα σου πη θνητός, ή τη φωνή θ’ ακούσης
που στέλνει ο Δίας, και στη γης συχνά σκορπάει τις φήμες.
Πρώτα στην Πύλο, και ρωτάς το Νέστορα το μέγα·
285 σύρε κατόπι στον ξανθό τής Σπάρτης το Μενέλα,
τον πιο στερνό χαλκοάρματο Αχαιό που γύρσε πίσω.
Κι ά μάθης πώς ο κύρης σου και ζει και θα γυρίση,
απάντεξε, όσο κι αν πονής, ως ένα χρόνο ακόμα·
αν πάλε πώς απέθανε και πως σου χάθη ακούσης,
290 γυρίζεις πίσω στα γλυκά λημέρια τής πατρίδας,
τού στήνεις μνήμα, νεκρικά πολλά τού θέτεις δώρα,
όσα τού πρέπουν, κι ύστερα παντρεύεις και τη μάνα.
και σαν τα πράξης όλ’ αυτά και τα καλοτελειώσης,
μες στο μυαλό σου γύρισε και μέσα στην ψυχή σου,
295 το πώς σ’ αυτούς τους πύργους σου θα λυώσης τους μνηστήρες
είτε με δόλο, ή φανερά· τι πια δεν σου ταιριάζει
μωρό παιδί να φαίνεσαι, μικρός αφού δεν είσαι.
Ή τάχα δεν ακούς κι εσύ πώς ο λαμπρός ο Ορέστης
δοξάστηκε σ’ όλη τη γης σα σκότωσε τον πλάνο
300 τον Αίγιστο, που χάλασε τον ξακουστό γονιό του;
Έτσι κι εσύ, που βλέπω σε τόσο ώριο και μεγάλο,
γίνου άντρας, φίλε, να σε υμνούν κατόπι οι απογόνοι.
και τώρα εγώ προς το γοργό καράβι κατεβαίνω,
τι στενοχώρια θα ‘πιασε μεγάλη τους συντρόφους·
305 εσύ μονάχος φρόντιζε και νοιάσου τα όσα σου είπα.»
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και τής κρένει·
«Ξένε μου, αλήθεια, σύμπονα μου συντυχαίνεις λόγια,
καθώς γονιός σε τέκνο του, κι αξέχαστα θα τα ‘χω.
Μα κάλλιο μείνε τώρα εδώ, κι ας είσαι για ταξίδι,
310 έλα και λούσου να φραθή η καρδιά σου, και κατόπι
κινάς προς το καράβι σου χαρούμενος, με δώρο
πλούσιο, λαμπρό, απέ λόγου μου να το ‘χης θυμητάρι
σαν όσα φίλοι αγαπητοί χαρίζουνε σε φίλους.»
Κι η γαλανόματη θεά τού απολογιέται τότες·
315 «Μη με κρατάς πια τώρα εδώ, τι βιάζουμαι να σύρω.
Κι όσο για δώρο, όποιο ζητάει να δώσης μου η καρδιά σου,
στο γυρισμό μου δίνεις το, στο σπίτι να το πάρω,
πανώριο δώρο, που να λες κι ανταμοιβή τού αξίζει.»
σαν είπε αυτά ξεκίνησε η θεά η γαλανομάτα,
320 κι έγιν’ αϊτός και πέταξε· μες στην καρδιά του ως τόσο
αφήκε θαρρεσιά κι αντρειά, και τού γονιού του η μνήμη
πιο ζωντανή ξανάρχουνταν· ξιππάστηκε η ψυχή του,
και θάμασε, γιατί θεός κατάλαβε πώς ήταν.
και τότες μ’ όψη ισόθεη ζυγώνει τους μνηστήρες,
325 που τους τραγούδαε ο ξακουστός τραγουδιστής, κι εκείνοι
καθόντανε χωρίς μιλιά κι ακούγαν· το τραγούδι
τους έλεγε των Αχαιών το γυρισμό το μαύρο
που η Παλλάδα η Αθηνά τους πρόσταξε στην Τροία.
Κι από τ’ ανώγια ακούγοντας το θείο αυτό τραγούδι
η Πηνελόπη η φρόνιμη, τού Ικάριου η θυγατέρα,
330 κατέβηκε τις αψηλές τού παλατιού τις σκάλες,
μόνη της όχι· αντάμα της δυό βάγιες κατεβήκαν.
Κι η ζουλεμένη αρχόντισσα σαν πήγε στους μνηστήρες,
πλάγι τού στύλου στάθηκε τής δουλευτής τής στέγης
σηκώνοντας στην όψη της το λιόλαμπρο φακιόλι,
335 με τις παραστεκάμενες από τα δυό πλευρά της,
και κρένει τού τραγουδιστή με μάτια δακρυσμένα·
«Φήμιε, που κι άλλα γνώριζες μαγευτικά τραγούδια,
μ’ όσα θνητούς κι αθάνατους δοξάζετε εσείς πάντα,
εν’ απ’ αυτά τραγούδα τους σιμά τους καθισμένος,
340 κι αυτοί ας σωπούν κι ας πίνουνε· πάψ’ το τραγούδι ετούτο,
το θλιβερό, που την καρδιά μου σκίζει μες στα στήθια,
γιατί σαν άλληνα καμιά βαρύς καημός με δέρνει,
κι ολημερίς ανιστορώ και λαχταρώ τον άντρα,
που στην Ελλάδα η δόξα του και στ’ Άργος όλο απλώθη.»
345 Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και τής κάνει·
«δεν τον αφήνεις το γλυκό τραγουδιστή, μανούλα,
να φέρνη γλέντι καταπώς τ’ αποθυμάει ο νους του;
δε φταίγει σου ο τραγουδιστής, ο Δίας ην’ η αιτία,
που κάθε σιταρόθρεφτου θνητού όπως θέλει δίνει,
350 δεν έχει κρίμα αν τραγουδάη αυτός τη μαύρη μοίρα
τω Δαναώνε· πάντα θεν οι ανθρώποι το τραγούδι
που πιο καινούργιο τους σφαντάει σαν κάθουνται κι ακούνε.
Κάνε καρδιά κι απομονή ν’ ακούς, γιατί μονάχος
δεν έχασε τού γυρισμού τη γλύκα ο Οδυσσέας,
355 μόν’ κι άλλα χάθηκαν πολλά στην Τροία παλληκάρια.
Έμπα, και κοίτα σπίτι σου και το νοικοκυριό σου,
την αληκάτη, τ’ αργαλειό, και πρόσταζε τις δούλες
να σου δουλεύουν· κι άφηνε τα λόγια αυτά στους άντρες,
μάλιστα εμένα, πού ‘μαι δα και τού σπιτιού ο αφέντης.»
360 Θάμασ’ αυτή, και γύρισε στο σπίτι, γιατί μπήκαν
ως την καρδιά της τού παιδιού τα γνωστικά τα λόγια.
Κι ανέβηκε στ’ ανώγια της, κι αντάμα με τις βάγιες
τον ακριβό της Οδυσσέα θρηνούσε, ωσότου ύπνο
η Αθηνά τής στάλαξε γλυκό στα ματοκλάδια.
365 Ως τόσο στα βαθιόσκιωτα παλάτια μέσα οι άλλοι
οχλαλοή σηκώνανε, κι ευκότανε ο καθένας
μες στο κρεβάτι ν’ αξιωθή σιμά της να πλαγιάση.
Σ’ αυτούς αρχίζει ο γνωστικός Τηλέμαχος και κρένει·
«Ακούστε, ω παραδιάντροποι τής μάνας μου μνηστήρες·
τώρα εμείς γλέντι ας κάμουμε, κι ας λείψη τ’ αχολόγι,
370 τι αξίζει αλήθεια τέτοιονα τραγουδιστή ν’ ακούμε,
σαν πού ‘ναι αυτός που με θεού λες κι η φωνή του μοιάζει·
μα την αυγή σε συντυχιά καθίζουμε όλοι αντάμα,
να σάς κηρύξω φανερά ν’ αφήστε μου τον πύργο,
άλλα τραπέζια να ‘βρετε, δικό σας βιός να τρώτε,
375 ο ένας σπίτι τ’ αλλονού. Κι αν πάλε εσείς θαρρήτε
πώς είναι δίκιο κι εύλογο να καταλυούνται πλούτια
ενός ανθρώπου απλέρωτα, σκορπάτε τα· εγώ τότες
καλώ βοήθεια τους θεούς, ίσως κι ο Δίας φέρη
το γδικιωμό που αξίζει σας, κι έτσι κι εσείς κατόπι
380 πεδώθε δίχως πλερωμή μία και καλή χαθήτε.»
Αυτά τους είπε, κι όλοι τους, δαγκάνοντας τα χείλη
θαμάζαν τού Τηλέμαχου τα θαρρετά τα λόγια.
Κι ο Αντίνος τού Ευπείθη ο γιος τού μίλησε και τού ‘πε·
«Εσένα θεοί, Τηλέμαχε, να σε διδάχνουν πρέπει
385 μεγάλα λόγια να μιλάς, και θαρρετά να κρένης·
μη σώση και σε κάμη ο γιος τού Κρόνου βασιλέα
στο Θιάκι το γυρόλουστο, σαν πού ‘ναι πατρικό σου.»
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και τού κάνει·
«Τάχα θα σου φανή βαρύ το θα σου πω, ω Αντίνε;
390 Κι ετούτο θα το δέχουμουν αν το ‘δινέ μου ο Δίας.
Ή λες δε γίνεται κακό τρανότερο στο κόσμο;
Όχι, δεν το ‘χω για αχαμνό να ‘ναι κανένας ρήγας·
πλούσιο το σπίτι του άξαφνα, δοξάζεται κι ατός του.
Μα κι άλλοι βρίσκουνται Αχαιοί στο Θιάκι βασιλιάδες,
395 νέοι και γέροι αρίθμητοι, κι ένας τους θα ‘χη ετούτη
τη δόξα, μιάς κι απέθανε ο θείος ο Οδυσσέας·
όμως εγώ θα ορίζω αυτό το σπίτι και τους δούλους,
που για τα μένα απόχτησε με τ’ άρματά του εκείνος.»
και τού Πολύβου ο Ευρύμαχος γυρνάει κι απολογιέται·
400 «Αυτά, Τηλέμαχε, στων θεών ας μείνουνε τα χέρια,
το ποιός στο θαλασσόλουστο θα βασιλέψη Θιάκι·
μακάρι εσύ να κυβερνάς και χτήματα και σπίτι,
και να μην έρθη εδώ ψυχή και θες δε θες σου αρπάξη
τα χτήματα, όσο το νησί το κατοικούν ανθρώποι.
405 Μα τώρα θέλω να μου πης, καλέ μου, για τον ξένο,
ποπούθε να ‘ναι ελόγου του; ποιά χώρα λέει δική του;
ποιά να ‘ναι η φύτρα του μαθές, το πατρικό του χώμα ;
μπας και μαντάτα σου ‘φερε πώς έρχεται ο γονιός σου ;
410 ή να ‘ρθε εδώ γυρεύοντας δικές του τάχα ανάγκες ;
Φάνηκε μόλις, κι έφυγε δεν έμεινε δα κιόλας
να γνωριστή· και πρόστυχος δεν έμοιαζε στην όψη.»
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και τού κρένει·
«Ο κύρης μου πια γυρισμό, ω Ευρύμαχε, δεν έχει·
μήτε μαντάτα ακούγω εγώ, σα φτάνουν από κάπου,
415 μήτε μαντείες πια ψηφώ σαν προσκαλέση η μάνα
μάντη στο σπίτι και ρωτάη. Ο ξένος που είδες είναι
φίλος δικός μου πατρικός από την Τάφο, ο Μέντης·
τού φρόνιμου τού Αχίαλου παινιέται γιος πώς είναι,
και βασιλιάς των Ταφιτών, που το κουπί αγαπάνε.»
420 Αυτά είπε, κι όμως τη θεά στο νου την είχε πάντα,
Εκείνοι ως τόσο στο χορό και στο γλυκό τραγούδι
το γύρισαν, και γλέντιζαν ως που να ρθη το βράδυ.
και καθώς γλέντιζαν, τ’ αχνό κατέβηκε το βράδυ·
καθένας τότες σπίτι του τραβούσε να πλαγιάση,
425 και πήγε κι ο Τηλέμαχος στον αψηλοχτισμένο
το θάλαμο που σφάνταζε μες στην αυλή την ώρια,
να μπη στην κλίνη του, πολλά στο νου του μελετώντας.
Η Ευρύκλεια τότες τού ‘φερε τα φώσια τ’ αναμμένα,
τού Ώπα η κόρη η μπιστευτή, τού γιου τού Πεισηνόρη,
430 π’ ο Λαέρτης άλλοτες μικρή την πήρε κοπελούδα
με είκοσι βόδια πλερωμή, και μέσα στο παλάτι
το ίδιο με την άξια του γυναίκα την τιμούσε,
Μα αντάμα της δεν πλάγιαζε, να μη χολιάση εκείνη·
αυτή τα φώσια ανέβασε, που από τις άλλες δούλες
435 τον είχε αγάπη ξέχωρη, κι από μωρό τον κοίτα.
Άνοιξε αυτός το θάλαμο τον τεχνικά φτιασμένο,
στην κλίνη κάθισε, έβγαλε το μαλακό χιτώνα,
τον έθεσε στης φρόνιμης γερόντισσας τα χέρια,
κι αυτή σαν τόνε δίπλωσε καλά, σε ξυλοκάρφι
440 τον κρέμασε, παράδιπλα στο τορνευτό κλινάρι,
κι ήβγε, τής θύρας σέρνοντας την αργυρή κρικέλα,
απέξωθε με το λουρί το σύρτη της τραβώντας.
Κι αυτός με ανθό τού προβατιού για σκέπασμα όλη νύχτα
το δρόμο συλλογιότανε που η Αθηνά τού ξήγα.

Ραψωδία β

Ιθακησιων αγορα. Τηλεμαχου αποδημια.

      Έφεξ’ η ροδοδάχτυλη της νύχτας κόρη Αυγούλα,
και του Οδυσσέα ο ακριβογιός σηκώθη από το στρώμα,
ντύθηκε, ζώνει το σπαθί το κοφτερό στον ώμο,
ώρια ποδένει σάνταλα στα πόδια τα λαμπρά του,
5 και βγαίνει από το θάλαμο με αθάνατο παρόμοιος.
Διαλαλητάδες πρόσταξε καλόφωνους αμέσως
τους μακρομάλληδες Αχαιούς σε συντυχιά να κράξουν.
Τούς κράξανε, και γλήγορα συνάχτηκαν εκείνοι.
Και σα συνάχτηκαν, και μιά παρέα όλοι γενήκαν,
10 κινάει εκεί με χάλκινο κοντάρι στην παλάμη,
μονάχος όχι· δυό σκυλιά γοργόποδ’ ακλουθούσαν,
κι η Αθηνά με θεόλαμπρη τον περεχούσε χάρη.
Τόνε θαμάζανε όλοι τους σαν έρχουνταν. Καθίζει
στο πατρικό του το θρονί, κι οι γέροι δίνουν τόπο.
15 Τότες ο Αιγύπτιος ο ήρωας αρχίνησε το λόγο,
σκυφτός από τα γερατειά, και με πολλά στο νου του.
Τί κι εκεινού ο ακριβογιός με το θεϊκό Οδυσσέα
στο Ίλιο τότες μίσεψε με κουφωτά καράβια,
ο Άντιφος, κονταριστής, που ο Κύκλωπας ο άγριος
20 τον έκοψε, και δείπνο του τον έκαμε στο σπήλιο.
Τού ‘μειναν τρείς· ο Ευρύνομος, μνηστήρας κι αυτός ένας,
κι οι άλλοι δυό νοιαζόντουσαν τα γονικά χωράφια·
μα εκειόν τον είχε αξέχαστο και τον πικροθρηνούσε.
Και δάκρυα τώρα χύνοντας ξαγόρεψέ τους κι είπε·
25      «Ακούστε με το τί θα πω, Θιακήσοι. Συντυχιά μας
δεν έγινε, ή συνέδριο μας κανένα αφότου ο μέγας
ο Οδυσσέας μίσεψε με κουφωτά καράβια.
Ποιός τώρα εδώ μάς κάλεσε; ποιός τόσην έχει ανάγκη;
από τους νέους τάχα για απ’ τους παλιούς μας να ‘ναι;
30 ν’ άκουσε τάχα στράτεμα πως πλάκωσε, και θέλει
σαν πρώτος που τ’ απείκασε να μάς το φανερώση;
ή γι άλλο τίποτις κοινό θα βγή να μάς μιλήση ;
Καλός μου φαίνεται άνθρωπος, και βλογημένος να ‘ναι.
Νά του χαρίζη ο Δίας καλά, όσα ζητάει η ψυχή του.»
35      Αυτά είπε, κι ο Τηλέμαχος τα ‘χε καλό σημάδι.
Και πια δεν κάθουνταν, παρά ποθώντας να μιλήση,
στάθη στη μέση· του ‘βαλε στο χέρι δεκανίκι
ο κήρυκας Πεισήνορας, με νου και γνώσες άντρας.
Και τότες πρώτα γύρισε κατά το γέρο, κι είπε·
40      «Αυτός, ώ γέρο, που ρωτάς, θα δής, μακριά δεν είναι·
εγώ τον κόσμο κάλεσα, τί εμένα αγγίζει ο πόνος.
Και μήτε στράτεμα άκουσα να πλάκωσε, και θέλω
σαν πρώτος που τ’ απείκασα να σάς το φανερώσω,
μήτ’ άλλο τίποτις κοινό δε βγαίνω να ξηγήσω,
45 Παρά δικό μου πάθημα, που μου ‘πεσε στο σπίτι
διπλό· τον άξιο μου έχασα γονιό που κυβερνούσε
εσάς εδώ όλους μιά φορά σαν ήμερος πατέρας,
κι άλλο, χειρότερο πολύ, που πάει να ξολοθρέψη
το σπιτικό μου, κι όλο μου το βιός να τ’ αφανίση.
50 Μνηστήρες πλήθος πέσανε της άθελής μου μάνας,
γιοί των αντρών που βρίσκουνται προυχόντοι μες στον τόπο,
και να φανούνε τρέμουνε στου Ικάριου του γονιού της,
που αυτός τη θυγατέρα του θα προίκιζε, και σ’ όποιον
πιο ταιριαστός του φαίνουνταν, την έδινε γυναίκα.
55 Μόνε σ’ εμάς ολοκαιρίς χαζεύοντας εκείνοι
και βόδια σφάζοντας κι αρνιά, και τα παχιά τα γίδια,
το χαίρουνται, και πίνουνε το φλογερό κρασί μου,
του κάκου, και τα καταλούν γιατί άντρας πια δε στέκει
σαν που ο Δυσσέας ήτανε, το σπίτι να γλυτώση.
60 Κι εμείς γι’ αυτούς δε σώνουμε· μα αλήθεια και κατόπι
θα ‘μαστε εμπρός τους αχαμνοί κι ανήξεροι από μάχη.
Νά ‘χα μαζί μου δύναμη, κι εγώ θ’ αντιστεκόμουν,
τί αβάσταχτά ‘ναι ετούτα πια· μου αφάνισαν το σπίτι
και πήγε· νιώστε την κι εσείς αυτή την αδικιά τους,
65 ντραπήτε εκείνους τους λαούς που γύρω γειτονεύουν,
και φοβηθήτε τους θεούς, μην οργιστούν και ρίξουν
μιά μέρα στο κεφάλι σας τα μαύρα αυτά τα έργα.
Προσπέφτω σας, για τ’ όνομα του Δία και της Θέμης,
που των αντρών τις συντυχιές αυτή σκορπάει ή φέρνει,
70 πάψτε, καλοί μου, αφήστε με μες στον καημό να λυώνω
μοωάχος, άν ο δοξαστός πατέρας μου Οδυσσέας
στόυς Αχαιούς δεν έκαμε κακό από όχτρητά του,
που τώρα μ’ όχτρητα κι εσείς το ξεπλερώνετέ μου,
σ’ ετούτους θάρρος δίνοντας· πιο κέρδος για τα μένα
75 εσείς να καταλούσατε το βιός και τα καλά μου.
Νά ‘σαστε εσείς, το δίκιο μου θα το ‘βρισκα μιά μέρα·
τί μες στη χώρα θα ‘βγαινα, και γκαρδιακά μιλώντας
τα πλούτια μου θα γύρευα, ως που όλα να δοθούνε.
Μα τώρα πόνο αγιάτρευτο μου βάζετε στα σπλάχνα.»
80      Αυτά τους είπε με χολή, κι ευτύς το δεκανίκι
χάμου πετάει δακρύζοντας· κι όλους τους πήρε η λύπη.
Σωπούσαν, και κανένας τους να βγάλη δεν κοτούσε
λόγο σκληρό, κι απάντηση να δώση· μόνο ο Αντίνος
σηκώθηκε απ’ τους Αχαιούς, κι αυτά του απολογήθη.
85      «Μωρέ λογά, αχαλίνωτε Τηλέμαχε, τί λες μας;
μάς βρίζεις, κι αβανιάσματα να μάς κολλήσης θέλεις·
μα ξέρε το πως δε σου φταίν οι Αχαιοί οι μνηστήρες,
παρά η μανούλα σου τα φταίει, που χίλια ξέρει ο νούς της.
Τρείς χρόνοι τώρα πέρασαν, και τέταρτος κοντεύει,
90 που αυτή γελάει τους Αχαιούς. Ελπίδες δίνει σ’ όλους,
και καθενού ξεχωριστά ταξίματα του στέλνει,
αυτή όμως άλλα μελετάει. Και κοίταξε κι ετούτη
την πονηριά που μπόρεσε να σοφιστή και να ‘βρη.
Στήνει θεόμακρο πανί στον πύργο της να φάνη,
95 ψιλόκλωστο κι αμέτρητο, και λέει μας· «Παλληκάρια,
μνηστήρες μου, τώρα ο λαμπρός που απέθανε Οδυσσέας,
μη βιάζετε το γάμο μου, για ν’ αποσώσω πρώτα
το πανικό, να μη χαθούν τα νήματα του κάκου,
που το ‘χω για το σάβανο του ήρωα του Λαέρτη,
100 σαν έρθη ο κορμοτεντωτής ο χάρος και τον πάρη,
μπάς και καμιά των Αχαιών κερά με ψεγαδιάση,
άν κοίτεται ασαβάνωτος, που ‘ταν και τόσο πλούσιος.»
Αυτά είπε, κι οι λεβέντικες τα δέχτηκαν ψυχές μας.
Λοιπόν, τις μέρες έφαινε το θεόμακρο πανί της,
105 τη νύχτα όμως το ξέφαινε σαν έφερναν τα φώτα.
Τρείς χρόνους μάς κρυφόπαιζε, κι έτσι μάς έπειθε όλους·
μα οι εποχές σα φέρανε τον τέταρτο το χρόνο,
μιά της γυναίκα πόξερε, μάς τα φανέρωσε όλα,
και πιάσαμέ την το λαμπρό πανί της να ξεφαίνη.
110 Και τότες πια με το στανιό το τέλειωσε απ’ ανάγκη·
κι εσένα, να τί απάντηση σου δίνουν οι μνηστήρες,
κι εσύ να ξέρης, κι οι Αχαιοί να μάθουν όλοι ετούτοι.
Ξεδιάβασ’ την τη μάνα σου, και πές να πάη να πάρη
όποιον καλέση ο κύρης της κι όποιον αυτή θελήση.
115 Μα ά μελετάη τους Αχαιούς να βασανίση ακόμα,
με όσα φυλάει της Αθηνάς χαρίσματα η ψυχή της,
με την πιδέξια τέχνη της, με τη λαμπρή ξυπνάδα,
τις μαριολιές, που σαν κι αυτές μήτ’ οι παλιές εκείνες
ωριομαλλούσες Αχαιές δεν άκουσα άν τις είχαν,
120 η Αλκμήνη, η ωριοστεφάνωτη Μυκήνη, μήτε η Τύρω,
που μιά τους δεν της έμοιαζε στο νου της Πηνελόπης,
αυτό όμως δεν τ’ απείκασε· πως θα σου τρώνε οι άλλοι
το βιός σου και τα πλούτια σου όσο πεισμώνει εκείνη
στη γνώμη που οι αθάνατοι της βάλανε στο νου της.
125 Μεγάλο απόχτησε όνομα για λόγου της, μα εσένα
αρίθμητα σε στέρησε καλα. Και γνώριζέ το,
πως εμείς μήτε σ’ εξοχή μήτε κι αλλού δεν πάμε,
πρίν αυτή πάρη από τα μάς τον άντρα που διαλέξη.»
130      Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και του κρένει·
«Αντίνο, από τον πύργο μου δε γίνεται να διώξω
εκείνη που με γέννησε και μ’ έθρεψε· ο γονιός μου,
ζή απέθανε, σε ξένη γης απόμεινε· άν τη στείλω
τη μάνα εγώ, στον κύρη της θα τ’ ακριβοπλερώσω.
135 Κι απ’ τον Ικάριο συφορές κι απ’ το θεό θα μου ‘ρθουν,
σα φεύγει η μάνα και ξορκάει τις μαύρες Ερινύες·
μα και του κόσμου επάνω μου την κατηγόρια θα ‘χω·
ώστε ποτές μου τέτοιο εγώ δεν ξεστομίζω λόγο.
Κι ατοί σας άν το νιώθετε το κρίμ’ αυτό, να σύρτε,
140 άλλα τραπέζια να ‘βρετε, δικό σας βιός να τρώτε,
ο ένας σπίτι του αλλονού. Μα άν πάλε εσείς θαρρήτε
πως είναι δίκιο κι εύλογο να καταλυούνται πλούτια
ενός ανθρώπου απλέρωτα, σκορπάτε τα· εγώ τότες
καλώ βοήθεια τους θεούς, ίσως κι ο Δίας φέρη
145 το γδικιωμό που αξίζει σας, κι έτσι κι εσείς κατόπι
πεδώθε δίχως πλερωμή μιά και καλή χαθήτε.»
