Λυρική Ποίηση

ΕΝΤΕΧΝΗ ΠΟΙΗΣΗ

ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Το λυρικό ποίημα δεν αποτελείται από εκατοντάδες στίχους. Είναι μικρό. Δεν αναφέρεται σε μεγάλα εξωτερικά, ιστορικά, μυθικά κλπ. γεγονότα. Αλλά τραγουδάει τους πόνους καί τις χαρές της ψυχής. Το λυρικό ποίημα εκφράζει την εσωτερική διάθεση του δημιουργού. Είναι ποίημα καθαυτό προσωπικό. Στην αρχαία Ελλάδα τα ποιήματα αυτά τα τραγουδούσαν συνοδεύοντάς τα με τη λύρα. Γι’ αυτό καί ονομάστηκαν λuρικά.

Η λυρική ποίηση υπάρχει καί στις ημέρες μας. Οι περισσότεροι νεοέλληνες ποιητές είναι λυρικοί. Το κυριότερο γνώρισμα των ποιημάτων αυτών, είναι η μουσικότητα καί η αρμονία που πρέπει ν’ αναδίνουν. Τον βοηθητικό ρόλο που επαιζε στην αρχαιότητα η λύρα, πρέπει τώρα να τον παίζουν τα γλωσσικά στοιχεία του ίδιου του ποιήματος, οι κυματισμοί του μέτρου, ο εσωτερικός ρυθμός, (γι’ αυτά θά μιλήσουμε παρακάτω).

Καθώς οι αφορμές που κινητοποιούν την ψυχή είναι πολλές, πολλά είναι καί τα είδη που περιλαβαίνει η λυρική ποίηση. Τα κυριότερα από αυτά είναι:

1. ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
Η αγάπη καί o έρωτας είναι από τα ευγενέστερα συναισθήματα του ανθρώπου. Καί στάθηκαν μιά ακένωτη πηγή έμπνευσης γιά όλους τους ποιητές, από τους αρχαίους καιρούς ως τα σήμερα. Είναι αδύνατο να μη