     Αυτά είπε, κι ο βροντόφωνος ο Δίας τότες στέλνει
απ’ τ’ αψηλό βουνόκορφο δυό αϊτούς και ξεκινάνε,
Πέταγαν πρώτα ανάλαφρα σα φύσημα του ανέμου,
πλευρό πλευρό διαβαίνοντας με τα φτερά απλωμένα·
150 με στης πολύβοης συντυχιάς σαν έφτασαν τη μέση,
στριφογυρνούν, και με βαρύ φτερούγιασμα κοιτώντας
πρός τα κεφάλια του λαού ματιές θανάτου ρίχτουν·
και με νυχιές σαν έσκισαν τα μούτρα, τα λαιμά τους,
δεξά κινώντας πέρασαν τις κατοικιές της χώρας.
155 Θαμάσαν όλοι βλέποντας τα όρνια σα φανήκαν,
κι ο νούς τους ανιστόραγε τα μέλλανε να γίνουν.
Ο γέρος τότε ήρωας τους μίλησε Αλιθέρσης,
του Μάστορα, που πρώτος τους κρινότανε ολονώνε
στη γνώριση της μαντικής, στην ορμηνειά των όρνιων·
160 αυτός λοιπόν καλόγνωμα ξαγόρεψέ τους κι είπε·
«Ακούστε με, ώ Θιακήσοι εσείς, και μάλιστα οι μνηστήρες,
το τί έχω τώρα να σάς πω και να σάς φανερώσω.
Βαρύ κακό τους έρχεται· δε δύνεται ο Δυσσέας
να μείνη πια πολύν καιρό μακριά από τους δικούς του·
165 σιμά εδώ κάπου θάνατο για τους μνηστήρες σπέρνει
μα κι άλλοι μας εδώ πολλοί θα πάθουμε μαζί τους,
που κατοικιά μας έχουμε το ξάστερο το Θιάκι·
το πως θα τους μποδίσουμε από τώρα άς στοχαστούμε,
ή ετούτοι πρώτοι άς πάψουνε· τί για καλό τους είναι.
170 Δέν προφητεύω ανήξερος· κατέχω τα που κρένω·
έτσι κι εκειού όσα μάντεψα εγώ τότες, όλα βγήκαν
όταν οι Αργίτες όλοι τους στου Ίλιου τη χώρα ορμούσαν,
κι αντάμα τους ο τρίξυπνος ξεκίναε Οδυσσέας.
Θά πάθη, του ‘λεγα, πολλά, θα χάση τους συντρόφους,
175 και θα γυρίση αγνώριστος στα είκοσι τα χρόνια
στον τόπο του· και να, που αυτά τώρα του βγαίνουν όλα.»
     Και του Πολύβου ο Ευρύμαχος αντίσκοψε και του ‘πε·
«Σπίτι σου σέρνε, γέρο εσύ, και βγάζε των παιδιώ σου
μαντείες, μπάς και πάθουνε κανέ κακό κατόπι·
180 προφήτης είμ’ εγώ σ’ αυτά πολύ καλύτερός σου.
Όρνια γυρίζουνε πολλά κάτω απ’ το φώς του ήλιου,
μα δε μαντεύουν όλα· πάει, χάθη ο Δυσσέας στα ξένα·
μακάρι ν’ αφανίζουσαν κι εσύ μαζί μ’ εκείνον,
να μη μάς ψέλνης τώρα εδώ τις τόσες μαντικές σου,
185 κεντώντας αδιαφόρετα το χόλιασμα του γιού του,
μ’ ελπίδα κι ίσως σπίτι σου κάποιο σου στείλη δώρο.
Σού λέω εγώ μιά και καλή, κι αυτό που πω τελειέται·
εσυ που ξέρεις τα παλιά και τα πολλά, άν ετούτου
του νέου ανάψης την οργή με πλανερά σου λόγια,
190 πρώτος αυτός χερότερα θα πάθη απ’ αφορμή σου,
και μήτε απ’ αυτουνούς καλό δε θενά δή, κι εσένα
με πρόστιμο θα ψήσουμε βαρύ, που σαν πλερώνης
από τον πόνο, γέρο μου, θενά λυσσάξη ο νούς σου.
Και τώρα τον Τηλέμαχο μπρός σ’ όλους συβουλεύω
195 να πή της κερά μάνας του να σύρη στου γονιού της,
κι αυτοί θα την παντρέψουνε κι αρίφνητα θα βγάλουν
προικιά, σαν που ταιριάζουνε σε κόρη αγαπημένη,
Τίς βαρετές μας προξενειές αλλιώς δεν παραιτούμε,
τί στάλα δε φοβόμαστε κανέναν εδώ πέρα,
200 μα μήτε τον Τηλέμαχο με τα πολλά τα λόγια·
κι ουδέ ψηφούμε, γέροντα, τις προφητείες που βγάζεις,
τις ανωφέλευτες, που πιο σιχαμερό σε κάνουν.
Τά πλούτια του θα τρώγουνται κι αγύριστα θα μνήσκουν,
όσο αυτή παίζει τους Αχαιούς, το γάμο αργοπορώντας·
205 και πάντα θα προσμένουμε και θα λογομαχούμε
για τις περίσσιες χάρες της, και σ’ άλλες δε θα πάμε,
απ’ όσες ταίρια γίνουνται καλά του καθενού μας.»
     Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και του κάνει·
«Ευρύμαχε, κι οι άλλοι εσείς καμαρωτοί μνηστήρες,
210 μήτε μιλώ γι’ αυτά εγώ πια, κι ουδέ παρακαλώ σας·
αυτά τώρα κι οι αθάνατοι κι οι Αχαιοί τα ξέρουν.
Παρά καράβι γλήγορο κι είκοσι δόστε μου άντρες,
από ‘ναν τόπο σ’ άλλονα ταξίδι να με πάρουν.
Στήν Πύλο την αμμουδερή θα σύρω και στη Σπάρτη,
215 του πλανημένου μου γονιού το γυρισμό να μάθω·
ή κάποιος θα μου πή θνητός, ή τη φωνή θ’ ακούσω
που στέλνει ο Δίας και στη γής συχνά σκορπάει τις φήμες,
Κι ά μάθω πως ο κύρης μου και ζή και θα γυρίση,
ως ένα χρόνο, κι άς πονώ, θένα ‘παντέξω ακόμα·
220 άν πάλε πως απέθανε και πως μου χάθη ακούσω,
γυρίζω πίσω στα γλυκά λημέρια της πατρίδας,
του στήνω μνήμα, νεκρικά πολλά του θέτω δώρα,
όσα του πρέπουν, κι ύστερα παντρεύω και τη μάνα.»
     Αυτά σαν είπε, κάθισε· κι ευτύς σηκώθη ομπρός τους
225 ο Μέντορας που σύντροφο ο λαμπρός Δυσσέας τον είχε,
και φεύγοντας στα χέρια του το σπιτικό του αφήκε,
όλοι ν’ ακούν το γέροντα, και να φυλάη τα πάντα·
εκείνος με καλογνωμιά ξαγόρεψέ τους κι είπε·
     «Ακούστε με το τί θα πω, Θιακήσοι. Πιά κανένας
230 άς μη μάς έρθη βασιλιάς, καλόβουλος και δίκιος
και πρόσχαρος, παρά σκληρός και κακοπράχτης να ‘ναι,
αφού το θεϊκό Οδυσσέα κανένας δε θυμάται,
μες στο λαό που σα γονιός μ’ αγάπη τον κυβέρνα.
235 Και δε θαμάζουμαι ετουνούς τους άφοβους μνηστήρες,
που έργατα παράνομα με πονηριές σκαρώνουν·
άν αυτοί τρών και καταλούν του Οδυσσέα το σπίτι,
με τη ζωή τους παίζουνε, και λέν πως χάθη εκείνος.
Μα εσάς τους άλλους, που βουβοί καθόσαστε, και λόγο
240 δε βγάζετε εναντίο τους, να τους καταδαμάστε,
εσείς οι πάμπολλοι, αυτουνούς τους μετρητούς μνηστήρες.»
     Κι ο Λειώκριτος του Ευήνορα γυρίζει κι απαντάει του·
«Μέντορα εσύ, κακόμυαλε και κλούβιε, τί φωνάζεις;
Τούς λες να μάς δαμάσουνε, κι ως τόσο δύσκολό ‘ναι
245 οι λίγοι να χτυπήσουνε πολλούς για φαγοπότι,
Κι άν ο Θιακήσος Οδυσσέας φανερωθή απατός του,
κι από τον πύργο σοφιστή να διώξη τους μνηστήρες,
εκεί που τρωγοπίνουνε τα παλληκάρια αντάμα,
δε θα ‘χαιρε η γυναίκα του που γύρισε ο καλός της,
250 τί μαύρο τέλος θα ‘βρισκε εκεί μέσα πολεμώντας
ένας αυτός με τους πολλούς· μα εσύ σωστά δεν τα ‘πες.
Ελατε τώρα εσείς, παιδιά, σκορπιέστε στις δουλειές σας·
ο Αλιθέρσης τούτονε κι ο Μέντορας άς βάλουν
στο δρόμο του, σαν που ‘ναι δά και γονικοί του φίλοι,
255 Μα εγώ θαρρώ πολύν καιρό θα κάθεται στο Θιάκι
ν’ ακούη μαντάτα, και ποτές δε θα χαρή ταξίδι.»
     Αυτά σαν είπε, σκόρπισε τη συντυχιά με βιάση.
Και σύρανε στο σπίτι του ο καθένας, κι οι μνηστήρες
κατά τον πύργο κίνησαν του θεϊκού Οδυσσέα.
260      Τότες μακριά ο Τηλέμαχος στ’ ακρόγιαλο κατέβη,
τα χέρια θαλασσόνιψε, κι έκαμε δέηση κι είπε·
     «Άκου μ’, εσύ ο θεός, που εχτές στον πύργο ήρθες και μου ‘πες
να πάρω πλοίο και στ’ αχνά τα πέλαα ν’ αρμενίσω,
να μάθω ά γύρισε ο γονιός που λείπει τόσους χρόνους,
265 κι όμως μποδίζουν οι Αχαιοί, και μάλιστα οι μνηστήρες,
που ‘ναι μεγάλη η κάκια τους, περίσσια η περηφάνεια.»
     Αυτά σαν προσευκήθηκε, να, η Αθηνά προβάλλει,
με τη φωνή και το κορμί του Μέντορα αντικρύ του,
και συντυχαίνει του, και λέει με φτερωμένα λόγια·
270      «Τηλέμαχε, άναντρο ή χαζό δε θα σε λέν κατόπι,
άν του γονιού σου η λεβεντιά μέσα σου μνήσκη, κι είσαι
τέτοιος που εκείνος ήτανε και σ’ έργα και σε λόγια·
και τότες το ταξίδι σου δεν πάει χαμένο, θα ‘βγη.
Μ’ άν εκεινού δεν είσαι εσύ γιός και της Πηνελόπης,
275 αυτά που λαχταράς θαρρώ δε θα τα δής να βγούνε.
Λίγα στον κόσμο αυτό παιδιά με τους γονιούς τους μοιάζουν,
χερότεροι είναι οι πιο πολλοί, καλύτεροί ‘ναι λίγοι,
Μα αφού δε θα ‘σαι εσύ άναντρος μηδέ χαζός κατόπι,
κι αφού ποτές δε σ’ άφησε του Οδυσσέα η γνώση,
280 μελέτα το πως τα έργα αυτά εσύ θα τα τελέσης,
κι αψήφα τους τους άμυαλους αυτούς και τις βουλές τους,
τί γνώση αυτοί δεν έχουνε και δίκιο δε γνωρίζουν·
δεν ξέρουν πως ο θάνατος κι η μαύρη τους η μοίρα
είναι κοντά, και θα τους φάη μονήμερα ολονούς τους,
285 Και το ταξίδι που ζητάς πολύ πια δε θ’ αργήση·
τέτοιος σου φίλος πατρικός εγώ ‘μαι, που καράβι
θα σου τοιμάσω γλήγορο, κι ίδιος θα ρθώ μαζί σου,
Πήγαινε, σμίξε τώρα εσύ με τους μνηστήρες σπίτι,
προμήθειες μάζωξε πολλές, και σ’ αγγειά μέσα κλείσ’ τες·
290 μες στις λαγήνες το κρασί, τ’ αλεύρι, το μεδούλι
του κάθε ανθρώπου, σε πετσιά σφιχτοραμμένα βάλ’ το·
κι εγώ πηγαίνω στο λαό συντρόφους να μαζώξω
να ‘ρθουν εθελοντές· πολλά καράβια εδώ στο Θιάκι,
μα θές καινούρια θές παλιά· θα βρώ και θ’ αρματώσω
295 απ’ όλα το πιο διαλεχτό· το ρίχτουμε στο κύμα,
και βγαίνουμε αρμενίζοντας στα διάπλατα πελάγη.»
     Αυτά σαν του είπε η Αθηνά, του Δία η κόρη, εκείνος
ασάλευτος δεν έμεινε στη θεϊκή φωνή της,
μόνε στον πύργο κίνησε με σπλάχνα ταραγμένα,
και βρήκε τους λεβέντηδες μνηστήρες στο παλάτι·
300 γδέρνανε γίδια στην αυλή και χοίρους καψαλίζαν.
Ήρθε ίσια στον Τηλέμαχο γελώντας ο Αντίνος,
και του ‘πιασε το χέρι του, κι ονόμασέ τον κι είπε·
     «Μωρέ Τηλέμαχε λογά, αχαλίνωτε, μη βάζης
στο νου σου τίποτις κακό, μήτ’ έργο, μήτε λόγο,
305 μόν’ κάθισε να φάς να πιής σαν πρώτα. Κι όλα ετούτα
θα σου τα βρούν οι Αχαιοί, καράβι, λαμνοκόπους
καλούς, να φτάσης γλήγορα στη βλογημένη Πύλο,
και να γυρέψης άκουσμα του ξέλαμπρου γονιού σου.»
     Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος του απολογήθη κι είπε·
310 «Αντίνο, δεν μπορώ μ’ εσάς τους περηφανεμένους
σε φαγοπότια να γλεντώ χαζός και δίχως έννοια.
Τάχα δε σώνει που όλοι εσείς τ’ αρίφνητα καλά μου
σκορπίστε τα σαν ήμουνα μωρό παιδί; μα τώρα
που αντρώθηκα, κι ακούγοντας απ’ αλλονούς μαθαίνω,
315 κι όσο πηγαίνει μέσα μου η ψυχή μου δυναμώνει,
μοίρα κακή θ’ αγωνιστώ κι εγώ σ’ εσάς να φέρω,
είτε στην Πύλο τραβηχτώ, ή μείνω εδώ στο Θιάκι,
Θά πάω — κι όχι ανώφελο ταξίδι αυτό — περάτης,
αφού δικά μου πλοία εγώ, δικούς μου λαμνοκόπους
320 δεν έχω, και το κρίνατε κι εσείς ετούτο κάλλιο.»
     Είπε, και σιγοτράβηξε το χέρι από τ’ Αντίνου
την απαλάμη. Στρώνοντας οι άλλοι τα τραπέζια
με λόγια τον κεντούσανε και τόνε περγελούσαν,
κι από τους ξιππασμένους νιούς ένας αυτά λαλούσε·
325      «Και βέβαια κάποιο φονικό ο Τηλέμαχος σκαρώνει,
Πηγαίνει ως την αμμουδερή την Πύλο κι ως στη Σπάρτη,
βοηθούς να φέρη· μέσα του πάθος μεγάλο βράζει·
ίσως κι ως στην παχειά τη γής της Έφυρας τραβήξη,
κι από κεί πέρα βότανα θανατερά μάς φέρη,
330 και στο κροντήρι ρίξη τα κι όλους εδώ μάς σβήση.»
     Και κάποιος άλλος πάλε εκεί τους είπε ξιππασμένος
«Ποιός ξέρει ά δε μάς βγή κι αυτός με κουφωτό καράβι
και σαν τον Οδυσσέα χαθή μακριά από κάθε φίλο;
Ο κόπος θα ‘τανε για μάς σαν πιο πολύς αλήθεια,
335 γιατί θα μοιραζόμασταν το έχει του, κι η μάνα
το σπίτι θα ‘χε με όποιονα την έπαιρνε γυναίκα.»
     Και στου γονιού ο Τηλέμαχος το θάλαμο κατέβη
τον αψηλό και διάπλατο, πόχε σωρούς χρυσάφι
και χάλκωμα, και σεντουκιές φορέματα και μύρα,
340 και που γλυκόπιοτο παλιό κρασί πολλά πιθάρια
στεκόντουσαν ολόγεμα με αγνό πιοτό και θείο,
στον τοίχο αράδα κολλητά, ίσως κι ερθή μιά μέρα
πάλε ο Δυσσέας στον τόπο του, τα πάθια του σαν πάψουν.
Σφιχτά δυό σανιδόφυλλα σφαλνούσανε τη θύρα,
345 και μέρα νύχτα βρίσκουνταν κελάρισσα γυναίκα,
που καθετίς νοιαζότανε με νοικοκυροσύνη,
η Ευρύκλεια, του Ώπα γέννημα, του γιού του Πεισηνόρη,
Τήν έκραξε ο Τηλέμαχος εκεί, κι αυτά της είπε·
     «Έλα, ώ γριά, κρασί γλυκό μες στις λαγήνες χύσε,
350 το νόστιμο, ύστερ’ απ’ αυτό που εσύ φυλάεις για κείνον
τον άμοιρο, το θεόσπαρτο Οδυσσέα, που το ελπίζει
μιά μέρα πως θα ξαναρθή, το θάνατο άν ξεφύγη.
Δώδεκα γέμισε απ’ αυτές και καλοστούπωσέ τις,
βάλε και στα καλόραφτα δερμάτια μέσα αλεύρι,
355 είκοσι μέτρα κάμε τα καρπό μυλαλεσμένο,
και ξέρε τα μονάχη σου. Κι όλα μαζί να τα ‘χης,
τί θα ‘ρθω αποσπερής εγώ να τα σηκώσω, η μάνα
σαν ανεβή στ’ ανώγι της τη νύχτα να πλαγιάση.
Στήν Πύλο την αμμουδερή θα σύρω, και στη Σπάρτη,
360 του αγαπημένου μου γονιού το γυρισμό ίσως μάθω.»
     Έτσ’ είπε, και ξεφώνισε η Ευρύκλεια η παραμάνα,
και κλαίγοντας του λάλησε με φτερωμένα λόγια·
     «Πώς μπήκε τέτοιος λογισμός, παιδάκι μου, στο νου σου;
και πως θα πά να πλανηθής μαθέ στης γής την άκρη
365 εσύ τ’ ακριβοπαίδι μας; Εκείνος πάει πια, χάθη,
ο κύρης σου ο διογέννητος, στα μακρινά τα ξένα.
Άμα εσύ φύγης, όλοι αυτοί θα σοφιστούνε τρόπο
να σε χαλάσουν άξαφνα, και να τα μοιραστούνε.
Στό σπίτι μέσα σύχαζε, τί δε σου πρέπει εσένα
370 στ’ ατρύγητο το πέλαγο να δέρνεσαι γυρνώντας.»
     Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και της κάνει·
«Θάρρος· δεν είν’ αυτά, ώ γριά, χωρίς θεού συνέργεια,
Όμως, ν’ αμώσης πως εσύ λόγο δε λες της μάνας,
εντέκατη ή δωδέκατη ωσότου να ‘ρθη μέρα,
375 ή πρί γυρέψη να με δή, και μάθη πια πως λείπω,
για να μην κλαίγη και χαλνάη την όμορφή της όψη.»
     Αυτα είπε της και του ‘βαλε η γριά μεγάλον όρκο.
Και στους θεούς σαν άμωσε, και πήρε ο όρκος τέλος,
έβγαλε κι έχυσε κρασί στις δώδεκα λαγήνες,
380 και στα καλόραφτα έβαλε δερμάτια μέσα αλεύρι·
και τότες ο Τηλέμαχος ξανάρθε στους μνηστήρες.
     Κατόπι η γαλανόματη η θεά σοφίστηκε άλλο·
μ’ όψη σαν του Τηλέμαχου γυρνώντας μες στη χώρα,
τους άγουρους αντάμωσε, και μίλαε του καθένα,
385 καλώντας τους στ’ ακρόγιαλο να κατεβούν το βράδυ,
κι από του Φρόνη το παιδί ζητάει γοργό καράβι,
τον ξακουστό Νοήμονα, που το ‘ταξέ του αμέσως.
     Κι ο ήλιος σα βασίλεψε κι απόσκιασαν οι δρόμοι,
το πλοίο ρίχτει στο γιαλό, και μέσα τ’ άρμενά του,
390 καθώς τα καλοσκάρωτα καράβια τα ‘χουν πάντα,
και στο λιμάνι τ’ άραξε· γύρω οι λεβέντες νέοι
μαζώχτηκαν, κι η Αθηνά τους έδινε όλους θάρρος.
     Και πάλε η γαλανόματη η θεά σοφίστηκε άλλα·
κατά τον πύργο κίνησε του θεϊκού Οδυσσέα,
395 και τους μνηστήρες περεχάει με ύπνο γλυκό, και ζάλη
τους φέρνει εκεί που πίνουνε, και ρίχτουν τα ποτήρια,
και να πλαγιάσουν ξεκινούν εδώ κι εκεί στη χώρα·
δεν άργησαν, τί βάραινε τα βλέφαρά τους ο ύπνος.
Και του είπε του Τηλέμαχου η θεά η γαλανομάτα,
400 καλώντας τον απέξωθε του ωριοχτισμένου πύργου,
και μοιάζοντας του Μέντορα, λαλιά συνάμα κι όψη·
     «Τηλέμαχε, οι χαλκόποδοι οι συντρόφοι σου εκεί κάτου
προσμένουν όλοι στο κουπί, την προσταγή να δώσης·
πάμε κι εμείς να σμίξουμε, κι άς μην αργοπορούμε.»
405      Αυτά σαν είπε η Αθηνά, ξεκίνησε αυτή πρώτη,
γοργά, κι ακολουθούσε ο νιός στης θέϊσσας τ’ αχνάρια.
Και στο γιαλό σα φτάσανε, που απάντεχε το πλοίο,
εκεί τους μακρομάλληδες συντρόφους ανταμώσαν,
κι ο δυνατός Τηλέμαχος αυτά τους συντυχαίνει·
410      «Πάμε, παιδιά, να φέρουμε εδώ κάτου τις προμήθειες·
όλες στον πύργο βρίσκουνται· η μάνα όμως δεν ξέρει
μήτ’ άλλη δούλα, εξόν η μιά που τ’ άκουσε από μένα.»
     Είπε, και πρώτος κίνησε, κι οι άλλοι ακολουθούσαν,
Και στο γιαλό τα φέρανε, και μες στο πλοίο τα θέσαν,
415 σαν που είπε και παράγγειλε του Οδυσσέα ο γιόκας.
Κι ανέβηκε ο Τηλέμαχος στο πλεούμενο· κυβέρνα
η Αθηνά καθούμενη στην πρύμνη του· σιμά της
κι εκείνος κάθισε· έλυσαν τα παλαμάρια οι άλλοι,
ύστερ’ ανέβηκαν κι αυτοί και στα ζυγά καθίσαν,
420 Και τότες πρύμο στέλνει τους η θεά η γαλανομάτα,
το Ζέφυρο που αχολογά στα μαύρα πέλαα πάνω.
Και πρόσταξε ο Τηλέμαχος καλώντας τους συντρόφους
να πιάσουν τ’ άρμενα· άκουσαν αυτοί την προσταγή του.
Κατάρτι έλατο έστησαν και μπήξανέ το μέσα
425 στο μεσοδόκι το σκαφτό, το δέσανε με ξάρτια,
και με καλόστριφτα λουριά τ’ άσπρα παννιά τραβήξαν.
Φούσκωσε ο αγέρας το πανί στη μέση, και το κύμα
πάς στο κοράκι βρόνταγε καθώς γοργά σκιζόταν·
κι έκοβε δρόμο κι έτρεχε στο πέλαο το καράβι,
430 Και τ’ άρμενα σα δέσανε στο μελανό σκαφί του,
κροντήρια στήσαν, και κρασί καλογεμίζοντάς τα
για τους αθάνατους θεούς και τους αιώνιους χύναν,
μα για τη γαλανόματη κόρη του Δία πρώτα.
     Κι ολονυχτίς και την αυγή έπαιρνε δρόμο εκείνο,

Ραψωδία γ

Τα εν Πυλω.

     Τήν ώρια όταν αφήνοντας τη λίμνη ανέβη ο ήλιος
πρός τον ολόχαλκο ουρανό σε αθάνατους να φέξη,
και στους ανθρώπους τους θνητούς της γής της θροφοδότρας,
σε χώρα φτάναν όμορφη, στην Πύλο του Νηλέα.
5 Κόσμος εκεί στ’ ακρόγιαλα προσφέρνανε θυσίες,
ταύρους ολόμαυρους στης γής το σείστη Ποσειδώνα.
Καθόντανε παρέες εννιά, νομάτοι πεντακόσοι
στην καθεμιά, και ταύροι εννιά στην καθεμιά σφαζόνταν.
Κι ώσπου τα σπλάχνα να γευτούν και τα μεριά να κάψουν
10 για το θεό, αυτοί μπαίνανε και τα πανιά μαζώναν,
Και στάθη το καλόφτιαστο καράβι, κι όξω βγήκαν,
και βγήκε κι ο Τηλέμαχος την Αθηνά ακλουθώντας.
Πρώτη το λόγο αρχίνησε η θεά η γαλανομάτα·
     «Δέν πρέπει εσύ πια ντροπαλός, Τηλέμαχέ μου, να ‘σαι
15 γι’ αυτό τα πέλαα πέρασες, να μάθης, το γονιό σου
ποιό χώμα τόνε σκέπασε, ποιά μοίρα τόνε βρήκε.
Σύρε στ’ αλογοδαμαστή του Νέστορα ίσια τώρα,
να δούμε σαν τί στοχασμούς μες στην καρδιά του κρύβει.
Και παρακάλειε τον εσύ με αλήθεια να μιλήση,
20 αγκαλά ψέμα δε θα πή, γιατί έχει γνώση εκείνος.»
Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και της κάνει·
«Μέντορα, πως να πάω μαθές και να του προσμιλήσω,
που ακόμα είμ’ ασυνήθιστος στα σοβαρά τα λόγια;
Νέος μεγάλο να ρωτάη το ‘χει ντροπής αλήθεια.»
25      Κι η γαλανόματη Αθηνά του απολογήθη κι είπε·
«Τηλέμαχε, άλλα θα τα βρής μονάχος με το νου σου,
άλλα ο θεός θα σου τα πή· τί η μάνα σου δε θα ‘χη
γεννήσει κι αναθρέψει σε χωρίς θεού συμπόνια.»
     Είπε, κι ομπρός η Αθηνά ξεκίνησε με βιάση,
30 και πίσωθε στ’ αχνάρια της ακολουθούσε εκείνος,
Και φτάσανε στων Πυλιωτών τα πανηγύρια μέσα,
που με τους γιούς του εκεί μαζί κι ο Νέστορας καθόταν,
κι ολόγυρα οι συντρόφοι του τοιμάζαν το γιορτάσι,
μέρος κρεάσια ψήνοντας, μέρος σουβλίζοντάς τα,
35 Κι άμα τους ξένους γνάντεψαν, αντάμα όλοι κινούνε,
και σφίγγοντας τα χέρια τους καλούν τους να καθίσουν.
Πρώτος ο γιός του Νέστορα ο Πεισίστρατος ζυγώνει,
παίρνει το χέρι των δυονών, τους φέρνει στο τραπέζι
κι απάς σε μαλακές προβιές στον άμμο τους καθίζει,
40 του Θρασυμήδη του αδελφού και του γονιού του δίπλα.
Από τα σπλάχνα δίνει τους μερίδες, τους γεμίζει
χρυσό ποτήρι με κρασί, και χαιρετώντας κράζει
στην κόρη του αιγιδόσκεπου και Δία, την Παλλάδα·
     «Ευκήσου τώρα, ώ ξένε μου, στο μέγα Ποσειδώνα,
45 που στη γιορτή του τύχατε δωπέρα να βρεθήτε.
Κι όντας του χύσης κι ευκηθής, καθώς είναι συνήθεια,
δός το ποτήρι και του νιού, γλυκό κρασί να χύση,
τί τους αθάνατους κι αυτός θα προσκυνάη· οι ανθρώποι
ανάγκη πάντα των θεών των Ολυμπήσων έχουν.
Όμως αυτός μικρότερος κι ομήλικός μου όντας,
50 εσένα πρώτα δίνω σου τ’ ολόχρυσο ποτήρι.»
     Αυτά είπε, και στα χέρια του το κρασατάσι δίνει.
Κι η Αθηνά το χάρηκε που ο γνωστικός λεβέντης
εκείνης πρώτης το ‘δωσε τ’ ολόχρυσο ποτήρι.
Κι έκανε αμέσως προσευκή του μέγα Ποσειδώνα·
55      «Άκου μας, κοσμοζώστη θεέ, μην αρνηθής μας τα όσα
παρακαλούμε να γενούν. Και πρώτα χάριζε τους
καλοτυχιά του Νέστορα και των παιδιών του αντάμα·
δίνε ύστερα πολύχαρη στους άλλους τους Πυλιώτες
την πλερωμή για τη λαμπρή εκατοβοδιά τους τούτη.
60 Δίνε και του Τηλέμαχου κι εμένανε κατόπι
καλό πατρίδας γυρισμό, σαν τελεστούνε τα όσα
εδώ να πράξουμε ήρθαμε με το γοργό καράβι.»
     Κι αυτά που προσευκότανε μονάχη τα τελούσε·
προσφέρνει του Τηλέμαχου το δίχερο ποτήρι,
65 και του Δυσσέα ο ακριβογιός προσεύκεται κι εκείνος.
Και σάνε ψήσαν κι έσυραν τ’ απόξωθε κοψίδια,
τα μοίρασαν κι αρχίσανε τ’ αρχοντικό τραπέζι.
Κι από φαγί κι από πιοτό σα χόρτασε η καρδιά τους,
ο Γερηνιώτης Νέστορας ο αλογογνώστης είπε·
     «Και τώρα κάλλιο άς ρωτηθούν οι ξένοι αυτοί ποιοί να ‘ναι,
70 μιάς και φραθήκανε θροφή. Πήτε μας, ποιοί είστε, ώ ξένοι;
ποπούθε ταξιδέψατε τους πελαγήσους δρόμους;
τάχα δουλειά σάς έφερε, ή εδώ κι εκεί πλανιέστε
στις θάλασσες, σαν πειρατές που τριγυρνούν και φέρνουν,
με της ζωής τους κίνδυνο, ζημιά σε ξένον κόσμο;»
75      Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος αυτά του απολογήθη,
με θάρρος που ίδια της η θεά του το ‘βαλε στο νου του,
μαντάτα του χαμένου του γονιού για να γυρέψη,
κι όνομα σύγκαιρα λαμπρό στον κόσμο για να βγάλη.
     «Νέστορα, του Νηλέα ώ γιέ, των Αχαιών καμάρι,
80 ποπούθε ερχόμαστε ρωτάς, αυτό θα σου ορμηνέψω.
Από το Θιάκι ερχόμαστε, ποκάτω από το Νείο,
για ανάγκη που όχι του λαού, παρά δική μας είναι.
Νά μάθω που ‘ναι ο κύρης μου, τη φήμη του ακλουθώντας,
του καρτερόψυχου Οδυσσέα, που έναν καιρό μαζί σου
85 λέν πολεμώντας κούρσεψε τη χώρα της Τρωάδας.
Κάθε άλλος που πολέμησε τους Τρωαδίτες τότες,
τ’ ακούσαμε το τέλος του και την κακή του μοίρα·
ως τόσο εκείνου το χαμό τον κρύβει ο γιός του Κρόνου,
και δεν μπορεί κανείς να πή σωστά το που αφανίστη,
90 άν έπεσε μαθέ στεριάς από εχτρικό κοντάρι,
ή τ’ άγρια άν τόνε φάγανε νερά της Αμφιτρίτης.
Γι’ αυτό δά τώρα πέφτω σου στα γόνατα, να μάθω
σαν ποιό ‘τανε το τέλος του κι η κακοθανατιά του,
μα ή τα ‘δες με τα μάτια σου, ή απ’ άλλον άκουσές τα
95 τί η μάνα τόνε γέννησε για βάσανα περίσσια.
Και μη μου τα μισομιλάς από συμπόνια ή σέβας,
μόν’ πές μου τα ίσια, καταπώς τα μάτια σου τον είδαν.
Παρακαλώ σε, άν ο λαμπρός γονιός μου ο Οδυσσέας
ή λόγο ή πράξη σου ‘ταξε και τέλεσε στην Τροία,
100 εκεί που αρίθμητα δεινά στους Αχαιούς πλακώσαν,
θυμήσου τα την ώρα αυτή, και πές μου την αλήθεια.»
     Κι ο Γερηνιώτης Νέστορας ο αλογογνώστης του είπε·
«Φίλε μου, αφού μου θύμισες τα πάθια που εκεί τότες
τραβήξαμε των Αχαιών τ’ ακράτητα εμείς τέκνα,
105 κι όσα στα πέλαγα τ’ αχνά γυρνώντας με καράβια,
σα βγαίναμε στα λάφυρα τον Αχιλλέα ακλουθώντας,
και πάλε γύρω στο καστρί του Πρίαμου του ρήγα
σαν πολεμούσαμε· όλοι εκεί οι καλύτεροί μας πήγαν.
Εκεί ο λεβέντης ο Αίαντας, εκεί κι ο Αχιλλέας,
110 κι ο Πάτροκλος, που με θεούς μπόρειε να βγή στη γνώση,
εκεί κι ο γιός μου ο ακριβός, το παλληκάρι τ’ άξιο,
ο Αντίλοχος, ο ξακουστός στο δρόμο και στη μάχη.
Κι άλλα πολλά παθήματα κοντά σ’ αυτά μάς βρήκαν·
μα ποιός θνητός ,θα δύνονταν αυτά να τα ιστορήση;
115 Και πέντε κι έξη άν έμνησκες χρόνους εδώ ρωτώντας,
να μάθης τα όσα πόφεραν οι Αχαιοί οι λεβέντες,
βαριεστημένος κι άμαθος στον τόπο σου θα γύρνας.
Χρόνους εννιά τους πλέχναμε χαμό με μύριες τέχνες,
και μετά βίας του Κρόνου ο γιός τον έφερε σε τέλος.
120 Μέ τον τρανό Οδυσσέα κανείς στη γνώμη δε μπορούσε
να παραβγή, που πάντα αυτός έβγαιν’ απ’ όλους πρώτος
σε πάσα τέχνη, ο κύρης σου, άν είσαι εσύ στ’ αλήθεια
παιδί του εκείνου· ξαφνισμός με παίρνει σαν κοιτώ σε.
Μοιάζει η μιλιά σας, μα το ναί, και θα ‘λεγες πως νέος
125 με τόση γνώση γέρικη δεν μπόρειε να μιλήση.
Ποτές οι δυό μας, ο λαμπρός Δυσσέας κι εγώ, να βγούμε
ασύφωνοι σε συντυχιά ή βουλή δεν έτυχέ μας,
παρά μιά γνώμη δείχνοντας, με στοχασιά και σκέψη
τί τους Αργίτες σύφερνε πασκίζαμε να βρούμε.
130 Μα σαν τη διαγουμίσαμε του Πρίαμου τη χώρα,
και στα καράβια μπήκαμε, και θεός τους σκόρπιζε όλους
τους Αχαιούς, κακό ερχομό μάς μελετούσε ο Δίας,
γιατί όλοι τους δεν ήτανε στοχαστικοί και δίκιοι,
και σε πολλούς τους έπεσε σα φοβερή κατάρα
135 η οργή της γαλανόματης του Δία θυγατέρας,
που σκόρπισε διχογνωμιά στους δυό τους γιούς του Ατρέα.
Σέ σύναξη καλέσανε τα πλήθη αυτοί, του κάκου,
και ξώκαιρα, σαν έγερνε κατά το βράδυ ο ήλιος,
κι ήρθαν των Αχαιών οι γιοί κρασί βαριοπιωμένοι,
140 κι εκείνοι τους ξηγούσανε γιατί συνάξανέ τους.
Τούς έλεγε ο Μενέλαος τους Αχαιούς να σύρουν
στον τόπο τους, τις διάπλατες τις θάλασσες περνώντας·
ως τόσο ο Αγαμέμνονας μη στέργοντας, τους κράτα,
για να τελέση της θεάς ιερές θυσίες πρώτα,
145 τη μάνητά της θέλοντας μ’ αυτές να μαλακώση.
Κλούβιος, και δεν το γνώριζε πως δεν τη μεταπείθει,
γιατί έτσι των αθάνατων η γνώμη δε γυρίζει.
Κι οι δυό καθώς στεκόντανε βαριά λογομαχώντας,
σηκώθηκαν οι Αχαιοί με χλαλοή μεγάλη,
150 και χωριστήκανε σε δυό ταράφια από δυό γνώμες.
Ένας τον άλλο οχτρεύοντας πλαγιάσαμε τη νύχτα,
τί ο Δίας μάς μαγείρευε κακό και μαύρο τέλος.
Μα την αυγή τραβήξαμε στη θάλασσα τα πλοία,
και μέσα κι οι βαθιόζωνες γυναίκες με τα πλούτια.
155 Ως τόσο μείνανε οι μισοί κοντά στον Αγαμέμνο,
του Ατρέα το γιό, το βασιλιά,κι οι άλλοι στα καράβια.
Και τα καράβια αρμένιζαν ολόπρυμα, τί κάποιος
τότες θεός μάς έστρωνε τα τρίσβαθα πελάγη.
Στήν Τένεδο σαν ήρθαμε, γυρνώντας στην πατρίδα,
160 σφαχτά προσφέραμε των θεών μα ο άσπλαχνος ο Δίας
δεν έστεργε να φτάσουμε, μόνε κακές διχόνοιες
πάλε μάς έσπερνε. Πολλοί γυρίσανε ξοπίσω
με τα καράβια τα γερτά, το βασιλιά ακλουθώντας
τον Οδυσσέα, το γνωστικό και τον πολυτεχνίτη,
να μη χαλάσουν την καρδιά του αφέντη του Αγαμέμνου·
165 ως τόσο μ’ όσα εγώ όριζα, λίγα πολλά καράβια,
ξεκίνησα να φύγουμε, τί τα ‘νιωθα τα πάθια
που ο θεός μάς κρυφοτοίμαζε στο λογισμό του μέσα.
Ετσι κι ο πολεμόχαρος γιός του Τυδέα κινούσε,
και τους συντρόφους του έπαιρνε. Και λίγο αργότερά μας
να κι ο Μενέλαος ο ξανθός προφταίνει πρός τη Λέσβο,
εκεί που μελετούσαμε το μακρινό ταξίδι,
170 άν παραπάνω από τη Χιό τη βράχινη θα βγούμε,
πρός την Ψυριά, από τα ζερβά ετούτη αφήνοντάς την,
ή κάτω, πρός το Μίμαντα τον ανεμοδαρμένο.
Και του θεού ζητήσαμε σημάδι, και μάς ήρθε·
να σκίσουμε το πέλαγο, μάς έλεγε, ως την Εύβοια,
175 γλήγορο άν θέμε γλυτωμό από βάσανα μεγάλα.
Φύσηξε πρύμος άνεμος, και τρέξαν τα καράβια
μες στα ψαράτα πέλαγα, κι αράξαμε τη νύχτα
στη Γεραιστό· πολλών εκεί του Ποσειδώνα ταύρων
μεριά του κάψαμε ύστερα από τόσου πέλαου δρόμο.
Σάν ήρθε η μέρα η τέταρτη, οι συντρόφοι του Διομήδη
180 του αλογοδαμαστή, του γιού του ηρωϊκού Τυδέα,
μες στ’ Άργος φέρναν κι άραζαν τα ωραία τους καράβια·
ως τόσο για την Πύλο εγώ τραβούσα, κι ολοένα
φυσούσε ο ούριος άνεμος που ο θεός είχε σταλμένο.
Ετσι ήρθα, γιέ μου, ανήξερος, κι ακόμα δε γνωρίζω
185 ποιοί τότες γλύτωσαν, και ποιοί χαθήκανε και πήγαν.
Μα όσα μες στους πύργους μου κάθουμ’ εδώ κι ακούγω,
θα τα ‘χης με την τάξη τους και δε θα σου τα κρύψω.
Ήρθανε, λέν, του κονταριού οι τεχνίτες Μυρμιδόνες,
που ο γιός του μεγαλόψυχου Αχιλλέα τους οδηγούσε,
190 ήρθε κι ο δοξαστός ο γιός του Ποία ο Φιλοχτήτης.
Κι ο Ιδομενέας κατέβασε στην Κρήτη τους δικούς του,
όσοι από μάχες γλύτωσαν και κύμα δεν τους πήρε.
Γιά του Ατρέα το γιό κι εσείς θ’ ακούσατε μακριάθε,
πως ήρθε, και πως ο Αίγιστος φριχτό του φύλαε τέλος.
195 Όμως κι αυτός το πλέρωσε πολύ πικρά, και βλέπεις
πόσο καλό ‘ναι απόγονο ν’ αφήνη όποιος πεθαίνει
σαν κείνον που γδικιώθηκε τον Αίγιστο τον πλάνο,
που το γονιό του χάλασε τον πολυδοξασμένο.
Κι εσύ, καλέ μου, που όμορφο σε βλέπω και μεγάλο,
200 να γίνης και παλληκαράς, να σε παινούν κατόπι.»
     Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος αυτά του απολογήθη·
«Νέστορα, του Νηλέα γιέ, των Αχαιών καμάρι,
καλά τόνε γδικιώθηκε, κι οι Αχαιοί θ’ απλώσουν
τη φήμη του ν’ ακούγεται χρόνους πολλούς κατόπι.
205 Μακάρι τόση δύναμη κι εμένα οι θεοί να δίναν,
να γδικιωθώ τις αδικιές των άσπλαχνων μνηστήρων,
που με περίσσια αδιαντροπιά λογής κακά μου πλέχνουν.
Μα τέτοιο ριζικό οι θεοί δε δώκαν του γονιού μου
κι εμένανε, κι απομονή να κάμω πρέπει τώρα.»
210      Κι ο Γερηνιώτης Νέστορας ο αλογατάς του κάνει·
«Φίλε μου, μιάς και τέτοια εσύ μου θύμισες και μου ‘πες,
λένε πως περισσοί γαμπροί τη μάνα σου ζητώντας,
μέσα στους πύργους σου δουλειές και βάσανα σκαρώνουν.
Πές μου, ήθελες και τα τραβάς, ή τάχα ο κόσμος όλος
215 σ’ οχτρεύεται, κάποιου θεού κρυφή φωνή ακλουθώντας;
Ποιός ξέρει εκειός ά δεν ερθή και δεν τους τα πλερώση,
ή μοναχός του, ή και μαζί με τους Αχαιούς μιάν ώρα;
Τί η γαλανόματη Αθηνά κι εσένα άν αγαπούσε
καθώς πονούσε έναν καιρό τον ξακουστό Οδυσσέα
220 στην Τροία, εκεί που όλους μας πολλά μάς τρώγαν πάθια,
— δεν είδα, αλήθεια, αθάνατο τόση να δείχνη αγάπη
όση έδειχνέ του φανερά η Αθηνά η Παλλάδα, —
έτσι κι εσένα, άν ήθελε να σε πονή στο νου της,
πολλοί τους θα ξεχνούσανε του γάμου τη λαχτάρα.»
225      Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος απολογήθη κι είπε.
«Δέν το πιστεύω, γέροντα, να τελεστή το μου ‘πες·
μεγάλος λόγος, που το νου σαστίζει· δεν το ‘λπίζω
τέτοιο ‘να πράμα να γενή κι άν οι θεοι θελήσουν.»
     Κι η γαλανόματη θεά γυρίζει και του κάνει·
230 «Τί λόγια από τα χείλη σου, Τηλέμαχε, ξεφύγαν;
Θεός άν θέλη, το θνητό κι από μακριά γλυτώνει.
Κάλλια ‘χα να τυραννιστώ κι αρίθμητα να πάθω,
πατρίδα ως που να ξαναδώ και γυρισμό να νιώσω,
παρά όπως ο Αγαμέμνονας να βρώ χαμό στο σπίτι,
235 που θύμα πήγε του Αίγιστου και του άπιστου ταιριού του.
Τί από παρόμοιο θάνατο μήτε οι θεοί του Ολυμπου
αγαπημένο τους θνητό δε δύνουνται να σώσουν,
του χάρου του τεντόκορμου σαν τον πλακώσ’ η μοίρα.»
     Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και της κρένει·
240 «Μέντορ’, αυτά άς τα πάψουμε, πολύς κι άν είναι ο πόνος·
δεν έχει εκείνος γυρισμό· οι αθάνατοι πια τώρα
το θάνατο του ορίσανε και την κακή του μοίρα.
Τώρα άλλο εγώ του Νέστορα θα πω και θα ρωτήξω,
τί κρίνει και κατέχει αυτός όσο κανένας άλλος·
245 τρείς λένε πως βασίλεψε γενεές αυτός ανθρώπων,
και σαν αθάνατος σφαντάει σαν του κοιτώ την όψη.
Νέστορα, του Νηλέα γιέ, πές μου όλη την αλήθεια·
πως πέθανε ο Αγαμέμνονας ο μέγας γιός του Ατρέα;
και που ήτανε ο Μενέλαος; σαν τί το μαύρο τέλος
που ο πονηρός ο Αίγιστος σοφίστηκε και βρήκε,
250 για να ξεκάμη αντίμαχο πολύ καλύτερό του;
ή να ‘λειπε ο Μενέλαος, και κάπου αλλού πλανιόταν,
κι εκείνος ξεθαρρεύτηκε και σκότωσε το ρήγα;»
     Κι ο Γερηνιώτης Νέστορας ο αλογατάς του κρένει·
«Όλα σωστά κι αληθινά θα σου τα πω, παιδί μου.
255 Και μόνος σου φαντάζεσαι το πως αυτά θα βγαίναν,
ά ζούσε ακόμα ο Αίγιστος μες στα παλάτια εκείνα,
τότες που γύρισε ο ξανθός Μενέλαος απ’ την Τροία·
ως μήτε γής δε θα ‘ριχταν απάς στο λείψανο του,
παρά θα τόνε τρώγανε πετάμενα και σκύλοι,
260 μέσα στων κάμπων τις ρημιές, αλάργ’ από τη χώρα,
και μήτε θα τον έκλαιγε ποτές Αχαιοπούλα
κατόπι τέτοιο κάμωμα· που εμείς εκεί με μύριους
αγώνες τυραννιόμασταν, κι ετούτος φωλιασμένος
μες στ’ Άργος τ’ αλογόθροφο προσπάθειε με τα λόγια
το ταίρι του Αγαμέμνονα κρυφά να ξελογιάση.
265 Ως τόσο αρνιόταν τ’ άπρεπο το κάμωμα η πανώρια
η Κλυταιμνήστρα στην αρχή, τ’ είχε καλή τη γνώμη.
Σιμά της κι ο τραγουδιστής αγρύπνα, που ο Ατρείδης
να τη φυλάη παράγγειλε μισεύοντας στην Τροία.
Μα τότες που οι αθάνατοι ψηφίσαν το χαμό της,
270 τον παίρνει τον τραγουδιστή σε ρημονήσι εκείνος,
κι αφήνοντάς τον να γενή ξεφάντωμα των όρνιων,
τη φέρνει σπίτι πρόθυμη καθώς κι ο ίδιος ήταν.
Αρίθμητα έψησε μεριά πάς στους βωμούς των θεώνε,
μύρια στολίδια κρέμασε, και τούλια και χρυσάφια,
275 που τέτοιο πράμα ανόλπιστο και μέγα έβγαλε πέρα.
Ως τόσο από την Τροία εμείς ερχάμενοι, του Ατρέα
ο γιός κι εγώ, οι δυό βλάμηδες, περνούσαμε το κύμα·
όμως στο Σούνι, το ιερό σα φτάσαμε ακρωτήρι
των Αθηνώνε, ολόξαφνα ο Απόλλωνας ο, Φοίβος
280 το δόλιο του Μενέλαου χτυπάει καραβοκύρη,
με τις λαμπρές του σαϊτιές, και τη ζωή του παίρνει,
εκεί που κράταε του γοργού του καραβιού το δοιάκι,
το Φρόντη του Ονήτορα, που τους ξεπέρναε όλους
σε καραβιού κυβέρνημα σα μάνιαζε ανεμούρα.
Έτσι μποδίστη ο δρόμος του, πολλή κι άν είχε βιάση,
285 σε φίλο θέλοντας νεκρό στερνές τιμές να δώση,
Μα όταν κι αυτός στα μελανά τα πέλαγα όξω βγήκε
με τα γοργά καράβια του, και στο βουνό Μαλέα
κατέβηκε αρμενίζοντας, τότες φριχτό ταξίδι
ο Δίας ο βροντόφωνος του τοίμασε, με ανέμους
που σφυριχτοί φυσούσανε, και κύματα σηκώναν
290 μέσα στην άγρια θάλασσα, πελώρια ίσαμε όρη.
Και χώρισε τα πλοία σε δυό· μέρος στην Κρήτη πέσαν,
που κατοικούν οι Κύδωνες στους όχτους του Ιαρδάνου.
Εκεί γκρεμνός πρός το γιαλό γλιστρός αψηλοστέκει
στης Γόρτυνας τα πέρατα, κι ομπρος στ’ αχνά πελάγη·
295 αυτού, πρός τη Φαιστό μεριά, φυσάει Νοτιάς κι αμπώθει
μεγάλο κύμα στο ζερβό τον κάβο· πέτρα τότες
πίσω το διώχνει μικρουλή το κύμα το μεγάλο.
Εκεί τα πλοία ξέπεσαν και σπάσανε στα βράχια
και μετά βίας από χαμό γλυτώσανε οι ανθρώποι·
τα πέντε όμως μαυρόπλωρα καράβια που σωθήκαν,
300 τα τράβηξε στην Αίγυπτο της τρικυμιάς η φόρα.
Πολύ εκεί βιός συνάζοντας και μάλαμα ο Μενέλαος,
με τα καράβια γύριζε σε αλλόγλωσσους ανθρώπους·
στ’ Άργος ως τόσο ο Αίγιστος φριχτούς σκοπούς τελώντας,
τον Αγαμέμνονα έσφαξε και δάμασε τη χώρα.
305 Χρόνους εφτά βασίλεψε μες στη χρυσή Μυκήνη,
μα στους οχτώ πλακώνοντας απ’ την Αθήνα ο Ορέστης,
κόβει τον πονηρό φονιά του δοξαστού γονιού του,
και στους Αργίτες έδωσε το νεκρικό τραπέζι,
310 και για τον άναντρο Αίγιστο και για την έρμη μάνα.
Τήν ίδια μέρα του ‘ρχεται κι ο αντρόφωνος Μενέλαος,
με πράματα όσα δύνουνταν τα πλοία του να σηκώσουν.
Φίλε, κι εσύ πολύ μακριά στα ξένα μην πλανιέσαι,
και βιός με τέτοιους άτιμους στο σπίτι μην αφήνης,
315 μη σου τα φάνε, και σου βγή του κάκου αυτός ο δρόμος.
Ως τόσο συβουλεύω σε να σύρης στου Μενέλαου,
που είναι ότ’ ήρθε από λαούς που γυρισμό δε βλέπεις,
320 μιάς κι απ’ ανέμους πλανηθής σ’ όμοια μεγάλα κι άγρια
πελάγη, που μήτε πουλιά στο χρόνο· δε γυρνάνε.
Τράβα με το καράβι σου και με τη συντροφιά σου,
ή άν προτιμάς από στεριάς, να, αλόγατα κι αμάξι·
συνταξιδιώτες έπαρε τους γιούς μου, να σε φέρουν
325 στην ώρια Λακεδαίμονα που ‘ναι ο ξανθός Μενέλαος.
Κι ατός σου παρακάλειε τον να σου πή την αλήθεια,
αγκαλά ψέμα δε θα πή, τί έχει περίσσια γνώση.»
     Είπε· με το βασίλεμα πέφτει σκοτάδι ως τόσο,
330 και τότες λέει του Νέστορα η θεά η γαλανομάτα·
     «Σωστά μάς τα ‘πες, γέροντα· όμως τις γλώσσες κόψτε,
και βάλτε στο κρασί νερό, κι αφού στον Ποσειδώνα
και στους λοιπούς αθάνατους στάξουμε στάλες, τότες
άς πάμε και για πλάγιασμα, τί η ώρα του ζυγώνει.
335 Τό φώς στα σκότη χάνεται, και δεν πολυταιριάζει
να το παρατραβήξουμε σε θεϊκό τραπέζι.»
     Είπε του Δία η κόρη αυτά, κι οι άλλοι την ακούσαν,
Τότες νερό τους έχυσαν οι κήρυκες στα χέρια,
κι οι νέοι στεφανώσαντας με το κρασί κροντήρια,
340 κάθε ποτήρι γέμισαν την απαρχή αφού στάξαν·
ρίξαν τις γλώσσες στη φωτιά, κι αφού σταθήκαν όρθιοι,
κι έσταξαν στάλες κι ήπιανε όσο ήθελε η καρδιά τους,
ο θεόμορφος Τηλέμαχος κι η Αθηνά μαζί του,
κατά το πλοίο το κουφωτό κινήσανε, μα πίσω
345 ο Νέστορας τους κράτησε τους δυό, κι αυτά τους είπε·
     «Ο Δίας κι οι άλλοι αθάνατοι θεοί να μην το δώσουν
εσείς να πάτε στο γοργό καράβι από τα μένα,
σαν από κάποιονε γυμνό κι ολόφτωχο στ’ αλήθεια,
που χράμια και παπλώματα στο σπίτι του δεν έχει,
350 για να κοιμάται μαλακά κι αυτός κι οι ξένοι που έρθουν,
Μα εδώ κι από παπλώματα κι απ’ ώρια χράμια βρίσκει.
Ποτές ο γιός του άντρα εκεινού, του θεϊκού Οδυσσέα,
δε θα πλαγιάση ακοίταχτος σε καραβιού σανίδια,
όσο εγώ ζώ, και τέκνα μου στον πύργο μου απομνήσκουν,
355 τους ξένους να φιλεύουνε που τύχη εδώ να ρθούνε.
Κι η γαλανόματη θεά του κρένει τότε εκείνου·
     «Φρόνιμα τα ‘πες, γέρο, αυτά, και πρέπει να σ’ ακούση,
και να ‘ρθη στα παλάτια σου ο Τηλέμαχος τη νύχτα.
360 Εγώ στο μαύρο πλοίο τραβώ να κράξω τους συντρόφους,
και το ‘να τ’ άλλο να τους πω σα μεγαλύτερός τους.
Όλοι απ’ αγάπη οι νέοι αυτοί κι οι συνομήλικοί του
το μεγαλόψυχο ως εδώ Τηλέμαχο ακλουθήσαν.
365 Εκεί λοιπόν εγώ, σιμά στο μαύρο πλοίο πλαγιάζω,
και την αυγή στους Καύκωνες μισεύω, τους λεβέντες,
που κάποιο χρέος μου χρωστούν, κι όχι καινούργιο χρέος,
μήτε μικρό, κι ετούτονε, στους πύργους σου μιάς κι ήρθε,
μ’ αμάξι ο γιός σου άς πάρη τον, κι αλόγατα του δίνεις,
370 τα πιο αλαφρά στο τρέξιμο, τα πιο γερά στο πόδι.»
     Αυτά σαν είπε η Αθηνά η γαλανοματούσα,
έγινε αϊτός και πέταξε· κι όσοι είδαν ξαφνιστήκαν.
Ίδιος ο γέρος σάστισε τηρώντας τέτοιο θάμα,
και πιάνει του Τηλέμαχου το χέρι και του κρένει·
375      «Ώ φίλε, εσύ μήτε κακός μήτ’ άναντρος δε θα ‘σαι,
αφού θεοί στη νιότη σου οδηγοί σε ακολουθάνε.
Και του Όλυμπου άλλος κάτοικος δεν είναι ετούτος, μόνε
η κόρη η τριτογέννητη κι η δοξαστή του Δία,
που απ’ τους Αργίτες ξέχωρα τον κύρη σου τιμούσε.
380 Η χάρη σου, ώ βασίλισσα, λαμπρή άς μάς φέρνη δόξα,
κι εμένα, και στα τέκνα μου, και στο καλό μου ταίρι·
κι εγώ μιά πλατομέτωπη δαμάλα θα σου σφάξω,
χρονιάρικη, που σε ζυγό δεν μπήκε ανθρώπου ακόμα.
και θα τη σφάξω, αφού καλά τα κέρατα χρυσώσω.»
385      Αυτά είπε, και την προσευκή συνάκουσε η Παλλάδα.
Κι ο Γερηνιώτης Νέστορας ξεκίνησε ως στα ώρια
παλάτια του, με τους γαμπρούς κατόπι και τους γιούς του.
Και φτάνοντας στα ξακουστά του βασιλέα παλάτια,
αράδα σ’ έδρες και θρονιά καθίσανε, κι ο γέρος
390 κροντήρι σμίγει τους κρασί γλυκόπιοτο, που χρόνους
το ‘χε έντεκα η κελάρισσα, και τώρα τ’ άνοιγέ τους,
Αυτό τους έσμιξε να πιούν, και στάλα έχυσε χάμου,
μ’ ευκές στου αιγιδόσκεπου του Δία τη θυγατέρα.
395      Και στους θεούς σαν έσταξαν κι ήπιαν όσο αγαπούσαν,
κινήσανε για πλάγιασμα στο σπίτι του ο καθένας,
μα τον Τηλέμαχο, το γιό του θεϊκού Οδυσσέα,
ο αλογολάτης Νέστορας τον κοίμισε στου πύργου
τη σάλα την πολύβοη, σε τορνευτό κλινάρι,
400 με πλάγι τον Πεισίστρατο, το λυγερό λεβέντη,
που όντας ακόμα ανύπαντρος στου κύρη κατοικούσε.
Ίδιος ο γέρος πλάγιασε στα ολόβαθα του πύργου,
σαν έσιαξέ του η σύγκλινη στρωσίδια και κλινάρι.
     Έφεξ’ η ροδοδάχτυλη της νύχτας κόρη Αυγούλα,
405 κι ο αλογολάτης Νέστορας σηκώθη από την κλίνη,
κι ήρθ’ όξωθε και κάθισε στα σκαλιστά λιθάρια,
που ολόμπροστα στις αψηλές βρισκόντουσαν τις θύρες,
άσπρα, γυαλιστερά. Εκεί καθόταν κι ο Νηλέας
στα παλιά χρόνια, που ήτανε στη γνώση θεός μονάχος.
410 Όμως εκειόνε ο θάνατος τον έφερε στον Άδη,
και τώρα φύλακας εκεί των Αχαιών καθόταν
ο ρήγας Νέστορας· σιμά κι οι γιοί του μαζευτήκαν,
από την κλίνη ότ’ ήρθανε· ο Εχέφρονας, ο Στράτης,
με τον Περσέα ο Άρητος, κι ο ομοιόθεος Θρασυμήδης.
415 Αδέρφι έχτο ο ήρωας Πεισίστρατος τους ήρθε,
κι αντάμα το θεόμοιαστο Τηλέμαχο σα βάλαν,
ο αλογολάτης Νέστορας αρχίζει, ο Γερηνιώτης·
     «Παιδιά μου, γλήγορα άς γενή η αποθυμιά μου ετούτη,
την Αθηνά από τους θεούς να ξιλεώσω πρώτη,
420 που μου ‘ρθεν ολοφάνερη πάς στο λαμπρό τραπέζι.
Ένας να τρέξη στη βοσκή να βρή καλή δαμάλα,
που ο αγελαδάρης ως εδώ κεντώντας θα τη φέρη·
στο πλοίο του μεγαλόψυχου Τηλέμαχου άς πάη άλλος,
να φέρη τους συντρόφους του, και μόνε δυό άς αφήση·
425 τρίτος εδώ το χρυσοχό Λαέρκη να ‘ρθη άς κράξη,
του δαμαλιού τα κέρατα για να μαλαματώση.
Μείνετ’ οι άλλοι εσείς αυτού, και στα παλάτια μέσα
τραπέζια να τοιμάσουνε στις παρακόρες πήτε,
να φέρουν και καθίσματα, ξύλα, νερό καθάριο.»
430      Αυτά είπε, κι όλοι τρέξανε· κι ήρθε η δαμάλα απέξω,
ήρθαν του μεγαλόψυχου Τηλέμαχου οι συντρόφοι
απ’ το καράβι το γερό, ήρθε ο χαλκιάς κρατώντας
στα χέρια του τα σύνεργα της χρυσικής· αμόνι,
σφυρί, καλόφτιαστη μασιά. Ν’ αποδεχτή ζυγώνει
435 την προσφορά κι η Αθηνά· δίνει χρυσάφι ο γέρος·
δουλεύει το και χύνει το στα κέρατα ο τεχνίτης,
για να χαρή τηρώντας το η Αθηνά, και σέρνουν
από τα κέρατα το ζώ ο Εχέφρονας κι ο Στράτης.
440 Κι έφερνε ο Άρητος νερό σε πλουμιστό λεγένι,
τριφτό κριθάρι πανεριά κρατώντας στ’ άλλο χέρι·
πελέκι κράταε κοφτερό ο λεβέντης Θρασυμήδης,
το ζώ να κόψη. Σήκωνε ο Περσέας τη γαβάθα,
κι ο γέρος με το νίψιμο και το τριφτό κριθάρι
445 έκανε αρχή και τη θεά θερμοπαρακαλούσε,
στη φλόγα απάνω ρίχνοντας του κεφαλιού τις τρίχες.
     Και σάνε προσευκήθηκαν κριθάρι πασπαλώντας,
τότες του Νέστορα μεμιάς ο γιός ο αντρειωμένος
ο Θρασυμήδης ζύγωσε και βάρεσε· τα νεύρα
450 κόβουντ’ αμέσως του ζνιχιού, και παραλεί η δαμάλα·
κόρες και νύφες σκούζουνε, σκούζει κι η Ευρυδίκη,
του Κλύμενου η πρωτότοκη, του Νέστορα το ταίρι,
Κι οι άλλοι καθώς κράταγαν το ζώ ανασηκωμένο,
τους το ‘σφαξε ο Πεισίστρατος, το πρώτο παλληκάρι.
455 Κι από τα κόκκαλα η ψυχή με το αίμα σαν του βγήκε,
μεμιάς το κομματιάσανε και τα μεριά λιανίσαν,
όλα σωστά· τα τύλιξαν με σκέπη, τα διπλώσαν,
ωμά κομμάτια από παντού τους θέσανε, κι ο γέρος
στις σκίζες τα ‘καιε με κρασί φλογάτο ραίνοντάς τα·
460 κι οι νέοι τα πεντόσουβλα κρατούσανε σιμά του.
Και σαν καήκαν τα μεριά και γεύτηκαν τα σπλάχνα,
κόψαν και τ’ άλλα, στο σουβλί τα πέρασαν, και τότες
τα ψήσανε, τα μυτερά σουβλιά ‘χοντας στα χέρια.
     Και του Τηλέμαχου λουτρό του δίνει η Πολυκάστη,
465 κόρη στερνή του Νέστορα, του γόνου του Νηλέα.
Και σαν τόνε καλόλουσε, τον άλειψε με λάδι,
και μ’ όμορφο τον έντυσε χιτώνα και χλαμύδα,
που βγήκε από το λούσιμο με τους θεούς παρόμοιος
και πήγε κάθισε σιμά στο Νέστορα το ρήγα.
470 Και τ’ αποπάνω κρέατα σαν ψήσαν και τα βγάλαν,
στο φαγοπότι κάθισαν, και τίμια παλληκάρια
σκωθήκαν και κερνούσανε με τα χρυσά ποτήρια.
Κι από φαγί κι από πιοτό σα φράθηκε η καρδιά τους,
αυτά τα λόγια ο Νέστορας τους είπε ο αλογολάτης.
475      «Παιδιά μου, του Τηλέμαχου φέρτε μεμιάς και ζέψτε
τα ωριότριχα τ’ αλόγατα, να καλοταξιδέψη.»
     Αυτά είπε, και τον άκουσαν, κι ευτύς στ’ αμάξι ζέψαν
τ’ αλόγατα τα γλήγορα. Κελάρισσα τους βάζει
480 ψωμί, προσφάγι και κρασί, σαν πόχουν οι ρηγάδες.
Πάς στ’ ώριο αμάξι ανέβηκε ο Τηλέμαχος, και δίπλα
ο ασίκης ο Πεισίστρατος τα χαλινάρια πήρε
και τ’ άλογα μαστίγωσε· πρόθυμ’ αυτά πετάξαν
στους κάμπους, πίσω αφήνοντας την αψηλή την Πύλο.
485 Πάς στα λαιμά τους ο ζυγός ολημερίς κουνούσε,
μα ο ήλιος σα βασίλεψε, κι απόσκιωναν οι δρόμοι,
στις Φήρες σταματήσανε, στους πύργους του Διοκλέα,
που ήτανε γιός του Ορσίλοχου, και που τ’ Αλφειού ήταν ‘γγόνι.
490 Εκεί ξενύχτησαν, κι αυτός φιλόξενα τους δέχτη.
     Έφεξ’ η ροδοδάχτυλη της νύχτας κόρη Αυγούλα,
ζέψανε, κι ανεβήκανε στ’ ωριόφαντο τ’ αμάξι,
κι αφήκανε τα ξώθυρα του βουητερού του πύργου·
δίνει βιτσιά στ’ αλόγατα, κι αυτά γοργοπετάξαν,
495 κι ίσια στους κάμπους τους σπαρτούς κατέβηκαν πετώντας,
και δρόμο κόψανε πολύ με την ορμή που πήραν.
Κι έγειρ’ ο ήλιος το βράδυ, κι απόσκιασαν οι δρόμοι.

Ραψωδία δ

Τα εν Λακεδαιμονι.

Κάτου στης Λακεδαίμονας τα βραχοκάμπια φτάνουν,
και στα παλάτια ξεκινούν του δοξαστού Μενέλαου.
Βρήκαν τον κι έκανε χαρά με περισσούς δικούς του,
τί γιό και κόρη πάντρευε στο σπιτικό του μέσα.
5 Στού ατρόμητου Αχιλλέα το γιό την κόρη του προβόδα,
που από την Τροία την έταξε και λόγο του είχε δώσει,
και τώρα τέλος φέρνανε οι αθάνατοι στο γάμο.
Μέ αλόγατα και μ’ άμαξες την έστελνε στη χώρα
τώ Μυρμιδόνων τη λαμπρή, που βασιλιάς τους ήταν,
10 Και για το γιό του διάλεξε του Αλέχτορα την κόρη
στη Σπάρτη· ο χαδεμένος του λεβέντης Μεγαπένθης
ήταν αυτός, κι η μάνα του σκλαβούλα, τί η Ελένη
άλλο παιδί δε γέννησε κατόπι της Ερμιόνης
της ώριας, που χρυσόλαμπε σαν ίδια η Αφροδίτη.
15      Έτσι μες στο πεντάψηλο ξεφάντωναν παλάτι
όλ’ οι γειτόνοι κι οι δικοί του δοξαστού Μενέλαου,
και γλέντιζαν ο θεϊκός τραγουδιστής κοντά τους
τραγούδαε λύρα παίζοντας, και στο σκοπό του απάνω
δυό χορευτάδες πηδηχτά καταμεσίς σβουρίζαν.
20      Στά πρόθυρα ο παλληκαράς Τηλέμαχος κι ο γιόκας
του Νέστορα ο περίλαμπρος με τ’ άλογα σταθήκαν.
Προβγαίνει κι αγναντεύει τους ο άξιος Ετεωνέας,
πιστός παραστεκάμενος του δοξαστού Μενέλαου,
και στο παλάτι μήνυμα του βασιλέα του φέρνει,
25 σιμά του στέκοντας, μ’ αυτά τα φτερωμένα λόγια·
      «Ώ διόθρεφτε Μενέλαε, δυό ξένοι εδώ φανήκαν,
που σαν του Δία μοιάζει τους το γένος του μεγάλου.
Και πές άν θα τους λύσουμε τ’ αλόγατα απ’ τ’ αμάξι,
ή σ’ άλλους να τους στείλουμε φιλοξενιά να βρούνε.»
30      Και του ξανθού Μενέλαου του βαριοφάνη, κι είπε·
«Δέν ήσουν άλλοτες εσύ κουτός, μωρ’ Ετεωνέα,
μα τώρ’ αλήθεια σα μωρό παιδί μου συντυχαίνεις.
Τάχα δε φάγαμε κι εμείς σε σπίτια ανθρώπων άλλων,
πρίν να ‘ρθουμε, κι από δεινά μάς λευτερώση ο Δίας;
35 Μόν’ έλα λύσ’ τ’ αλόγατα των ξένων κι έμπασέ τους,
να κάτσουν και να καλοφάν και να χορτάσουν πρώτα.»
     Είπε κι εκείνος χύθηκε και φώναξε τους άλλους
πρόθυμους δούλους κι είπε τους κατόπι του να τρέξουν.
Και τα δρωμένα τ’ άλογα ξεζέψαν απ’ τ’ αμάξι,
40 και στ’ αλογήσα τα παχνιά τα δέσαν, και τους βάλαν
να φάνε ζειά ανακατευτή με κάτασπρο κριθάρι.
Στά ξώτοιχα το ολόλαμπρο τ’ αμάξι τότες γείραν,
κι εκείνους μες στ’ αρχοντικό τους φέραν· κι αυτοί ιδόντας
του διόθρεφτου του βασιλιά τους πύργους, απορούσαν,
45 τ’ είχαν το φώς του φεγγαριού και του ήλιου τη λαμπράδα
τα σπίτια τ’ αψηλόσκεπα του δοξαστού Μενέλαου.
Και σαν τα σεριανίσανε και χάρηκε η ψυχή τους,
μπήκανε μες στις σκαλιστές τις γούρνες και λουστήκαν.
Και σαν τους λούσαν κοπελιές κι αλείψαν τους με λάδι,
50 και τους φορέσανε κρουστές χλαμύδες και χιτώνες,
πάς σε θρονιά τους κάθισαν σιμά στο γιό του Ατρέα.
Και μπρίκι για το νίψιμο τους φέρνει τότε η βάγια,
ώριο, χρυσό, και χύνει τους στην αργυρή λεγένη,
κι ύστερα στρώνει αντίκρυ τους γυαλιστερό τραπέζι.
55 Σεμνή κελάρισσα έφερε ψωμί και παραθέτει,
κι από τα καλοφάγια της τους φίλεψε περίσσια.
Και στα πινάκια ο μοιραστής τα κρέατα αραδιάζει,
και θέτει χρυσοπότηρα ομπροστά τους. Κι ο Μενέλαος
τους χαιρετάει τους δυό μαζί, κι αυτά τους συντυχαίνει·
60       «Απλώστε χέρι στο φαγί, χαρήτε το· κατόπι
σαν καλοφάτε, σάς ρωτώ ποιοί να ‘στε, κι αποπούθε.
Τό αίμα σας το γονικό δεν είναι εσάς χαμένο,
παρά θεόθρεφτων παιδιά θένα ‘στε βασιλιάδων,
τί ανθρώποι δε γεννούν κοινοί παλληκαράδες τέτοιους.»
65      Είπε, κι ομπρός τους έθεσε ραχόψαχνα βοδήσα,
ψητά, που εκείνου τα ‘χανε βαλμένα για τιμή του.
Κι αυτοί τα χέρια απλώνανε στα καλοφάγια ομπρός τους.
Κι από πιοτό κι από φαΐ σα φράθηκε η καρδιά τους,
στου Νέστορα ο Τηλέμαχος το τέκνο συντυχαίνει,
70 ολόσιμά του σκύβοντας, να μην ακούν οι άλλοι·
      «Γιά κοίτα, γιέ του Νέστορα, και φίλε της καρδιάς μου,
χαλκός που αστράφτει μες σ’ αυτά τα βουητερά παλάτια,
το μάλαμα και το ήλεχτρο, το φίλντισί, τ’ ασήμι.
Τέτοιες θένα ‘ναι κι οι αυλές του Δία του Ολυμπήσου·
75 αρίφνητα καλά θωρώ, και θαμασμός με πιάνει.»
     Και τον απείκασε ο ξανθός Μενέλαος σα μιλούσε,
και τους φωνάζει και λαλεί με φτερωμένα λόγια·
      «Ποιός άνθρωπος, παιδάκια μου, μετριέται με το Δία;
αθάνατοί ‘ναι οι πύργοι του και τα καλά του εκείνου·
80 θνητός μονάχα στα καλά μ’ εμένανε μετριέται,
ή κι όχι· τί με πάθια μου και με πολλά ταξίδια
μες στα καράβια τα ‘φερα χρόνους οχτώ γυρνώντας·
Κύπρο, Φοινίκη διάβηκα, Αίγυπτο, Αιθιοπία,
και Σιδονιώτες κι Ερεμπούς, και της Λιβύας τη χώρα,
85 εκεί που πάντοτες τ’ αρνιά με κέρατα γεννιούνται,
και τρείς φορές τα πρόβατα γεννοβολούν το χρόνο.
Μήτε του νοικοκύρη εκεί και μήτε του πιστού του
δε λείπει κρεάσι και τυρί και το γλυκό το γάλα·
τί το ‘χουν όσο θές εκεί το γάλα και τ’ αρμέγουν.
90 Και βιός πολύ συνάζοντας εγώ καθώς πλανιόμουν,
άλλος κρυφά κι ολόξαφνα τον αδερφό μου τότες
με την απάτη σκότωνε της έρμης του γυναίκας·
και να, γιατί δε χαίρουμαι τα πλούτια αυτά που ορίζω.
Θά τα γρικήσατε κι εσείς αυτά από τους γονιούς σας,
95 όποιοι κι άν είναι, τί έπαθα πολλά, μου χάθη σπίτι
καλότυχο και με καλά περίσσια πλουτισμένο.
Μακάρι να μου μνήσκανε το τρίτο μες στους πύργους,
κι οι άντρες να γλυτώνανε που μάς χαθήκαν τότες
στην Τρωάδα την πλατύχωρη, μακριά από την πατρίδα.
100 Όλους εγώ τους κλαίω εκειούς και δέρνουμαι, κλεισμένος
σαν κάθουμαι πολλές φορές σ’ αυτά μου τα παλάτια,
κι ώρες στο κλάμα χαίρουμαι, ώρες το κόβω πάλε,
τί γλήγορα χορταίνεται το κρύο το μοιρολόγι.
Μα τούτους όλους δε θρηνώ, κι άς καίγετ’ η καρδιά μου,
105 όσο έναν, που ποθώντας τον όρεξη χάνω κι ύπνο·
γιατ’ Αχαιός δεν τράβηξε τα όσα ο Οδυσσέας.
Μα η μοίρα το ‘θελε πολλά να πάθη αυτός, κι εμένα
να τρώη ο πόνος του ο σκληρός, που τόσους χρόνους λείπει,
κι ανίσως ζή ή απέθανε κανένας δε γνωρίζει.
110 Και θα τον κλαίνε τώρ’ αυτόν ο γέρος ο Λαέρτης
κι η Πηνελόπη η γνωστικιά, θα τόνε κλαίη κι ο γιός τους,
που από το σπίτι φεύγοντας μωρό τον είχε αφήσει.»
     Είπε, κι αυτός λαχτάρηξε να κλάψη το γονιό του.
Χάμου ένα δάκρυο του έχυσε γρικώντας τ’ όνομά του,
115 κι ομπρός στα μάτια σήκωσε την πορφυρένια χλαίνα
με τα δυό χέρια. Τό ‘νιωσε ο Μενέλαος, και μονάχος
το βαθιογύριζε στο νου και στην ψυχή του μέσα,
να τον αφήση ο ίδιος του να πή για το γονιό του,
ή πρώτος να ρωτήξη αυτός και ξέταση να κάνη;
120      Κι εκεί που αυτά μελέταγε στο νου και στην ψυχή του,
η Ελένη από τ’ ανώγια της τα μοσκομυρισμένα
προβάλλει σαν την Άρτεμη τη χρυσοσαγιτούσα.
Σιμά της στήνει η Άδραστη θρονί καλοφτιασμένο,
η Αλκίππη μάλλινο απαλό φέρνει χαλί κι απλώνει,
125 και το πανέρι τ’ αργυρό φέρν’ η Φυλώ, που δώρο
η Αλκάντρα της το χάρισε η γυναίκα του Πολύβου,
που ζούσε και λημέριαζε στην Αίγυπτο στις Θήβες,
και που είχε πλούτια αρίφνητα στο σπιτικό του μέσα.
Έδωσ’ εκείνος δυό αργυρά λουτρά του γιού του Ατρέα,
δυό τρίποδα, και μάλαμα τάλαντα δέκα χώρια·
130 δώρα η κερά του διαλεχτά χαρίζει της Ελένης,
χρυσή αληκάτη, κι αργυρό πανέρι πάς στις ρόδες,
με χρυσωμένα ολόγυρα του πανεριού τα χείλη.
Αυτό δά της παράθεσε η Φυλώ η παρακόρη,
γεμάτο νήμα δουλευτό, κι απάνω η αληκάτη
135 με το βαθιόχρωμο μαλλί, θεμένη πέρα ως πέρα.
Καθίζει απάνω στο θρονί, μ’ ακουμποπόδι ομπρός της
η Ελένη, και τον άντρα της καλορωτάει να μάθη.
      «Ώ διόθρεφτε Μενέλαε, γνωρίζουμ’ εμείς τάχα
ετούτοι που μάς ήρθανε σαν ποιοί παινιένται να ‘ναι ;
140 Αλήθεια, ή ψέματα θα πω; δεν το βαστώ πια μέσα.
Ποτές μου δεν είδ’ άνθρωπο, άντρα ή γυναίκα, τόσο
να μοιάζη ανθρώπου, όσο αυτός — θαμάζω βλέποντάς τον—
ο γιός του μεγαλόκαρδου Οδυσσέα μοιάζει να ‘ναι,
ο νέος Τηλέμαχος, που εκειός μικρό τον είχε αφήσει
145 για μένα την ασύστατη σαν τρέξατε στην Τροία
στο νου σας πόλεμο έχοντας απόκοτο όλοι τότες.»
     Κι ο ξανθουλός Μενέλαος γυρίζει και της κρένει·
«Κι εγώ, γυναίκα, νιώθω τα καθώς εσύ τα κρίνεις·
τέτοια τα πόδια του εκεινού, τα χέρια κι οι ματιές του,
150 τέτοιο και το κεφάλι του κι απάνωθέ του η κόμη.
Και καθώς τώρα θύμιζα τον Οδυσσέα, δηγώντας
τα όσα εκείνος έπαθε και πόφερε για μένα,
αυτός πικρό κατέβαζε στο πρόσωπό του δάκρυο,
κι ομπρός στα μάτια σήκωνε την πορφυρένια χλαίνα.»
155      Και τότε ο γιός του Νέστορα ο Πεισίστρατος του κάνει·
«Ώ διόθρεφτε Μενέλαε κι αρχοντογιέ του Ατρέα,
εκείνου γιός είν’ απεδώ στ’ αλήθεια, καθώς είπες·
είναι όμως στοχαζούμενος και δεν κοτάει ο νούς του
ό,τι πρωτόηρθε, ανέπρεπα να κρένη λόγια ομπρός σου,
160 εδώ που σα φωνή θεού η φωνή σου μάς γλυκαίνει.
Μ’ έστειλ’ εμένα ο Νέστορας, ο αλογογνώστης ρήγας,
να τόνε συνοδέψω αυτόν, τί να σε δή ποθούσε,
ίσως και λόγο ή κάμωμα στο λογισμό του βάλης.
Γονιού που ξενικεύτηκε παιδί πολλά παθαίνει
165 στο σπίτι του, ά δεν του ‘ρχεται βοήθεια από τους άλλους.
Έτσι και του Τηλέμαχου λείπει ο γονιός του, κι άλλοι
στα βάσανά του γλυτωμό δεν έρχουνται να φέρουν.»
     Κι ο ξανθουλός Μενέλαος του απολογιέται τότες·
«Αλήθεια, γιός αγαπητού μου ‘ρθε στο σπίτι ανθρώπου,
170 που για τα μένα τράβηξε κόπους κι αγώνες μύριους·
κι είπα, θα τόνε φίλευα από κάθε άλλον Αργίτη
ξέχωρα, άν τότες έδινε ο Δίας ο βροντορίχτης
να ρθούμε αντάμα, στα γοργά αρμενίζοντας καράβια.
Μές στ’ Άργος θένα του ‘φτιανα και χώρα και παλάτι,
175 από το Θιάκι φέρνοντας μ’ αυτόν και τα καλά του,
το γιό του κι όλο το λαό, κι αρπώντας του μιά χώρα
απ’ όσες γύρω βρίσκουνται κι εμένα προσκυνάνε.
Εδώ συχνά θα σμίγαμε, και δε θα χώριζε άλλο
το φιλευτή του εμένανε απ’ εκειόν το φιλεμένο,
180 παρά το μαύρο σύννεφο του Χάρου σαν ερχόταν.
Γραφτό όμως ήτανε ο θεός να τα φτονέση ετούτα,
και μόνο εκείνου ν’ αρνηθή το γυρισμό του δόλιου.»
     Είπε, και σ’ όλους έδωσε μοιρολογιού λαχτάρα.
Κλαίγ’ η Ελένη η Αργίτισσα, του Δία η θυγατέρα,
185 κλαίει ο καλός Τηλέμαχος κι ο γιός του Ατρέα Μενέλαος,
και μήτε ο γιός του Νέστορα στεγνά δεν είχε μάτια·
τί τον Αρχίλοχο κι αυτός τον άσφαλτο θυμήθη,
που ο γόνος της λαμπρής Ηώς τον είχε σκοτωμένο·
αυτόν θυμώντας μίλησε με λόγια φτερωμένα·
190       «Τού Ατρέα γιέ, πιο γνωστικό μες στους ανθρώπους όλους
ο γέρος σε είπε Νέστορας μιλώντας για τα σένα
στο σπίτι, σα ρωτιούμασταν ο ένας με τον άλλον.
Και τώρα, ά γίνεται, άκου με· γιατί στο δείπνο απάνω
δεν τ’ αγαπώ τα κλάματα· μα θα ξανάρθη η Αυγούλα.
195 Δέ λέω πως όποιον παίρνει μας ο Χάρος να μην κλαίμε.
Αυτό δά μόνο δώρο τους έχουν οι δόλιοι ανθρώποι,
η κομη να κουρεύεται, να τρέχουνε τα δάκρια.
Κι εμένα απέθανε αδερφός, που στους Αργίτες μέσα
δεν ήταν ο χερότερος, και που γνωστός σου θα ‘ναι·
200 δεν τόνε γνώρισα κι εγώ· λένε πως πρώτος ήταν
ο Αντίλοχος στο τρέξιμο, κι αδάμαστος στη μάχη.»
     Κι ο ξανθομάλλης του απαντάει Μενέλαος και του κάνει·
«Φίλε, που φρόνιμα λαλείς, κι όσα άνθρωπος με γνώση
και πιο μεγάλος θα ‘λεγε και θα ‘κανε· από τέτοιον
205 όντας γονιό, δε δύνεσαι παρά σοφά να κρένης.
Εύκολ’ ακούγεται η γενιά του άντρα που ο γιός του Κρόνου
καλό του φέρνει ριζικό σε γάμο και σε γέννα.
Έτσι του Νέστορα έδωκε ο Δίας μιά για πάντα,
210 κι ο ίδιος να ‘χη γερατειά καλά στ’ αρχοντικό του,
και γιούς να κάμη φρόνιμους και στ’ άρματα μεγάλους.
Μα άς πάψουμε τα κλάματα, που αυτά γενήκαν τότες·
στο δείπνο τώρα άς έρθουμε, νερό στα χέρια άς χύσουν,
και με το χάραμα αύριο ξαναρχινούν τα λόγια,
215 που κι ο Τηλέμαχος κι εγώ θα πούμε ανάμεσα μας.»
     Είπε, κι ο Ασφάλης το νερό τους έχυσε στα χέρια,
ο σβέλτος κι άξιος παραγιός του δοξαστού Μενέλαου.
Κι απλώσαν χέρια στα έτοιμα φαγιά που ‘χαν ομπρός τους.
     Τότες αυτό σοφίστηκε του Δία η κόρη Ελένη·
220 απ’ όπου πίνανε κρασί τους έριξε βοτάνι,
συχαστικό κι ανέχολο, που κάθε πόνο πνίγει.
Όποιος αυτό το καταπιή σμιγμένο στο κροντήρι,
ολημερίς δε χύνεται στο μάγουλο του δάκρυο,
μα κι άξαφνα άν η μάνα του ή ο κύρης του πεθάνη,
225 ή κι ομπροστά στα μάτια του με το μαχαίρι άν κόβουν
αγαπημένο αδέρφι του, ή γιό μονάκριβό του.
Τέτοια ‘χε γιατροβότανα καλά του Δία η κόρη·
τα ‘χε δοσμένα η σύγκοιτη του Θώνα η Πολυδάμνα,
στην Αίγυπτο, που αρίθμητα η πλούσια η γής τα βγάζει,
230 άλλα καλά στο σμίξιμο κι άλλα φαρμακωμένα·
γιατρός καθένας είν’ εκεί παράξιος μες στον κόσμο,
τί όλοι τους τον Παιήονα γνωρίζουν πρόγονό τους.
Και μέσα αυτά σαν τα ‘ριξε, κι είπε να τους κεράσουν,
πάλε άρχισε το μιλητό, κι αυτά τους συντυχαίνει·
235       «Ώ διόθρεφτε Μενέλαε, κι εσείς εδώ βλαστάρια
λαμπρών αντρών, — γιατί ο θεός ο Δίας μάς χαρίζει
άλλου καλό κι άλλου κακό, και δύνεται τα πάντα,—
εδώ τώρα που κάθεστε και τρώτε στο παλάτι,
και με μιλιές γλεντίζετε, σαν κάτι που ταιριάζει
240 θα πω σας. Είναι αδύνατο να δηγηθώ σας όλους
του σιδερόκαρδου Οδυσσέα τους πάμπολλους αγώνες·
ένα θα πω όμως που έπραξε ο ατρόμητος εκείνος,
στην Τροία, που τους Αχαιούς μύρια τους πέσαν πάθια·
τότες που χάραξε κακά σημάδια στο κορμί του,
245 ντύθηκε ρούχα φτωχικά, και μοιάζοντας με δούλο
γυρνούσε στην πλατύδρομη του εχτρού τη χώρα μέσα·
έτσι αλλαγμένος, θα ‘λεγες κάποιος ζητιάνος ήταν,
αυτός που αλλιώς φαινότανε στ’ αχαϊκά καράβια.
Τέτοιος στην Τροία χώθηκε, κι εκείνοι τυφλωθήκαν
250 όλοι τους, και μονάχη εγώ τον ένιωσα ποιός ήταν,
και τόνε ρώτηξα, κι αυτός μου ξέφυγε με τέχνη.
Μα όταν εγώ τον έλουσα, τον άλειψα με λάδι,
και του ‘δωσα φορέματα, και του ‘κανα όρκο μέγα
ανάμεσά τους να μην πω πως φάνηκε ο Οδυσσέας,
255 πρίν αυτός φτάση στις σκηνές και στα γοργά καράβια,
τότες τα σκέδια των Αχαιών μου τα φανέρωσε όλα.
Κι αρίθμητους η σπάθα του σαν έκοψε Τρωαδίτες,
πρός τους Αργίτες γύρισε πολλά ‘χοντας στο νου του.
Τότες οι άλλες Τρώϊσσες πικρά μοιρολογούσαν,
260 όμως εγώ χαιρόμουνα, γιατ’ η καρδιά μου πίσω
στο σπίτι μου με τράβαγε, και στέναζα ολοένα
για την τυφλάδα που έβαλε στο νου μου η Αφροδίτη,
από τη γής μου τη γλυκειά σα μ’ έφερε στα ξένα,
και χώρισα απ’ την κόρη μου, την κλίνη μου, τον άντρα,
που άλλος στο νου και στη μορφιά κανείς δεν τον περνούσε.»
265      Κι ο ξανθουλός Μενέλαος γυρίζει και της κάνει·
«Ναί, όλα ετούτα αληθινά τα μίλησες, γυναίκα·
πολλών εγώ μελέτησα τη γνώση και τη γνώμη,
αντρών ηρώων, και πολλούς είδα του κόσμου τόπους,
μα άνθρωπο τέτοιον πουθενά τα μάτια μου δεν είδαν,
270 σαν που ήτανε ο τρανόψυχος κι ο ακριβός Δυσσέας.
Κι άλλο ένα εκείνος έπραξε με τόλμη κι αντρειοσύνη,
τότες που φόνο φέρναμε και χαλασμό στους Τρώες,
μες στ’ άλογο το σκαλιστό κρυμμένοι εμείς οι πρώτοι.
Ήρθες κι εσύ τότες εκεί· θεός θα σ’ είχε στείλει,
275 που να χαρίση γύρευε στους Τρωαδίτες δόξα·
σιμά σου κι ο θεόμοιαστος Δήφοβος. Και κάνεις
τρείς γύρους πασπατεύοντας τον κουφωτό κρυψώνα,
και κράζοντας τα ονόματα των Αργιτώνε μέσα,
καθένα με την ξέχωρη λαλιά της σύγκοιτής του.
280 Εγώ και του Τυδέα ο γιός κι ο μέγας ο Οδυσσέας
τ’ ακούσαμε το λάλημα στη μέση καθισμένοι.
Εμάς τους δυό μάς έπιασε λαχτάρα τότες, ή όξω
να βγούμε, ή απομέσαθε ν’ αποκριθούμε αμέσως·
όσο όμως κι άν το θέλαμε, μάς βάσταξ’ ο Οδυσσέας.
285 Κι έτσι όλα τ’ Αχαιόπουλα σωπάσαν εκεί μέσα.
Ένας μονάχα, ο Άντικλος ζητάει να σ’ απαντήση,
μα ο Δυσσέας του ‘σφιξε το στόμα με τις δυό του
χερούκλες, και κρατώντας τον τους Αχαιούς γλυτώνει,
ώσπου η Παλλάδα η Αθηνά σε τράβηξε αποκείθε.»
290      Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και του κάνει·
«Μενέλαε, του Ατρέα γιέ, και διόθρεφτέ μου αφέντη,
πιο κρίμας, που μήτε κι αυτό δεν του ‘διωξε τη μοίρα,
μήτε και που είχε μέσα του τα στήθια σιδερένια.
Όμως στην κλίνη φέρτε μας, τί ήρθε η στιγμή να πάμε
295 να γείρουμε, και το γλυκό τον ύπνο να χαρούμε.»
     Αυτά είπε, και τις δούλες της η Ελένη ευτύς προστάζει
στρωσίδια να τοιμάσουνε, να βάλλουνε τα χράμια
τα κερμεζά και τα όμορφα, κι απάνω τους τα πεύκια,
και τις φλοκάτες τις κρουστές για ντύσιμο αποπάνω.
300 Κι οι δούλες βγήκανε με φώς στα χέρια, και τους στρώσαν·
και πήρε τότε ο κήρυκας τους ξένους στο χαγιάτι,
κι εκεί ο Τηλέμαχος κι ο γιός του Νέστορα πλαγιάσαν·
στ’ απόβαθα του θάλαμου κοιμήθηκε ο Μενέλαος,
και πλάγι η λυγερόκορμη και λατρευτή του Ελένη.
305      Έφεξ’ η ροδοδάχτυλη της νύχτας κόρη Αυγούλα,
κι απάνω ο μεγαλόφωνος σηκώθηκε ο Μενέλαος·
ντύνεται, σπάθα κοφτερή κρεμάζει από τον ώμο,
ώρια αμποδένει σάνταλα στα πόδια τα λαμπρά του,
310 προβάλλει από το θάλαμο μ’ αθάνατο παρόμοιος,
και δίπλα στον Τηλέμαχο· καθίζει και του κρένει·
      «Ποιά ανάγκη σ’ έφερ’ ως εδώ, Τηλέμαχε λεβέντη,
κι ήρθες στη Λακεδαίμονα, τις θάλασσες περνώντας
δική σου, ή τάχα του λαού; Πές μου όλη την αλήθεια.»
315      Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και του κάνει·
«Γιέ του Ατρέα Μενέλαε, και διόθρεφτε μου αφέντη,
ήρθα να μάθω άν έφερες μαντάτα του γονιού μου·
τί τρών το σπίτι μου, και πάν’ τα πλούσια μου χωράφια·
γεμάτα τα παλάτια μου απ’ εχτρούς που νύχτα μέρα
320 μου σφάζουν κι όλο σφάζουνε τα βοδοπρόβατά μου,
εκείνοι οι παραδιάντροποι της μάνας μου μνηστήρες.
Γι’ αυτό δά τώρα πέφτω σου στα γόνατα, να μάθω
σαν ποιό ‘τανε το τέλος του κι η κακοθανατιά του,
μα τα ειδες με τα μάτια σου, ή απ’ άλλον άκουσές τα·
325 τί η μάνα τόνε γέννησε με βάσανα περίσσια.
Και μη μου τα μισομιλάς από συμπόνια ή σέβας,
μόν’ πές μου τα ίσια, καταπώς τα μάτια σου τον είδαν.
Παρακαλώ σε, άν ο λαμπρός γονιός μου ο Οδυσσέας
ή λόγο ή πράξη σου ‘ταξε και τέλεσε στην Τροία,
330 εκεί που αρίθμητα δεινά τους Αχαιούς πλακώσαν,
θυμήσου τα την ώρα αυτή, και πές μου την αλήθεια.»
     Κι ο ξανθωπός Μενέλαος βαριά του απολογιέται·
«Ωχού, σε τί παλληκαρά κλινάρι να πλαγιάσουν
τους ήρθεν όρεξη αυτουνούς τους άναντρους, αλήθεια.
335 Καθώς μες σ’ άγριου λιονταριού ρουμάνι η αλαφίνα
κοιμίζει βυζαστάρικα νιογέννητα λαφούλια,
και παίρνει τις βουνοπλαγιές και τα χλωρά λαγκάδια,
και βόσκει, μα άξαφνα γυρνάει μες στη μονιά του εκείνος,
και φέρνει τέλος φοβερό σε μάνα και λαφούλια,
340 έτσι κι ο Οδυσσέας φριχτά θα τους τελειώση εκείνους.
Κι, ώ Δία θεέ μου, κι Αθηνά κι Απόλλωνα, άν εκείνος,
τους πέση σαν που φάνηκε στην όμορφη τη Λέσβο,
που πρόβαλε και πάλεψε με το Φιλομηλείδη,
και μονομιάς τον έριξε, κι οι Αχαιοί χαρήκαν,
345 άν τέτοιος ο Οδυσσέας ερθή και πέση στους μνηστήρες,
γλήγορο θα ‘ν’ το τέλος τους, κι ο γάμος τους φαρμάκι.
Κι αυτά που τώρα με ρωτάς και που παρακαλείς με,
δε θα τα πω τριγυριστά και δε θα σε γελάσω,
παρά όσα μου ‘πε ο άλαθος της θάλασσας ο γέρος,
350 ένα πρός ένα θα ‘χης τα, και λόγο δε θα κρύψω.
     Στήν Αίγυπτο, σα γύρευα για εδώ να ξεκινήσω,
με κράτησαν οι αθάνατοι, τί δεν τους είχα κάνει
την ταχτική εκατοβοδιά, κι εκείνοι πάντα θέλουν
τις προσταγές που αφήνουνε να μην τις αστοχούμε.
Είναι νησί στη θάλασσα την πολυκυματούσα,
355 κατάμπροστα στην Αίγυπτο, και Φάρο τ’ ονομάζουν·
μακριά να πούμε όσο μπορεί καράβι σε μιά μέρα
να φτάση, άν πρύμος άνεμος φυσάη καλά ως το τέλος·
κι έχει λιμάνι απάνεμο, που κείθε τα καράβια
ανοίγουνε στα πέλαγα, σκούρο νερό σαν πάρουν.
360 Είκοσι μέρες οι θεοί μ’ είχαν εκεί κλεισμένο,
κι άνεμοι από τα πέλαγα δε μου φυσούσαν πρύμοι,
που τα καράβια σπρώχνουνε στου ωκεανού τα πλάτια.
Και πια δε θα μάς μνήσκανε μήτε θροφές μήτ’ άντρες,
ά δε με σπλαχνιζότανε η θεά που γλύτωσέ με,
365 του γέρου του θαλασσινού, του θείου Πρωτέα η κόρη,
η Ειδοθέα, που άγγιξα περίσσια την καρδιά της.
Μέ βρήκε και σερνόμουνα μόνος μακριά απ’ τους άλλους,
που γύριζαν και ψάρευαν με τα γυρτά τ’ αγκίστρια,
τί η πείνα τους τα θέριζε σκληρά τα σωθικά τους.
370 Αυτή κοντά μου στάθηκε και μίλησέ μου κι είπε·
«Άραγες να ‘σαι ανόητος κι ασύστατος, ώ ξένε,
ή πίτηδες αφήνεσαι, και θές να τυραννιέσαι ;
Καιρό κρατιέσαι στο νησί, τέλος να βρής δε σώνεις,
και τώ συντρόφω σου η καρδιά στους πόνους μέσα λυώνει.»
375 Αυτά ‘πε, κι εγώ γύρισα και της απολογιέμαι·
«Όποια θεά κι άν είσαι εσύ, το που ρωτάς θα μάθης·
δε μένω πίτηδες εδώ, μόν’ πρέπει να ‘χω κάνει
κάποια αμαρτία στους θεούς που ορίζουνε τα ουράνια.
Ως τόσο πές μου, τί οι θεοί το καθετίς γνωρίζουν,
380 ποιός με μποδίζει αθάνατος και μου ‘κλεισε το δρόμο,
και πως τις ψαροθάλασσες περνώντας θα γυρίσω;»
Αυτά της είπα, κι η θεά μου απολογιέται αμέσως·
«Θά σου μιλήσω, ξένε, εγώ σωστά για όλα ετούτα.
Γέρος αλάθευτος εδώ θαλασσινός συχνάζει,
385 ο αθάνατος Αιγυπτιανός Πρωτέας, που τα βάθια
γνωρίζει όλης της θάλασσας, του Ποσειδώνα δούλος·
λέν πως αυτός με γέννησε, και πως γονιό τον έχω.
Καρτέρι εσύ ά δυνόσουνα να στήσης να τον πιάσης,
το δρόμο αυτός θα σου ‘λεγε, του ταξιδιού το μάκρος,
390 και πως τα πέλαα σκίζοντας στον τόπο σου θα φτάσης.
Κι αυτός ακόμα θα σου πή, ώ διόθρεφτε, άν θελήσης,
ό,τι καλό κι ό,τι κακό στο σπιτικό σου ‘γίνη,
σαν έλειπες σε μακρινά και δύσκολα ταξίδια.»
Έτσ’ είπε, κι απαντώντας της εγώ της κάνω τότες·
395 «Λέγε μου τώρα που να βρώ καρτέρι για το γέρο,
να μη μου φύγη άν τίποτις ακούση ή αγναντέψη·
τί δύσκολο ‘ναι το θεό θνητός να καταφέρη.»
Αυτά της είπα, κι η θεά μου απολογήθη αμέσως·
«Θά σου μιλήσω, ξένε, εγώ μ’ αλήθεια και για δαύτο.
400 Απάνω στα μεσούρανα καθώς ανέβη ο ήλιος,
έρχετ’ από το πέλαγο ο αλάθευτος ο γέρος,
άμα του μπάτη ξανοιχτή το μαύρο σαγανάκι,
και βγαίνει και στις θολωτές σπηλιές γλυκοκοιμάται.
Γύρω του οι φώκιες, θρέμματα της ώριας Αμφιτρίτης,
405 πέφτουν κοπάδι βγαίνοντας από την κυματούσα,
και την πικρή τη μυρουδιά του βάθου της σκορπάνε.
Εκεί πρός τα χαράματα σε φέρνω εγώ, κι αράδα
θα σάς πλαγιάσω με τους τρείς που θα καλοδιαλέξης
συντρόφους, τους αξιώτερους που στα καράβια σου έχεις.
410 Κι όλες εγώ τις μαριολιές θα σου τις πω του γέρου·
πρώτα στις φώκιες έρχεται και τις μετράει αράδα·
κι όταν τις φώκιες καλοδή και τις καλομετρήση,
σαν πιστικός με πρόβατα στη μέση τους πλαγιάζει.
Μιάς τόνε δήτε και στρωθή, βάλτε καρδιά, κι ορμώντας
415 κρατάτε τον, κι άς πολεμάη εκείνος να ξεφύγη.
Μέ κάθε ζωντανό της γής θα σοφιστή να μοιάση,
νερό θα γίνη και φωτιά θεόφλογη ομπροστά σας,
μα εσείς γερά κρατάτε τον, και πιο βαριά ζουλάτε.
420 Όμως ο ίδιος του άξαφνα σαν κάνη να ρωτήξη,
και τόνε δήτε με μορφή σαν που ήταν πλαγιασμένος,
τραβάτε χέρι τότε εσείς, το γέρο λευτερώστε,
και ρώταγέ τον, ήρωα, ποιός θεός σε βασανίζει,
και πως τις ψαροθάλασσες περνώντας θα γυρίσης.»
425 Αυτά ‘πε, και στη θάλασσα βουτάει την κυματούσα.
Κι εγώ στα πλοία ξεκίνησα που στέκανε στον άμμο,
και διάβαινα με την καρδιά περίσσια ταραγμένη
Και στο γιαλό σα ζύγωσα, και πήγα στο καράβι,
στρώνουμε δείπνο, κι ύστερα πλακώνει η θεία η νύχτα·
430 και γέρνουμε, και παίρνει μας ο ύπνος στ’ ακρογιάλι.
Έφεξ’ η ροδοδάχτυλη της νύχτας κόρη Αυγούλα,
και τράβηξα γιαλό γιαλό μπρός στα πλατιά πελάγη,
παρακαλώντας τους θεούς, με τρείς μαζί συντρόφους,
που ό,τι καταπιανόντουσαν τρανή τους είχα πίστη.
435      Κι απ’ του πελάου τις αγκαλιές προβάλλοντας εκείνη,
φέρνει φωκήσα τέσσερα τομάρια νιογδαρμένα
στο νου της μελετώντας πως το γέρο να γελάση.
Κι αφού στους άμμους χάραξε πλαγιάσματα, καθόταν
και πρόσμενε· και σμίξαμε κι εμείς· αράδα τότες
440 μάς γέρνει, και καθένα μας σκεπάζει με τομάρι.
Φριχτό καρτέρι θα ‘τανε, τί βώχα του θανάτου
από τις θαλασσόθρεφτες μάς τυραννούσε φώκιες.
Και ποιός κοιμάται με θεριά σιμά του πελαγήσα ;
Όμως μάς γλύτωσε ίδια της με σόφισμα δικό της·
445 βάζει μοσκιά μυρόβολη σε καθενός ρουθούνι,
και του θαλασσινού θεριού τη μυρουδιά αφανίζει.
Ολοπρώς προσμέναμε μ’ απόφαση στο νου μας.
κι ήρθαν οι φώκιες μαζωχτές από τα βάθια αράδα
στο περιγιάλι πλάγιασαν, κι απάς στο μεσημέρι
450 κι ο γέρος ήρθε απ’ τα βαθιά, και βρίσκοντας τις φώκιες
τις παχουλές, τις μέτρησε μιά μιά και τις καλόειδε.
Πρώτους εμάς λογάριασε στο μέτρημα, κι ο νούς του
δεν έβαλε την πονηριά, μόν’ πλάγιασε κι εκείνος.
Τότες με βουή χουμίξαμε, και ξάφνου αδράξαμέ τον·
455 αυτός την τέχνη δεν ξεχνάει, και πρώτ’ απ’ όλα γίνη
λιοντάρι με τη χήτη του, κατόπι αμέσως φίδι
κι αγριόχοιρος, και πάρδαλη, τέλος νερό τρεχάτο,
και δέντρο αψηλοφύλλωτο. Κι εμείς την ώρα εκείνη
γερά τόνε κρατούσαμε μ’ απόφαση στο νου μας.
460 Μα τέλος σαν απόκαμε ο παμπόνηρος ο γέρος,
άρχισε τότες να ρωτάη, κι αυτά τα λόγια μου ‘πε·
«Ώ γιέ του Ατρέα, ποιός θεός κατηχημένο σ’ έχει,
και με το ζόρι ξαφνικά μ’ αδράχνεις ; Τί γυρεύεις ;»
Αυτά με ρώτηξε, κι εγώ γυρίζω και του κάνω·
465 «Γνωρίζεις, γέρο· τί ρωτάς να με πλανέσης τάχα ;
Τόσον καιρό μες στο νησί κρατιέμαι αυτό, και κάποιο
τέλος να βρώ δε δύνουμαι, μόνε η καρδιά μου λυώνει.
Μα πές μου εσύ, γιατ’ οι θεοί το καθετίς γνωρίζουν,
ποιός με μποδίζει αθάνατος, και μου ‘κλεισε το δρόμο ;
470 και πως τα ψαροπέλαγα περνώντας θα γυρίσω ;»
Είπα, κι εκείνος γύρισε και μου αποκρίθη αμέσως·
«Στό Δία και στους άλλους θεούς πρώτα έπρεπε να κάνης
καλές θυσίες, πρί να μπής στο πλοίο, για να γυρίσης
τα μαύρα πέλαα σκίζοντας, στην ποθητή πατρίδα.
475 Τί δεν το θέλει η μοίρα σου να δής δικούς και φίλους,
μήτε να ρθής στον τόπο σου και στο νοικοκυριό σου,
πρίν ξανανέβης του Αίγυπτου το διόσταλτο ποτάμι,
και κάμης εκατοβοδιών ιερές εκεί θυσίες
για τους αθάνατους θεούς που ορίζουνε τα ουράνια·
480 και τότες θα σου δώσουνε το δρόμο που γυρεύεις.»
Αυτά είπε, και σαν τ’ άκουσα ραγίστηκε η καρδιά μου,
που μες στο πέλαγο τ’ αχνό με πρόσταζε να σύρω
πίσω στον Αίγυπτο, μακρύ και δύσκολο ταξίδι,
Ως τόσο πάλε του άνοιξα μίλια, και του ξανάειπα·
485 «Αυτά καθώς τα πρόσταξες, ώ γέρο, θα τα κάμω,
Μα πές μου αληθινά κι αυτό· γυρίσαν τάχας όλοι
με τα καράβια οι Αχαιοί που πίσω στην Τρωάδα
ο ήρωας Νέστορας κι εγώ τους είχαμε αφησμένους,
ή του ‘ρθε κανενός κακό μες στο καράβι τέλος,
490 ή και σε χέρια φίλων του, απ’ τον πόλεμο κατόπι ;»
Αυτά είπα, κι εκειός γύρισε και μ’ αποκρίθη αμέσως·
«Τού Ατρέα ώ γιέ, τί τα ρωτάς αυτά; Σού λέω δεν πρέπει
όσα στο νου μου εγώ κρατώ να ξέρης και να μάθης,
τί δε θα μείνης άκλαιγος πολλή ώρα, σαν τ’ ακούσης.
495 Πολλοί απ’ εκειούς τελειώσανε, μα και πολλοί απομείναν·
απ’ αρχηγούς χαλκοάρματων Αχαιώνε δυό μονάχοι
χαθήκανε στο γυρισμό· στον πόλεμο κι εσύ ‘σουν.
Ένας ακόμα ζωντανός στις θάλασσες κρατιέται.
Τέλειωσ’ ο Αίαντας μαζί με τα μακρόκουπά του
500 καράβια. Πρώτα στις Γυρές τον πήρε ο Ποσειδώνας,
πέτρες θεόρατες, κι εκεί τον έσωσ’ απ’ το κύμα·
θα γλύτωνε, όσο η Αθηνά κι άν του κρατούσε πάθος,
λόγο ά δεν έβγαζε βαρύ στο σκοτισμό του απάνω,
πως ξέφυγε τα κύματα στο πείσμα των θεώνε,
505 Κι ο Ποσειδώνας άκουσε τ’ αγέρωχά του λόγια,
κι αδράχνει το τρικράνι του στα δυνατά του χέρια,
χτυπάει το βράχο της Γυρής, και τόνε σκίζει· μέρος
έμειν’ εκεί, και στο γιαλό πετάχτηκε άλλο μέρος,
που ο Αίαντας κρατιότανε μες στην πολλή του ζάλη,
510 και τόνε ρίχτει στους βυθούς του απέραντου πελάγου.
Έτσι αφανίστη ο Αίαντας αρμύρα αφού κατάπιε.
Μα ο αδερφός σου γλύτωσε στα βαθουλά του πλοία,
τί η Ήρα η πολυδόξαστη του στάθη σωτηριά του.
Όμως σαν κοντοζύγωνε τον αψηλό Μαλέα,
515 μπόρα τον παίρνει ξαφνική, και τον πετάει πελάγου,
καθώς βαριαναστέναζε, πρός ξενικό ακρογιάλι,
που ο Θυέστης είχε μιά φορά τους πύργους του και ζούσε,
και τώρα ο γιός του ο Αίγιστος τους είχε κατοικιά του.
Μα κι αποκείθε βολικός σα φάνη ο γυρισμός τους,
520 και πρύμο οι θεοί τους φύσηξαν, και στην πατρίδα φτάσαν,
χαίροντας τότες πάτησε το πατρικό το χώμα,
και το ‘πιασε, και με πολλά θερμά το φίλαε δάκρια,
που πάλε την αξιώθηκε την ποθητή πατρίδα.
Κι από τη βίγλα ο φύλακας αμέσως τον ξανοίγει,
525 που ο πονηρός ο Αίγιστος τον είχε εκεί στημένο·
του ‘χε ταμένη πλερωμή δυό τάλαντα χρυσάφι·
μέρα και νύχτα φύλαγε να μην κρυφοπεράση
και πέση καταπάνω τους με τ’ άρματα στο χέρι.
Και τρέχει φέρνει μήνυμα του βασιλιά στον πύργο.
Κι ευτύς σοφίστη ο Αίγιστος θεοπόνηρο παιχνίδι·
530 είκοσι παίρνει διαλεχτά της χώρας παλληκάρια,
τους κρύβει, και προστάζει αλλού τραπέζι να τοιμάσουν.
Πήγε τον Αγαμέμνονα ο ίδιος να τον καλέση
με αλόγατα και μ’ άμαξες, κακά στο νου γυρνώντας.
Τόν ανεβάζει ανήξερο στο δείπνο, και κατόπι
535 τον κόβει σαν που κόβουνε μες στο παχνί το βόδι.
Κανένας δεν απόμεινε του γιού του Ατρέα βλάμης,
και μήτε του Αίγιστου, παρά στους πύργους σκοτωθήκαν.
Αυτά μου ‘πε, κι εμένανε ραγίστηκε η καρδιά μου·
και κάθισα στην αμμουδιά και το ‘ριξα στο κλάμα,
540 και μήτε ζωή μήτε ήλιου φώς δεν ήθελε η ψυχή μου.
Και σα χαμοκυλίστηκα και χόρτασα το κλάμα,
τότες μου λέει ο αλάθευτος της θάλασσας ο γέρος.
«Μήν παρακλαίς ανέπαυα, γιέ του Ατρέα, το κλάμα
δε μάς φελά, μόν’ κοίταξε πως γλήγορα να φτάσης
545 στον τόπο σου, κι ή ζωντανό θα τόνε βρής ακόμα,
ή να τον κόψη πρόλαβε ο Ορέστης, κι εσύ τότες
προφταίνεις να παραβρεθής στο νεκρικό τραπέζι.»
Αυτά μου ‘πε, κι εμένανε συνέφερε η καρδιά μου,
κι η αντρειωμένη μου ψυχή, μ’ όλη τη θλίψη που ‘χε,
550 Τότες μ’ αυτά του μίλησα τα φτερωμένα λόγια.
«Τούτους τους ξέρω πια· μα εσύ τον τρίτο λέγε μου άντρα,
που στα πλατιά τα πέλαγα ζώντας κρατιέται ακόμα,
ή και νεκρός, — μα θέλω εγώ να μάθω, κι άς λυπάμαι.»
Ετσ’ είπα, κι αυτός γύρισε κι απολογιά μου κάνει·
555 «Είν’ του Λαέρτη ο γιός αυτός, που κατοικεί στο Θιάκι.
Τόν είδα εγώ σ’ ένα νησί δάκρυα πολλά να χύνη,
στης θέαινας της Καλυψώς, που δίχως θέληση του
κρατάει τον, και δε δύνεται να δή γλυκειά πατρίδα·
τί μήτε πλοία με τα κουπιά μήτε συντρόφους έχει,
560 που να τον πάρουν απ’ εκεί στης θάλασσας τα πλάτια.
Κι εσύ, Μενέλαε διόθρεφτε, της μοίρας σου δεν είναι
στ’ Άργος τ’ αλογοβόσκητο να λυώσης τη ζωή σου,
παρά στα πέρατα της γής, στα Ηλύσια τα λημέρια,
που ‘ναι ο ξανθός Ραδάμανθης, οι θεοί θένα σε στείλουν,
565 εκεί που οι μέρες των θνητών ανάλαφρες διαβαίνουν·
δεν έχει ούτε χειμώνα εκεί, μήτε βροχή και χιόνι,
μόνε τ’ αγέρι το γλυκό του Ζέφυρου ανεβάζει
παντοτινά ο Ωκεανός, και τους θνητούς δροσίζει·
τί έχεις την Ελένη εσύ, κι είσαι γαμπρός του Δία.»
570 Αυτά είπε, και στη θάλασσα βουτάει την κυματούσα.
Και πέρα εγώ στους θεόμοιαστους συντρόφους και στα πλοία
ξεκίνησα με την καρδιά περίσσια ταραγμένη.
Και σάνε κατεβήκαμε στο πλοίο και στ’ ακρογιάλι,
το δείπνο μας τοιμάσαμε, κι η θεία σαν ήρθε η νύχτα,
575 να κοιμηθούμε πέσαμε πάς του γιαλού την άκρη.
Σά φάνη η ροδοδάχτυλη της νύχτας κόρη Αυγούλα,
πρώτα στη λαμπροθάλασσα τραβάμε τα καράβια,
και τα κατάρτια στήνουμε μ’ απάνω τα πανιά τους.
Μπήκαν κι εκείνοι, κάθισαν αράδα στα σανίδια,
580 και τον αστραφτερό γιαλό με τα κουπιά βαρούσαν.
Στόν ουρανόχυτο Αίγυπτο μπήκαν τα πλοία κι αράξαν,
και τέλεσα εκατοβοδιών καλές εκεί θυσίες·
και των θεών τη μάνητα σαν έπαψα, μνημούρι
του Αγαμέμνονα έστησα, να ζήση τ’ όνομά του.
585 Και σαν τα τέλειωσα, έφυγα· μου στείλαν πρύμο αγέρα
οι αθάνατοι, και στη γλυκειά με φέρανε πατρίδα.
Ως τόσο, δέξου τώρα εσύ στους πύργους μου να μείνης,
ωσότου μέρες έντεκα ή και δώδεκα να γίνουν
πρεπούμενα σε προβοδώ εγώ τότε, και σου δίνω
590 δώρα λαμπρά, τρία άλογα κι αμάξι σκαλισμένο,
και κρασοπότηρο όμορφο, να στάζης των θεώνε,
και βλέποντας το ολοζωής εμένα να θυμάσαι.»
     Κι ο γνωστικός Τηλέμαχος γυρίζει και του κάνει·
«Τού Ατρέα γιέ, να με κρατάς μη θές εδώ σε μάκρος.
595 Εγώ και χρόνο δέχουμαι να κάθουμαι κοντά σου,
χωρίς να λαχταράη γονιούς και σπιτικό η ψυχή μου,
γιατί με γλύκα σ’ αγρικώ να λες και να δηγέσαι.
Μα θα ‘χουν οι συντρόφοι μου στην Πύλο στενοχώρια,
κι εσύ πολύν καιρό ζητάς εδώ να με κρατησης.
600 Δώρο ό,τι δώσης μου, τιμή θα το ‘χω και καμάρι·
τ’ αλόγατα όμως δεν μπορώ στο Θιάκι να τα φέρω,
μόνε θα σου τ’ αφήσω εδώ, να τα χαρής, που ορίζεις
μεγάλη ολόγυρα απλωσιά, με περισσό τριφύλλι,
με κύπερη, με στάρι, ζειά, και φουντωτό κριθάρι.
605 Στό Θιάκι εμείς δεν έχουμε δρόμους πλατιούς, λιβάδια·
γιδότοπος, πιο νόστιμος απ’ αλογήσες χώρες.
Μήτ’ άλογα δε βρίσκουνται, μήτε λιβάδια απάνω
στα θαλασσόζωστα νησιά, κι απ’ όλα δά στο Θιάκι.»
     Αυτά ειπε· χαμογέλασε ο τρανόφωνος Μενέλαος,
610 και τόνε λαφροχάδεψε κι ονόμασέ τον κι είπε·
      «Αίμα καλό, παιδάκι μου, τα λόγια σου μου δείχνουν·
σου αλλάζω τ’ άλογα, μπορώ κι αλλιώς να σε φιλέψω·
απ’ όσα δώρα σπίτι μου φυλάω θησαυρισμένα,
σου δίνω τ’ ομορφότερο, το πιο βαριότιμό μου.
615 Σού δίνω ψιλοδούλευτο κροντήρι, όλο ασήμι,
κι απάνωθε τα χείλη του με μάλαμα σμιγμένα·
δουλειά του Ηφαίστου· ο Φαίδιμος ο ήρωας το ‘χε δώσει,
ο ρήγας των Σιδονιτών, τότες που εδώ γυρνώντας
στ’ αρχοντικά του κόνεψα· δικό σου να ‘ναι θέλω.»
620      Τέτοιες κουβέντες έκαναν εκείνοι ανάμεσό τους·
κι οι καλεσμένοι μπαίνανε στου βασιλιά τους πύργους,
και φέρναν, άλλοι πρόβατα, κι άλλοι κρασί για ηρώους·
τα σιταρόψωμα έστελναν οι λυγερές κυράδες,
και μες τους βασιλόπυργους τοιμάζαν το τραπέζι.
     Και στου Οδυσσέα κατάμπροστα οι μνηστήρες τα παλάτια
δισκοβολώντας γλέντιζαν και ρίχνοντας κοντάρια
σε γής στρωτή, που αδιάντροπα εκεί πάντα μαζεύονταν.
Μα οι αρχηγοί κι οι πρώτοι τους στην παλληκαροσύνη,
ο Αντίνος κι ο θεόμοιαστος Ευρύμαχος, καθόνταν.
630 Σ’ ετούτους ο Νοήμονας, ο γιός του Φρόνιου ήρθε,
και στον Αντίνο μίλησε, και ρώτηξέ τον κι είπε·
      «Αντίνο, τάχα ξέρουμε, για ο νούς μας δεν κατέχει,
τους άμμους ο Τηλέμαχος της Πύλος πότε αφήνει ;
Μέ το καράβι μου έφυγε, και το ‘χω ανάγκη τώρα,
635 πέρα να πάω, στην Ήλιδα, που δώδεκα φοράδες
μου θρέφουνε δουλευτικά μα αδάμαστα μουλάρια,
που ήθελα εδώ κανένα τους να φέρω να δαμάσω.»
     Είπε, κι εκείνοι θάμασαν· τί στου Νηλέα την Πύλο
δεν έλεγαν πως μίσεψε, μόν’ κάπου στην ξοχή του,
640 για με τα πρόβατα έμνησκε, για στου χοιροβοσκού του.
     Κι ο Αντίνος, του Ευπείθη ο γιός, του μίλησε και του είπε·
«Πές μου σωστά, πότ’ έφυγε, και ποιούς μαζί του πήρε ;
τάχα Θιακήσους διαλεχτούς, για πλερωτούς και δούλους;
Γιατί κι αυτό θα το ‘κανε. Πές μου ανοιχτά κι ετούτο,
645 να ξέρω· το καράβι σου, στο πήρε με το ζόρι,
ή τάχα σε καλόπιασε, και το ‘δωσες μονάχος ;»
     Και γύρισε ο Νοήμονας του Φρόνιου ο γιός και του είπε·
«Τού το ‘δωσα από λόγου μου· τί τάχα θα ‘κανε άλλος,
650 άν τέτοιος άντρας, έχοντας έννοιες πολλές στο νου του,
παρακαλούσε ; Δύσκολο να του αρνηθής τη χάρη.
Πήρε μαζί του του Θιακιού τα πρώτα παλληκάρια,
κι είδα αρχηγό το Μέντορα να μπαίνη στο καράβι,
ίσως και να ‘τανε θεός που του ‘μοιαζε περίσσια.
655 Μα αυτό απορώ· που εχτές ταχύ το Μέντορα εδώ είδα,
κι ως τόσο μπήκε τότε αυτός στο πλοίο να πάη στην Πύλο.»
     Άμα είπε τούτα, κίνησε στο σπίτι του γονιού του·
μα οι δυό εκείνοι που άκουγαν ταράχτηκε η ψυχή τους,
και τους μνηστήρες κάθισαν, και πάψαν τους αγώνες.
660 Κι ο Αντίνος, του Ευπείθη ο γιός, τους μίλησε με πίκρα,
τί λύσσα τα συνέπαιρνε τα μαύρα σωθικά του,
και μοιάζανε τα μάτια του σα λαμπερές δυό φλόγες·
      «Γιά δές μεγάλο κάμωμα, ταξίδι να τολμήση,
που λέγαμε ο Τηλέμαχος πως δεν τα βγάζει πέρα.
665 Σέ τόσων πείσμα ένα παιδί να πάρη πλοίο να φύγη,
αφού του τόπου διάλεξε τα πρώτα παλληκάρια.
Αρχίζει κι απ’ τα πρώτα του χερότερα που ο Δίας
να τόνε σπάση πρίν ερθή και βάσανα μάς φέρη.
Μα πλοίο δόστε μου γοργό και εικοσαριά συντρόφους
670 καρτέρι να του στήσω εγώ και να παραμονέψω
μες στα στενά εκεί του Θιακιού και των βροχιών της Σάμης,
να το καή που αρμένισε για χάρη του γονιού του.»
     Είπε, κι οι άλλοι στέργανε και θαρρεσιά του δίναν·
κατόπι σηκωθήκανε και στο παλάτι μπήαν.
675      Όμως πολύ δεν άργησε να μάθη η Πηνελόπη
όσα οι μνηστήρες μυστικά στο νου τους μαγειρεύαν,
τί ο κήρυκας ο Νέδοντας της τα ‘πε, που άκουσέ τα,
όντας παρόξω της αυλής, που εκεί τα κρυφοπλέχναν,
και μπήκε να τα μπιστευτή της Πηνελόπης μέσα.
680 Και στο κατώφλι που είδε τον η Πηνελόπη, αρχίζει·
      «Τί σ’ έστειλαν, ώ κήρυκα, εδώ οι τρανοί μνηστήρες;
τάχα τις δούλες του θεϊκού Οδυσσέα να προστάξης
να πάψουν τις σπιτοδουλειές και δείπνο να τους στρώσουν;
Νά μην το σώσουν άλλα πια να δούνε γάμου γλέντια,
685 μόνε να φάνε εδώ άς έρθουν το δείπνο το στερνό τους.
Πού εδώ μαζεύεστε και βιός μεγάλο καταλείτε,
τα πλούτια του Τηλέμαχου, και τάχα απ’ τους γονιούς σας,
σαν ήσαστε μωρά παιδιά, δεν το ‘χετε ακουσμένο
το τί τους στάθηκε εκεινούς ο θείος ο Οδυσσέας,
690 που κανενός τους άδικο μήτ’ έκαμε μήτε είπε,
σαν που στον κόσμο συνηθούν οι θεϊκοί οι ρηγάδες,
κι άλλο άξαφνα θνητό μισούν, άλλο θνητό αγαπάνε.
Εκείνος σε άντρα υβριστικά δε φέρθηκε ποτές του,
μα εσάς κι ο νούς σας φανερός και τ’ άπρεπά σας έργα,
695 και χάρη, ά σάς γενή καλό, κατόπι δεν κρατάτε.»
     Και τότε ο πολυστόχαστος ο Μέδοντας της είπε·
«Νά ‘ταν αυτό, βασίλισσα, το πιο βαρύ κακό μας·
μα έν’ άλλο ακόμα πιο βαρύ και φοβερό οι μνηστήρες
την ώρα αυτή σκαρώνουνε, που ο Δίας να το χαλάση.
700 Πασκίζουν τον Τηλέμαχο στο γυρισμό να κόψουν,
που να ζητήση μίσεψε μαντάτα του γονιού του,
στη θεία τη Λακεδαίμονα και στην καλή την Πύλο.»
     Είπε, κι εκείνης κόπηκαν τα γόνατα, η καρδιά της·
ώρα πολλή τη γλώσσα της αμιλησιά κρατούσε,
705 τα μάτια δάκρυα γέμισαν, και πιάστηκε η φωνή της.
Τέλος αυτά του μίλησε τα λόγια· «Κήρυκά μου,
τί μου ‘φυγε τ’ αγόρι μου ; Δέν είχε αυτός ανάγκη
να μπή στα πλοία τα γοργά, που για τους άντρες είναι
σαν άλογα της θάλασσας, να τους πελαγοφέρνουν.
710 Ή τάχατες μήτε όνομα στη γής να μην του μείνη ;»
     Κι ο γνωστικός ο Μέδοντας απολογήθη κι είπε.
«Δέν ξέρω άν θεός τον κίνησε, για του ‘ρθε από βουλή του,
να πάη στην Πύλο, του γονιού το γυρισμό να μάθη,
ή άν τελείωσε, ποιό στάθηκε το τέλος του ν’ ακουση.»
715      Αυτά σαν είπε, γύρισε μες στου Οδυσσέα τους πύργους.
Κι εκείνη την ψυχόδερνε και τη βαρούσε ο πόνος,
και μήτε σ’ ένα απ’ τα θρονιά δεν μπόρειε να καθίση,
παρά στου καλοκάμωτου θαλάμου το κατώφλι
κάθισε δάκρυα χύνοντας πικρά, κι οι παρακόρες,
720 γριές και νιές του παλατιού, μαζί της σιγοκλαίγαν.
     Κι εκείνη βαριοκλαίγοντας τους είπε· «Αγαπημένες,
ακούτε· πιότερα δεινά μου ‘δωσ’ εμένα ο Δίας
απ’ όλες που γεννήθηκαν και ζήσανε μαζί μου.
Λαμπρό και λιονταρόψυχο πρώτα στερήθηκα άντρα,
725 με μύρια μες στους Δαναούς καμάρια στολισμένο,
που στην Ελλάδα η δόξα του και στ’ Άργος όλο βγήκε.
Τώρ’ απ’ εδώ μου αρπάξανε οι ανέμοι και το γιό μου,
ανάκουστα, και μίσεψε χωρίς να τόνε νιώσω.
Απόνετες, που καμιανής δεν πέρασε απ’ το νου σας
730 να με ξυπνήστε, άν και καλά τα ξέρατε εσείς όλα,
τότες που μπήκε στο βαθύ και μελανό καράβι,
Αν εγώ τ’ άκουα πως αυτός ταξίδι μελετούσε,
θα ‘μνησκε εδώ, κι άς ήτανε στις ξενιτειές ο νούς του·
αλλιώς, νεκρή θα μ’ άφηνε σ’ αυτά τα σπίτια μέσα.
735 Μα άς τρέξουν κι άς φωνάξουνε το γέρο το Δολίο,
που ο κύρης δούλο μου ‘δωσε πριχού να ρθώ εδώ πέρα,
και μου φυλάει το σύδεντρο περβόλι· αυτός να σύρη
και να καθίση να τα πή ένα ένα του Λαέρτη,
ίσως κι ο νούς του στοχαστή, και τότες βγή στον κόσμο
740 και σ’ όλους παραπονεθή που βάλθηκαν κι εκείνου
και του Οδυσσέα του ισόθεου το γόνο ν’ αφανίσουν.»
     Κι η Ευρύκλεια η παραμάνα της γυρνάει κι απολογιέται·
«Καλή νυφούλα μου, έπαρε μαχαίρι να με κόψης,
για μες στα σπίτια σου άσε με· δε θα σου κρύψω λόγο.
745 Τά γνώριζα όλα, κι ό,τι αυτός μου πρόσταξε, έδωκά του,
και στάρι και γλυκό κρασί· μα μέγα μου ‘βαλε όρκο
δώδεκα μέρες πρί γενούν να μην το ξεστομίσω,
ή πρίν εσύ ποθήσης τον και μάθης το πως λείπει,
για να μην κλαίς και μάς χαλνάς την ώρια σου την όψη.
750 Μα σα λουστής και καθαρά σα ντύσης το κορμί σου,
και με τις βάγιες σου ανεβής στ’ ανώγι, προσευκήσου
στου Δία του αιγιδόσκεπου την κόρη την Παλλάδα,
τί εκείνη κι από θάνατο μπορεί να τόνε σώση.
Τού δόλιου γέρου βάσανα καινούργια μην του δίνης·
755 θαρρώ πως δεν τ’ οχτρεύουνται οι αθάνατοι το γένος
του γιού του Αρκείσιου· πάντα δά κάποιος θα μείνη να ‘χη
τα σπίτια τ’ αψηλόχτιστα και τα παχιά χωράφια.»
     Είπε, κι εκείνη μέρωσε, της στέγνωσαν τα μάτια,
και λούστηκε, και φόρεσε καθάρια το κορμί της,
760 κι αντάμα με τις βάγιες της ανέβηκε στ’ ανώγι,
και στο πανέρι βάζοντας κριθάρι, προσευκιέται·
      «Άκου με, του αιγιδόσκεπου του Δία τρανή κόρη·
άν ο πολύβουλος ποτέ Οδυσσέας στ’ αρχοντικά του
ξυγγάτα σου ‘ψησε μεριά βοδιώνε και προβάτων,
765 αυτά τώρα θυμήσου τα, και σώσε τ’ ακριβό μου,
και φύλαξέ τον απ’ εχτρούς απόκοτους και μαύρους.»
     Αυτά είπε, και ξεφώνισε· κι η θεά τη συνακούγει.
Μα οι άλλοι στα βαθιόσκιωτα παλάτια αχλολοούσαν,
κι από τους ξεπαρμένους νιούς ένας αυτά λαλούσε·
770       «Τό γάμο η πολυγύρευτη βασίλισσα σκαρώνει,
τη μοίρα όμως του γιόκα της δεν τη φαντάστη ακόμα.»
     Αυτά είπε, και τί γίνουνταν, κι αυτοί δε φανταζόνταν.
Ο Αντίνος τότες μίλησε κι αυτά στους άλλους είπε·
      «Γιά αφήστε τα, καλότυχοι, τα λόγια τα μεγάλα,
775 μιά και καλή, μη μέσαθε κανένας τα προφτάξη.
Μόνε άς σκωθούμε σιγανά, κι άς βάλουμε σε δρόμο
αυτό που βουλευτήκαμε στο λογισμό μας μέσα.»
     Αυτά είπε, και διαλέξανε μιά εικοσαριά λεβέντες,
και στ’ ακρογιάλι κίνησαν, πρός το γοργό καράβι.
780 Απ’ όλα πρώτα τράβηξαν το πλοίο κατά τα βάθια,
και το κατάρτι στήσανε και τα πανιά του απάνω,
και τα κουπιά τους στους σκαρμούς με τα λουριά τροπώσαν,
όλα σωστά· τα ολόασπρα πανιά κατόπι ανοίξαν,
και τ’ άρματα τους φέρανε τα πρόθυμα κοπέλια.
785 Αράζουνε πρός το γιαλό το πλοίο, κι όξω βγαίνουν
εκεί δειπνήσανε, να ρθή προσμένοντας το βράδυ.
     Ως τόσο κοίτεται η καλή στ’ ανώγι η Πηνελόπη
χωρίς θροφή, χωρίς πιοτό, και μόνη συλλογιέται
ο γιός ο παινεμένος της το χάρο άν θα ξεφύγη,
790 ή θα του φάν οι απόκοτοι μνηστήρες τη ζωή του.
Κι όσο λιοντάρι σκιάζεται σε πλήθος μέσα ανθρώπων,
τριγύρω του σα μαζευτούν παγίδα να του στήσουν,
τόσο κι εκείνη σάστιζε ώσπου την πήρε ο ύπνος·
και πλαγιασμένη απόμεινε και λύθηκαν οι αρμοί της.
     Τότες αυτό σοφίστηκε η θεά η γαλανομάτα·
φάντασμα φτιάνει που έμοιαζε η μορφή του με γυναίκα,
του Ικάριου του τρανόψυχου τη θυγατέρα Ιφτίμη,
που ο Εύμηλος απ’ τις Φερές την είχε σύγκλινή του.
Και στέλνει το στου θεϊκού Οδυσσέα το παλάτι,
800 την Πηνελόπη που έκλαιγε και μοιρολόγα να ‘βρη,
και να της πάψη τους κλαμούς, τα δάκρυα να της κόψη.
Δίπλα απ’ του σύρτη το λουρί στο θάλαμό της μπαίνει,
και στέκετ’ αποπάνω της κι αυτά της συντυχαίνει.
      «Κοιμάσαι, Πηνελόπη μου, με την καρδιά θλιμμένη;
805 Δέ θέν εσύ να δέρνεσαι οι θεοί που καλοζούνε,
και να καρδιοπονάς· θα ρθή στο Θιάκι πάλε ο γιός σου,
τί φταίξιμο δεν έκαμε στους θεούς ποτές εκείνος.»
     Κι η Πηνελόπη η φρόνιμη γυρνάει κι απολογιέται,
γλυκά λαφροκοιμάμενη στις θύρες των ονείρων·
810       «Τ’ ήρθες εδώ, αδερφούλα μου; δε σ’ έβλεπα άλλοτές μου,
τί η κατοικιά σου είναι πολύ μακριά απ’ εδώ, στα ξένα·
μου λες να πάψω τους καημούς και τους πολλούς μου πόνους,
που μου ταράζουν την ψυχή και την καρδιά μου καίνε·
λαμπρό και λιονταρόκαρδο να χάσω, λέει, πρώτα άντρα
815 με μύρια μες στους Δαναούς καμάρια στολισμένο,
που στην Ελλάδα η δόξα του και στ’ Άργος όλο βγήκε,
και τώρα ο γιόκας μου να βγή με κουφωτό καράβι,
που ‘ναι άμαθος ο καψερός από έργατα και λόγια.
Γιά ετούτον κι εγώ πιότερο θρηνώ παρά για κείνον,
820 για ετούτονε καρδιοχτυπώ και τρέμω να μην πάθη,
για μες στους κόσμους που περνάει, για στα πελάγη μέσα·
γιατί πολλοί από έχτρητα γυρεύουνε με τέχνες
πρί να γυρίση σπίτι του να πάρουν τη ζωή του».
     Και το θαμπό το φάντασμα της απαντάει και λέει·
825 «Θάρρος, μην έχης φόβο εσύ στα σωθικά σου μέσα·
είναι μαζί του φύλακας, που κι άλλοι αποθυμούσαν
— γιατί έχει δύναμη πολλή — να παραστέκεταί τους·
είν’ η Παλλάδα η Αθηνά, που νιώθει τον καημό σου,
κι ως εδώ πέρα μ’ έστειλε μ’ αυτό το μήνυμα της.»
830      Κι η Πηνελόπη η φρόνιμη γυρνάει κι απολογιέται.
«Αν είσαι θεός κι από θεό τα όσα λες κατέχης,
λέγε μου και για εκείνονε το βαριορίζικό μου,
άν είναι ακόμα ζωντανός, του ήλιου το φώς ά βλέπη,
ή απέθανε, και βρίσκεται μες στου Άδη τα λημέρια.»
835      Και το θαμπό το φάντασμα της απαντάει και λέει·
«Γιά εκείνονε δε γίνεται ν’ ανοίξω λόγο τώρα,
ά ζή να πω ή απέθανε, γιατί του κάκου θα ‘ναι.»
     Είπε, και χάθη φεύγοντας ανάμεσ’ απ’ το σύρτη,
και σκόρπισε στον άνεμο. Και του Ικάριου η κόρη
840 ξυπνάει μ’ ανάλαφρη καρδιά, που καθαρά της ήρθε
στον ύπνο της τέτοιο όνειρο στ’ αρχίνημα της νύχτας.
     Στό πλοίο ως τόσο ανέβηκαν, και σύραν οι μνηστήρες
στα πέλαα, του Τηλέμαχου το τέλος μελετώντας.
Κι είναι στης θάλασσας εκεί τη μέση πετρονήσι,
845 που πέφτει ανάμεσα Θιακιού και της ξερής της Σάμης,
όχι μεγάλο, η Αστερή, με βολικά λιμάνια,
και δυό μπασιές, που οι Αχαιοί του στήσανε καρτέρι.

Ραψωδία ε

Οδυσσέως σχεδία.

Απ’ του πανώριου Τιθωνού την αγκαλιά η Αυγούλα
σηκώθη, κι έφερε το φώς σε αθάνατους κι ανθρώπους.
Και συγκαθίζαν οι θεοί, και μες σ’ αυτούς κι ο Δίας
ο αψηλοβρόντης, που τρανή στα ουράνια η δύναμή του.
5 Κι η Αθηνά, θυμήθηκε τα πάθια του Οδυσσέα,
πονώντας τον που η Καλυψώ τον κράταε, και τους είπε·
     «Πατέρα Δία, και θεοί μακαριστοί κι αιώνιοι,
κανένας βασιλιάς γλυκός, καλόβουλος και δίκιος
10 πια άς μη φανή, παρά σκληρός και κακοπράχτης να ‘ναι,
αφού κανένας το θεϊκό Οδυσσέα δε θυμάται
μες στο λαό που σα γονιός με αγάπη κυβερνούσε.
Πάς σε νησί αυτός κοίτεται και δέρνεται από πόνους,
στης θέαινας της Καλυψώς, που με το ζόρι εκείθε
15 κρατάει τον, και δε δύνεται να δή γλυκειά πατρίδα·
τί μήτε πλοία με τα κουπιά μήτε συντρόφους έχει,
να τόνε ταξιδέψουνε στης θάλασσας τα πλάτια.
Και τώρα θέν το γιόκα του στο γυρισμό να κόψουν,
που να γυρέψη μίσεψε μαντάτα του γονιού του,
20 στη θεία τη Λακεδαίμονα και στην καλή την Πύλο.»
Κι ο Δίας γυρνάει και κρένει της, ο συννεφομαζώχτης·
«Τί λόγο από τα χείλη σου ξεστόμισες, παιδί μου ;
δεν είσαι εσύ που το’ βαλες στο νου σου να ‘ρθη πίσω
ο Οδυσσέας, και γδικιωμό σ’ ολους αυτούς να φέρη;
25 Μέ τρόπο τον Τηλέμαχο, σαν που εσύ ξέρεις, στείλ’ τον,
να φτάση στην πατρίδα του χωρίς κακό να του ‘ρθη,
και να γυρίσουν αδειανοί οι μνηστήρες με το πλοίο.»
     Κι αυτά σαν είπε, γύρισε πρός τον Ερμή το γιό του,
και λέει· «Ερμή, που σε όλα εσύ μαντάτορας μάς είσαι,
30 πές της ωριόμαλλης θεάς την άσφαλτη βουλή μας,
πως θέμε ο καρτερόψυχος Δυσσέας στα χώματά του,
χωρίς ανθρώπου ή και θεού συνέργεια να γυρίση·
σε σάλι αυτός γερόδετο πολλά σαν κακοπάθη,
σε είκοσι μέρες της Σκεριάς την πλούσια γής θα φτάση,
35 που κατοικούνε οι Φαίακες οι θεογεννημένοι·
αυτοί με πρόθυμη καρδιά σα θεό θα τον τιμήσουν,
και στη γλυκειά πατρίδα του με πλοίο θα τόνε στείλουν,
χαλκό, χρυσάφι, φορεσές περίσσιες δίνοντάς του,
που μήτε απ’ την Τρωάδα αυτός δε θα ‘φερνε μαζί του,
άν πίσω ερχόταν άβλαβος με δίκιο μερτικό του.
40 Τί είναι γραφτό να ξαναδή δικούς κι αγαπημένους,
και ν’ αξιωθή τον τόπο του και τ’ αψηλά του σπίτια.»
     Αυτά είπε, κι ο Αργοφονιάς ακούει την προσταγή του.
Κι αμέσως σάνταλα έδεσε στα πόδια του πανώρια,
45 αχάλαστα κι ολόχρυσα, που πεταχτά τον πάνε
από στεριές και θάλασσες σα φύσημα του ανέμου.
Πήρε το μαγικό ραβδί, που όποιο θνητό θελήση
τα μάτια αποκοιμίζει του ή τον ξυπνά άν κοιμάται·
και πέταξε κρατώντας το ο Αργοφονιάς απάνω
50 στην Πιερία, κι απ’ εκεί περνάει απ’ τους αιθέρες,
και πέφτοντας στη θάλασσα κολύμπαγε σα γλάρος,
που μέσα στους αχνούς βυθούς του ατρύγητου πελάγου
ψάρια ζητάει, και τα φτερά συχνοβουτάει στην άρμη·
όμοιος μ’ αυτόν τ’ αρίθμητα τα κύματα περνούσε.
55 Και στο νησί τ’ απόμακρο σαν ήρθε, απ’ τη γαλάζια
προβάλλει θάλασσα στη γής, πρός τη σπηλιά που η νύφη
λημέριαζε η ωριόμαλλη, και μέσα τήνε βρίσκει.
60 Ξύλα περίσσια στη γωνιά, κέδροι και θυές σκισμένες,
που μοσκοβόλαε το νησι παντού απ’ τη μυρουδιά τους.
Στόν αργαλειό της ομπροστά γλυκοτραγούδαε εκείνη,
και το πανί της έφαινε με τη χρυσή σαγίτα,
Τριγύρω δάσια φουντωτά με σκλήθρες και με λεύκες,
65 και μυρωδάτα ανάμεσα στεκόνταν κυπαρίσσια.
Λογής πυκνόφτερα πουλιά κουρνιάζανε στα δέντρα,
γκιώνηδες, και γεράκια, και φωναχτερές κουρούνες
της θάλασσας, που χαίρουνται να ζούνε στα νερά της.
Και γύρω στις βαθειές σπηλιές της νύφης απλωνόταν
ήμερο κλήμα θαλερό σταφύλια φορτωμένο·
70 αράδα βρύσες τέσσερες άσπρο νεράκι χύναν,
κοντά κοντά, μα καθεμιά κι αλλού κατρακυλούσε.
Πλάγι λιβάδια μαλακά με σέλινα και βιόλες,
που αθάνατος κι άν ήρχουνταν σε τέτοιες πρασινάδες,
με θαμασμό θα κοίταζε και θ’ άνοιγε η καρδιά του.
75 Στάθηκ’ εκεί και θάμαζε ο Αργοφονιάς ο μέγας.
Κι αφού όλα τα καμάρωσε με την καρδιά του, μπήκε
μες στην απλόχωρη σπηλιά· τον κοίταξε αντικρύ της
η νύφη, και δεν άργησε να τόνε δή ποιός ήταν·
τί αγνώριστοι δε μνήσκουνε οι θεοί αναμεταξύ τους,
80 κι άς κατοικάη κανένας τους αλάργα από τους άλλους.
Μέσα το μεγαλόψυχο δε βρήκεν Οδυσσέα,
τί αυτός καθόταν κι έκλαιγε στης θάλασσας την άκρη,
ψυχοπονώντας σαν προτού με στεναγμούς και θρήνους,
και βλέποντας τη θάλασσα με μάτια δακρυσμένα.
85 Και τον Ερμή τότες ρωτάει η Καλυψώ η θεούλα,
καθίζοντάς τον σε θρονί λαμπρό και γυαλισμένο·
     «Τί ήρθες εδώ, χρυσόραβδε, καλέ κι αγαπημένε
Ερμή μου ; Δέν το συνηθάς να μου ‘ρχεσαι δά τόσο.
Λέγε το τί έχεις στην καρδιά, κι εγώ θα σου το κάμω,
90 άν πράμα είναι που γίνεται, κι ά μου περνά απ’ το χέρι.
Μα τώρα να ‘ρθης παραμπρός να σε φιλέψω πρώτα.»
     Αυτά του μίλησε η θεά, και του ‘στρωσε τραπέζι·
θέτει αμβροσία και σμίγει του κοκκινωπό νεχτάρι.
Έτρωγε τότες κι έπινε ο Αργοφονιας ο μέγας,
95 κι αφού καλά ψυχόπιασε με τη θροφή του δείπνου,
κουβέντα τότες άνοιξε, και μίλησέ της κι είπε·
     «Εμένα το θεό ρωτάς εσύ η θεά γιατί ήρθα·
αλάθευτα θα σου το πω καθώς κι αποθυμείς το.
Ο Δίας εδώ με πρόσταξε να ρθώ χωρίς να θέλω·
100 και ποιός θα πέρναε θέλοντας τέτοια αρμυρά πελάγη
απέραντα ; που μήτε μιά χώρα θνητώ δε βρίσκεις
θυσίες κι εκατοβοδιές λαμπρές των θεών να κάνουν.
Μα θεός δεν μπόρεσε ποτές τη γνώμη να ξεφύγη
του Δία του αιγιδόσκεπου, και μάταιη να τη βγάλη.
105 Λέει πως κοντά σου βρίσκεται ο πιο άμοιρος απ’ όλους·
τους άντρες που πολέμησαν τα κάστρα του Πριάμου·
χρόνους εννιά πολέμησαν, στους δέκα τους τα πήραν·
και πίσω καθώς γύριζαν την Αθηνά θυμώσαν,
κι αυτή τους σήκωσε κακούς ανέμους και φουρτούνες.
110 Όλ’ οι λαμπροί συντρόφοι του ξολοθρευτήκαν τότες,
κι εκειόν εδώ τον έρριξαν τα κύματα κι οι ανέμοι.
Αυτόνε τώρα σου μηνάει να στείλης πίσω αμέσως,
τί δεν είναι της μοίρας του ν’ αφανιστή στα ξένα,
του ‘ναι γραφτό να ξαναδή δικούς κι αγαπημένους
115 και ν’ αξιωθή τον τόπο του και τ’ αψηλά του σπίτια.»
     Τ’ άκουσ’ αυτά και πάγωσε η τρισόμορφη η θεούλα,
και φώναξε τον κι είπε του με λόγια φτερωμένα·
     «Σκληροί, ζουλιάρηδες θεοί, που δε σάς έφτασε άλλος·
που με θνητό δε στέργετε θεά να συγκοιμάται
120 στο φανερό, κι άς είναι της αγαπημένο ταίρι.
Έτσι τη ροδοδάχτυλη ζουλέψτε εσείς Αυγούλα,
σαν πήρε τον Ωρίωνα, γλυκόζωοι θεοί μου,
ώσπου η χρυσόθρονη Άρτεμη, η αγνή, στην Ορτυγία
με τις ψιλές της σαϊτιές του πήρε τη ζωή του.
125 Έτσι κι η ώρια η Δήμητρα, σαν έτρεξε η καρδιά της
στον Ιάσιο, και πήρε την αυτός στην αγκαλιά του
μες στο χωράφι τ’ οργωτό, μόλις τ’ ακούει ο Δίας,
κι αστράφτει, και θανατερό του ρίχτει αστροπελέκι.
Μ’ εμένα τώρα τα ‘χετε που ζή θνητός μαζί μου,
130 που ατή μου τόνε γλύτωσα σαν ήρθε καθισμένος
πάς στην καρίνα μοναχός, τότες που ο Δίας το πλοίο
μ’ αστροπελέκι του ‘σκισε στα μελανά πελάγη.
Όλ’ οι λαμπροί συντρόφοι του ξολοθρευτήκαν τότες,
κι αυτόν τον έρριξαν εδώ τα κύματα κι οι ανέμοι.
135 Μέ αγάπη τόνε φίλευα και γλυκομελετούσα
αθάνατο κι αγέραστο για πάντα να τον κάνω.
Μα αφού θεός δεν μπόρεσε τη γνώμη να ξεφύγη
του Δία του αιγιδόσκεπου και μάταιη να τη βγάλη,
άς σύρη, μιάς το πρόσταξε και το γυρεύει εκείνος,
140 στ’ ατρύγητα τα πέλαγα. Δέ θα σταλθή από μένα,
τί μήτε πλοία με τα κουπιά, μήτε συντρόφους έχω,
που να τον ταξιδέψουνε στης θάλασσας τα πλάτια,
Όμως με γνώμη πρόθυμη θα τον καθοδηγέψω,
πως να κατέβη απείραγος στην πατρική του χώρα.»
145      Κι ο μηνυτής ο Αργοφονιάς γυρίζει και της κρένει·
«Στείλ’ τονε τώρα, σαν που λες, και πρόσεχε του Δία
τη μάνητα, κανέ κακό να μη σου ερθή κατόπι.»
     Αυτά της είπε, κι έφυγε ο Αργοφονιάς ο μέγας·
και πρός το μεγαλόκαρδο Οδυσσέα κινάει η νύφη,
150 σαν άκουσε τις προσταγές του Δία του Ολυμπήσου.
Τόν είδε και καθότανε μονάχος στ’ ακρογιάλι·
δε στέγνωναν τα μάτια του ποτές από τα δάκρυα,
μόν’ έλυωναν οι μέρες του οι χρυσές από τον πόνο
της ξενιτειάς, κι η θέαινα δεν του ‘δινε πια γλύκα.
Μόνε τις νύχτες στη σπηλιά με το στανιό κοιμόταν
155 δίχως λαχτάρα στην καρδιά, κι άς λαχταρούσε εκείνη.
Και στ’ ακροβράχια του γιαλού καθόταν καθεμέρα,
ψυχοπονώντας άπαυα με στεναγμούς και θρήνους,
και βλέποντας τις θάλασσες με μάτια δακρυσμένα.
Σιμά του στάθηκε η θεά η χαριτωμένη κι είπε·
160 «Καημένε, μη μου κλαίγεσαι πια εδώ, και τη ζωή σου
του κάκου λυώνεις· πρόθυμα εγώ τώρα θα σε στείλω.
Μόν’ έλα, και μακρόξυλα με το πελέκι κόψε,
και σάλι απλόχωρο μ’ αυτά καλά σα συνεδέσης,
κάσαρα σκάρωσε αψηλά αποπάνωθε, και τότες
165 σέρνεις και φεύγεις μέσα του πρός τ’ αχνερά πελάγη.
Ψωμί, νερό και κόκκινο κρασί εγώ θα σου βάλω,
να μην πεινάς και φορεσές θα δώσω να φορέσης,
και πρύμο αγέρα να φυσάη κατόπι σου θα στείλω,
που να γυρίσης άβλαβος στην πατρική σου χώρα,
άν θέλημα είναι των θεών που ορίζουνε τα ουράνια,
170 που ‘ναι από μένα αξιώτεροι να κρίνουν και να πράξουν.»
     Αυτά είπε, κι ο πολύπαθος Δυσσέας ανετριχιάζει,
και φώναξέ την, κι είπε της με λόγια φτερωμένα·
     «Άλλα στο νου σου έχεις, θεά, κι όχι το μισεμό μου,
175 που λες με σάλι να διαβώ της θάλασσας τα πλάτια
τα φοβερά, που ούτε γοργά καράβια δεν περνάνε,
χαρούμενα αρμενίζοντας στο φύσημα του Δία.
Μα εγώ χωρίς τη γνώμη σου δε θα ‘μπαινα στο σάλι,
άν όρκο δε δεχόσουνα μεγάλο να μου κάνης,
πως άλλο εσύ δε μελετάς κακό στο νου σου μέσα.»
180      Αυτά είπε, κι η μυριόχαρη θεά χαμογελώντας
με νάζι τόνε χάδεψε, κι ονόμασε τον κι είπε·
     «Μαριόλος είσαι μα το ναί, και κούφιο νου δεν έχεις,
που τέτοιο συλλογίστηκες να ξεστομίσης λόγο.
Μαρτύροι η γής κι ο ουρανός ο αμέτρητος απάνω,
185 και τα νερά που χύνουνται στον Άδη από τη Στύγα,
— των θεών βαρύς και φοβερός αυτός είν’ όρκος πάντα, —
πως άλλο εγώ δε μελετώ κακό στο νου μου μέσα.
Μόνε για σένα νοιάζουμαι, και σου μιλάω το ίδιο
όπως για μένα θα ‘κανα σαν τύχαινέ μου ανάγκη·
190 γιατ’ έχω καλοθελησιά, και μες στα σωθικά μου
είν’ η καρδιά μου μαλακιά, δεν είναι σιδερένια.»
     Αυτά είπε, και ξεκίνησε η μυριόχαρη η θεούλα
με βιάση, και στα αχνάρια της ακολουθούσε εκείνος.
Και φτάσανε στο θολωτό το σπήλιο αντάμα οι δυό τους·
195 κάθισ’ εκείνος στο θρονί που ο Ερμής προτού καθόταν,
κι η νύφη του παράθεσε λογής θροφές απ’ όσες
να τρώνε και να πίνουνε οι ανθρώποι συνηθάνε·
ατή της κάθισε αντικρύ του θεϊκού Οδυσσέα,
κι οι παρακόρες φέρανε αμβροσία και νεχτάρι.
200 Και τότες στα έτοιμα φαγιά τα χέρια τους απλώσαν.
Κι από φαγί κι από πιοτό καλά σάνε φρανθήκαν,
η Καλυψώ, η μυριόχαρη θεά, να λέη αρχίζει·
     «Γιέ του Λαέρτη διόθρεφτε, πολύσοφε Οδυσσέα,
λοιπόν εσύ στο σπίτι σου και στη γλυκειά πατρίδα
205 να σύρης τώρα λαχταρείς; Ετσι άς γενή, και χαίρου.
Όμως ο νούς σου άν το ‘βαζε το πόσα κακοπάθια
σένα φυλάει η μοίρα σου, στον τόπο σου ως να φτάσης,
σ’ αυτό το σπήλιο θα ‘μνησκες αθάνατος να γίνης,
κι άς είχες το βαρύ καημό της ώριας σου γυναίκας,
210 που μέρα νύχτα να τη δής το ‘χεις πολλή λαχτάρα.
Παινιέμαι δά πως απ’ αυτή χειρότερη δεν είμαι
στην όψη μήτε στο κορμί, και δεν ταιριάζει κιόλας
θνητές μ’ αθάνατες ποτές στα κάλλη να μετριούνται.»
     Τότ’ ο πολύβουλος Δυσσέας απολογήθη κι είπε·
215 «Χαριτωμένη μου θεά, μη μου οργιστής για δαύτο·
νιώθω κι εγώ πως ταπεινή στ’ ανάστημα ή στα κάλλη
η Πηνελόπη η γνωστικιά θα φαίνουνταν ομπρός σου·
αυτή θνητή, και πάντα εσύ και απέθαντη και νέα.
Όμως περίσσια λαχταρώ, και το ζητώ ολοένα,
220 να πάω στον τόπο, να χαρώ του γυρισμού τη μέρα.
Κι ά με χτυπήση οργή θεού στα μελανά πελάγη,
έχω καρδιά βασταχτερή, κι απομονή θα κάνω·
έπαθα που έπαθα πολλά και ‘πόφερα άλλα τόσα
στις μάχες και στις θάλασσες· άς μου γενή και τούτο.»
225      Αυτά είπε· κι ο ήλιος βούτηξε, κι απλώθηκε σκοτάδι·
και μπήκανε στ’ απόβαθα του θολωτού του σπήλιου·
κι εκεί πλαγιάσανε μαζί και κρυφαγκαλιαστήκαν.
     Σά φάνη η ροδοδάχτυλη της νύχτας κόρη Αυγούλα,
πήρε ο Δυσσέας και φόρεσε χιτώνα και χλαμύδα,
230 κι έβαλε φόρεμα η θεά περίλαμπρο, μεγάλο,
ψιλόφαντο και λιμπιστό· κατόπι ωριό ζωνάρι
ολόχρυσο στη μέση της, και σκέπη στο κεφάλι·
και τότες του τρανού Οδυσσέα νοιαζόταν το ταξίδι.
Πρώτα πελέκι του ‘δωσε, καλό στις απαλάμες,
235 τρανό, χαλκένιο, δίκοπο, που μέσα του στειλιάρι
ώριο, ελατένιο του ‘χανε βασταγερά μπηγμένο·
κατόπι του προμήθεψε σκεπάρνι ακονισμένο,
και πρός την άκρη πήρε τον που ‘χε αψηλά τα δέντρα,
κλήθρες και λεύκες· κι έλατα που αγγίζανε τα ουράνια,
240 από καιρό κατάξερα, να ‘ναι αλαφρά στο κύμα.
Κι αφού τον τόπο του ‘δειξε που βρίσκουνταν τα δέντρα,
γύρισε πίσω η Καλυψώ η μυριόχαρη στο σπήλιο,
και ξύλα εκείνος έκοβε, και πρόκοβε η δουλειά του.
Ως είκοσι έρριξε δεντρά, τα πελεκάει μ’ αξίνα,
245 τα ροκανίζει τεχνικά, τα σιάζει με τη στάφνη·
και με τρυπάνια που η θεά από τη σπηλιά του φέρνει,
τα τρυπανίζει, και μαζί τ’ αρμολογάει αράδα,
χτυπώντας μέσα τους γερούς αρμούς και ξυλοκάρφια.
Κι όσο φαρδιά την πατωσιά σε φορτηγό καράβι
250 πιδέξιος κάνει μαραγκός, τόσο φαρδύ το σάλι
κι ο Οδυσσέας το σκάρωσε. Ορθόστησε πουντέλια
απάνω σε πυκνόβαλτα μαντάλια ταιριασμένα·
και τέλος τα συνέδεσε με μακρουλά μαδέρια,
Κατάρτι μέσα στύλωσε, το αρμάτωσε με αντένα,
255 και το τιμόνι ταίριαξε, να κυβερνάη το σάλι,
που με πλεμάτια από ιτιές το ‘φραξε πέρα ως πέρα,
να μην περνούν τα κύματα· και σώριασε από μέσα
κλαριά πολλά. Και του έφερε σκουτιά η θεά φασμένα
για τα πανιά, και τα ‘φτιαξε κι αυτά ο Δυσσέας με τέχνη.
260 Κατόπι σκότες έδεσε, και ξάρτια και μαντάρια,
και με λοστούς στη θάλασσα κατέβασε το σάλι.
     Όλα σε μέρες τέσσερις τα ‘χε αποτελειωμένα.
Τήν πέμπτη μέρα απ’ το νησί η θεά τον προβοδούσε·
τον έλουσε, τον έντυσε με ρούχα μυρισμένα,
265 του ‘βαλε ασκί μαύρο κρασί, νερό σε ασκί μεγάλο,
του γέμισε σακκί θροφές και διαλεχτά προσφάγια,
και πρύμο του ‘στειλε απαλό κι απείραγο, που ο μέγας
Δυσσέας αναγαλλιάζοντας απλώνει τα πανιά του.
270 Μέ το τιμόνι τεχνικά κυβέρναε καθισμένος,
κι ο ύπνος δεν κατέβαινε στα μάτια του όσο ‘κοίτα
την Πούλια, το Βοδοζευγά που αργεί να βασιλέψη,
και την Αρκουδα, — κι Άμαξα τη λέν, — που αυτού γυρίζει
και τον Ωρίωνα τηράει, και μόνη αυτή ποτές της
275 στα πέλαγα δε λούζεται εκείνη του ‘πε η νύφη,
να τη φυλάη απ’ τη ζερβή μεριά σαν αρμενίζη.
Αρμένιζε έτσι δεκαφτά μερόνυχτα ο Δυσσέας,
στα δεκοχτώ φανήκανε τα όρη τα ισκιωμένα,
280 τώ Φαιάκων, που κοντύτερα στο δρόμο του βρισκόνταν,
και σαν ασπίδα μες στ’ αχνά φαντάζανε πελάγη.
     Ως τόσο απ’ τους Αιθίοπες κινάει ο Κοσμοσείστης.
και μακρινά ξανοίγει τον απ’ τώ Σολύμων τα όρη,
και στ’ ανοιχτά κοιτώντας τον, θυμός πολύς τον πιάνει·
285 βαριοκουνάει την κεφαλή και λέει στο νου του μέσα·
     «Γιά δές που οι θεοί βουλεύτηκαν ν’ αποφασίσουν άλλα
για το Δυσσέα, σαν έλειπα στης Αιθιοπίας τα μέρη,
και να τος άξαφνα τη γής ζυγώνει τώ Φαιάκων,
και να ξεφύγη είναι γραφτό το μαύρο τέλος τώρα
της συφοράς που του ‘πεσε. Μα κι άλλα ακόμα πάθια
290 θαρρώ θα του κατέβουνε, για να καλοχορτάση.»
     Λέει, και μαζώνει σύγνεφα και θάλασσες ταράζει,
κρατώντας το τρικράνι του, και κάθε ανέμου φούρια
σηκώνει· γής και πέλαγα με σύγνεφα σκεπάζει,
295 και νύχτα περιχύνεται αποπάνω απ’ τα ουράνια.
Πέφτει ο Σορόκος κι ο Νοτιάς κι ο δυνατός Πονέντης
κι ο αιθερογέννητος Βοριάς που κύματα άγρια φέρνει,
Κοπήκανε τα γόνατα κι η ανάσα του Οδυσσέα,
και πικραμένος έλεγε μες στην τρανή ψυχή του·
«Αλλοίς μου, το φτωχό· και τί θα μου συβούνε ακόμα ;
300 Φοβάμαι πως αλάθευτα η θεά μου τα ‘λεγε όλα,
σα μου ‘πε πως στα πέλαγα, πρί φτάσω στην πατρίδα,
βάσανα θα ‘χω περισσά, και να, που βγαίνουν όλα·
ο Δίας με τα σύγνεφα τα ουράνια στεφανώνει,
και τάραξε τις θάλασσες, κι οι ανέμοι αποπαντούθε
305 φυσομανούνε· τώρα πια σωστή η καταστροφή μου.
Μακαρισμένοι οι Δαναοί, και τρίς μακαρισμένοι,
που τότες σκοτωθήκανε στην διάπλατη Τρωάδα,
για χάρη των Ατρεόπουλων. Μακάρι τέτοιο τέλος
να ερχότανέ μου τον καιρό που χάλκινα κοντάρια
310 οι Τρώες μου ‘ριχταν κοντά στου Αχιλλέα το σώμα,
Θά μ’ έθαφταν οι Αχαιοί και δόξα θα μου βγάζαν·
μα τώρα θάνατο φριχτό να πάθω είναι γραμμένο.»
     Είπε, κι απάνω του ξεσπάει θεόρατο ένα κύμα,
με τέτοια φόρα, που γυρνάει το σάλι και τραντάζει.
315 Πέφτει ο Δυσσέας άξαφνα κι αυτός πέρ’ απ’ το σάλι,
και το τιμόνι ξεγλιστράει από τα δυό του χέρια·
από τη μέση τσάκισε κι έπεσε το κατάρτι,
κι ο σίφουνας ο φοβερός που φύσα αποπαντούθε
του ‘ριξε αντένα και πανί μακριά μες στα πελάγη.
320 Πολληώρα τόνε κράταγε το μέγα κύμα κάτου,
τί του βαραίναν τα σκουτιά, της Καλυψώς τα δώρα.
Και σαν ανέβηκε, πικρή το στόμα του έφτυνε άρμη,
που γύρω του περέχυνε την κεφαλή σα βρύση.
Όμως το σάλι δεν ξεχνάει κι άν τόσο τυραννιόταν,
325 μόνε απ’ το κύμα χούμιξε και πιάστηκε από δαύτο,
και κάθισε στη μέση του, το χάρο να ξεφύγη.
Κι αυτό κυλιόταν απ’ εδώ κι εκεί στο κύμα απάνω.
Πώς το χινόπώρο ο Βοριάς τ’ αγκάθια μες στους κάμπους
μαζώνει, κι όλα δένουνται σωρός το ‘να με τ’ άλλο,
330 όμοια το συνεπαίρνανε στα πέλαγα οι ανέμοι·
πότε ο Νοτιάς το πέταγε ο Βοριάς για να τ’ αρπάξη,
πότε ο Σορόκος το πετάει παιχνίδι του Πονέντη.
     Κι η κόρη η λευκαστράγαλη του Κάδμου Ινώ τον είδε,
η Λευκοθέα, που θνητής λαλιά μιλούσε πρώτα,
335 μα τώρα θεάς στα πέλαγα τιμές απολαβαίνει·
και το Δυσσέα σπλαχνίστηκε που τυραννοπλανιόταν,
και μ’ όφιας πεταχτής μορφή κινάει από τα βάθια·
στο σάλι το καλόδετο καθίζει και του κρένει·
     «Τί τόσο μίσος σου κρατάει μεγάλο ο Κοσμοσείστης,
340 κακόμοιρε, και βάσανα περίσσια όλο σου σπέρνει ;
Μα όσο κι ά χολιάζη αυτός, δε σ’ αφανίζει εσένα.
Μόν’ έλα, κάμε ό,τι σου πω, γιατί χαζός δε δείχνεις·
βγάλ’ τα σκουτιά σου, κι άφησε το σάλι στους ανέμους,
και με τα χέρια πλέοντας, πολέμησε να φτάσης
345 στους Φαίακες, που ‘ναι γραφτό να βρής το γλυτωμό σου.
Ζώσε τα στήθια σου μ’ αυτό τ’ αθάνατο μαγνάδι,
και τότες φόβο από κακό κι από χαμό δεν έχεις.
Όμως απάνω στη στεριά τα χέρια σου άμ’ αγγίξης,
ξεζώσου το και πέτα το στα μελανά πελάγη,
350 αλάργα από τη γής πολύ, την όψη αλλού γυρνώντας.»
     Αυτά του μίλησε η θεά, και του ‘δωσε μαγνάδι,
και πάλε ξαναβούτηξε στα κύματα σαν όφια,
και τ’ αφρισμένα τα νερά τη σκέπασαν αμέσως.
Ως τόσο ο πολυβάσανος Δυσσέας συλλογιέται,
355 και λέει με στεναγμό βαθύ μες στον τρανό το νου του·
     «Αλλοίς, κι ανίσως πάλε θεός παγίδα μου σκαρώνει,
και να με πείση πολεμάει το σάλι μου ν’ αφήσω·
μα δε θα τον ακουσω εγώ· τί με τα μάτια μου είδα
μακριά τη γής που μου ‘λεγε πως θα ‘βρω καταφύγιο.
360 Αυτό θα κάμω, που θαρρώ καλύτερό ‘ναι απ’ όλα.
Όσο τα ξύλα αυτά μαζί δεμένα συγκρατιούνται,
θα μείνω εδώ και θα βαστώ μ’ απομονή στα πάθια·
μα τ’ άγρια άν πέσουν κύματα και το σκαρί μου σπάσουν,
τότες κολύμπι, κι άλλο πια καλύτερο δε βρίσκω.»
365      Αυτά καθώς ανάδευε στο νου και στην ψυχή του,
μεγάλο κύμα σήκωσεν ο σείστης ο Ποσειδώνας,
φριχτό κι αψηλοθόλωτο, που απάνω του ξεσπάνει.
Και καθώς σίφουνας σωρό ξεράχερα τινάζει
και τα σκορπάει εδώ κι εκεί, παρόμοια σκορπιστήκαν
370 και τα δοκάρια του σκαριού· και τότες ο Οδυσσέας
σε ξύλο καβαλλίκεψε σαν που άλογο ανεβαίνουν,
και τα σκουτιά ξεγδύθηκε, της Καλυψώς τα δώρα.
Ευτύς γύρω στα στήθη του ζώνεται το μαγνάδι,
και μπρουμυτώντας στα νερά τα χέρια του τεντώνει
375 να κολυμπήση· κι ο τρανός τον είδε ο Κοσμοσείστης,
και σείνοντας την κεφαλή στο νου του μέσα κρένει·
     «Τώρα που τόσα τράβηξες, άμε στα πέλαα γύρνα,
ώσπου μ’ ανθρώπους διόθρεφτους να σμίξης. Μα δε θα ‘χης
θαρρώ παράπονο πια εσύ πως συφορές δε σου ‘ρθαν.»
380      Και τα λαμπρότριχ’ άλογα μαστίγωσε, και φτάνει
ως τις Αιγές, που τ’ ώριο του βρισκότανε παλάτι.
     Και τότες άλλο η Αθηνά, του Δία η κόρη, βρήκε.
Φράζει άξαφνα και σταματάει κάθε άλλου ανέμου δρόμο,
και τους προστάζει να σταθούν και να συχάσουν όλοι.
385 Και σήκωσε γοργό Βοριά να σπάση ομπρός το κύμα,
ώσπου να ρθή στους Φαίακες, που το κουπί αγαπάνε,
ξεφεύγοντας το θάνατο ο θεόμορφος Δυσσέας.
     Εκεί θαλασσοπάλευε δυό νύχτες και δυό μέρες,
κι ανέπαυα καταστροφή προμάντευε η ψυχή του.
390 Μα η ώρια Αυγή σαν έφερε το φώς της τρίτης μέρας,
έπεσε τότες ο Βοριάς κι απλώθηκε γαλήνη·
και ρίχνοντας καλή ματιά βλέπει τη γής κοντά του,
καθώς τον ανασήκωνε θεόρατο ένα κύμα.
Κι όπως στα τέκνα φαίνεται γλυκειά η ζωή γονιού τους,
395 που αρρώστια μακρινή τον τρώει πολύν καιρό στην κλίνη,
και που σκληρά τον τυραννεί με πόνους κακή μοίρα,
μα οι θεοί απ’ τα βάσανα τον ακριβό τους σώνουν,
έτσι γλυκειά φαινότανε της γής η πρασινάδα
στον Οδυσσέα· και πάσκιζε ολοένα κολυμπώντας
400 να στήση πόδι απάς στη γής. Και πιο κοντά σαν ήταν,
όσο να φτάση φωνητό, τότε άκουγε το χτύπο
της θάλασσας που δέρνουνταν στα βράχια καταπάνω·
γιατί βογκούσε στις στεριές το γιγαντένιο κύμα,
ξεσπάνοντας τρομαχτικά κι αφρούς παντού σκορπώντας
405 τί μήτε αράγματα είχε εκεί, μήτε λιμιώνες είχε,
μόνε ακρωτήρια δοντωτά, και βράχους και λιθάρια.
Και του Οδυσσέα κόπηκαν τα γόνατα κι η ανάσα,
και πικραμένος έλεγε μες στον αντρίκιο νου του·
     «Αλλοίς μου, τώρα που τη γής να δώ βουλήθη ο Δίας
ανόλπιστα, και που έφτασα να σκίσω τόσα βάθια,
410 να μην τυχαίνη πέρασμα απ’ τη θάλασσα για να ‘βγω,
μόνε όλο βράχια κοφτερά, και γύρω τους το κύμα
βροντάει, και πέτρα γλιστερή αποπάνωθε ορθοστέκει·
βαθιά και τα νερά κοντά, και πάτημα δε βρίσκω,
για να σταθώ κι από κακή να ξεγλυτώσω μοίρα.
415 Κι άν κάνω να ‘βγω, φοβερό μπορεί να μου ‘ρθη κύμα,
και να με ρίξη σύγκορμο στα κοφτερά λιθάρια,
και πάει του κάκου ο αγώνας μου. Μα άν πάλε κολυμπήσω
παρέκει το γιαλό γιαλό, τάχα να βρώ κρυμμένες
απόμερες ακρογιαλιές και θαλασσένιους κόρφους,
ποιός ξέρει ά δε μ’ άρπάξουνε και πάλε ανεμοζάλες,
420 και στα ψαράτα πέλαγα με σύρουν, κι άς στενάζω.
Ή ά δε μου στείλη φοβερή θεριό θεός κανένας,
απ’ όσα θρέφει στα βαθιά η ξακουστή Αμφιτρίτη·
τί ξέρω πως μ’ αντιπαθάει της γής ο μέγας σείστης.»
     Αυτά καθώς ανάδευε στο νου και στην ψυχή του,
425 κύμα τρανό τον πέταξε στο πετρωτό ακρογιάλι,
και θα γδερνόταν, κι όλα του τα κόκκαλα θα σπάναν,
ά δεν του φώτιζε το νου η θεά η γαλανομάτα.
Μέ τα δυό χέρια αδράχνοντας την πέτρα, εκεί κρατιόταν,
και βόγκαε ώσπου πέρασε το φοβερό το κύμα,
430 Έτσι το ξέφυγε, μα αυτό κυλώντας ξαναπίσω,
τόνε χτυπάει, και πιο μακριά στα πέλαα τον τινάζει,
Πώς μέσ’ απ’ το θαλάμι του χταπόδι σαν τραβιέται,
πολλά πετράδια στα βυζιά των πλοκαμιών κολνάνε,
έτσι έμειναν τα γδάρματα στις πέτρες κολλημένα
435 από τ’ αντρίκια χέρια του· και τόνε σκέπασε όλο
το μέγα κύμα. Κι εκειδά, πρί να ‘ρθη το γραφτό του,
θ’ αφανιζότανε μεμιάς ο δόλιος Οδυσσέας,
ά δεν τον καθοδήγευε η θεά η γαλανομάτα.
Μέσ’ από κύμα που με βουή πρός τη στεριά κυλιούνταν
προβάλλοντας, κολύμπαε μπρός, τη γής κοιτώντας, ίσως
440 και βρή ακρογιάλι απόμερο και κόρφο θαλασσένιο.
Μα σε ώριου στόμα ποταμού σαν ήρθε κολυμπώντας,
λαμπρός εκεί του φάνηκε κι απάνεμος ο τόπος,
με δίχως πέτρες. Τό ‘ νιωσε το ρέμα που κυλούσε,
κι αμέσως προσευκήθηκε μες στην ψυχή του κι είπε·
445      «Άκου με, βασιλιά καλέ, και παρακαλεστέ μου,
όποιος κι άν είσαι· σου έρχουμαι και σου προσπέφτω εσένα
απ’ τις φοβέρες φεύγοντας του Ποσειδώνα πέρα.
Ως κι οι αθάνατοι οι θεοί με σεβασμό τιμούνε
τον άντρα που πλανήθηκε και που ‘ρχεται ομπροστά τους·
έτσι κι εγώ στο γόνα σου προσπέφτω αποσταμένος.
450 Σπλαχνίσου με, και ικέτης σου παινιέμαι, βασιλιά μου.»
     Κι αυτός το ρέμα κόβει ευτύς, και σταματάει το κύμα,
κι απλώνει ομπρός του σιγαλιά, και τόνε σώζει στο έβγα
του ποταμού· και λύγισε ο Δυσσέας τα γόνατά του,
και τ’ αντρειωμένα χέρια του, κομμένος απ’ το κύμα.
455 Είχε πρησμένο το κορμί, κι ανάβρυζαν οι άρμες
στο στόμα, στα ρουθούνια του· χωρίς μιλιά κι ανάσα
και ναρκωμένος κοίτουνταν απ’ τον πολύ τον κόπο.
Μα πάλε σαν ξανάσανε και συμμαζώχτη ο νούς του,
ξέλυσε αμέσως της θεάς το μαγικό μαγνάδι,
460 και μέσα στ’ αρμυρά νερά του ποταμού τ’ αφήκε.
Κύμα μεγάλο το ‘συρε στης θάλασσας το ρέμα,
κι η θεά Ινώ το δέχτηκε γοργά στα δυό της χέρια·
τότες αυτός αφήνει πια τον ποταμό, και πέφτει
πάνω στα βούρλα, και ,φιλάει τη γής την καρποδότρα,
και με βαρειά ‘λεγε ψυχή μες στον αντρίκιο νου του·
465      «Αλλοίς μου, τί θα πάθω εδώ, και που θα καταντήσω ;
Τή νύχτα την ανήσυχη στον ποταμό άν περάσω,
η κακή πάχνη κι η ψιλή δροσιά μπορεί να σβήσουν
ολότελα το πνέμα μου τ’ αχνό και θολωμένο,
τί αγέρι την αυγή ψυχρό φυσάει απ’ το ποτάμι.
470 Στή ράχη πάλε άν ανεβώ, και στου δασιού τους ίσκιους,
και μέσα στα πυκνά δεντριά άν πλαγιάσω, να ξεκάμω
το σύγκρυο και την κούραση, κι ύπνος γλυκός με πάρη,
θεριά φοβάμαι μη με βρούν και θύμα τους με κάμουν.»
     Και αυτό να κάνη φάνηκε στο νου του πιο συφέρο·
475 σε δάσο γυροθώρητο που ηύρε σιμά στο ρέμα,
μπήκε και χώθηκε σε δυό χαμόδεντρ’ αποκάτω,
που από μιά ρίζα βγαίνανε· ελιά ‘τανε κι αγρίλι.
Μήτ’ οι ανέμοι οι σύνυγροι εκεί πέρα αγριοφυσούσαν,
μήτε του ήλιου οι φωτερές αχτίδες κατεβαίναν,
480 μήτε βροχή τα πέρναγε· τόσο πυκνά πλεγμένα
το ‘να με τ’ άλλο βρίσκουνταν· εκεί ο Δυσσέας τραβήχτη,
και με τα χέρια στοίβαξε μεμιάς μεγάλη στρώση·
γιατ’ είχε φύλλα περισσά τριγύρω σκορπισμένα,
που σώνανε και δυό και τρείς νομάτους να σκεπάσουν,
485 μα και χειμώνας να ‘τανε με κρύο σα φαρμάκι.
Τά είδε ο άντρας ο πολύπαθος, και χάρηκε η ψυχή του,
και πλάγιασε στη μέση τους, κι έρριξε φύλλα πλήθος
απάνω του. Σάν που δαυλό στη μαύρη στάχτη κρύβεις,
μες σ’ εξοχή παράμερη, που λείπουνε γειτόνοι,
490 και σώζεις σπόρο της φωτιάς, μην απ’ αλλούθε ανάψης,
έτσι ο Δυσσέας σκεπάστηκε με φύλλα· κι η Παλλάδα
ύπνο στα μάτια του ‘σταξε για να τον αλαφρώση
απ’ τη βαρειά την κούραση, τα βλέφαρα του κλειώντας.

 

Επισκέψεις: 154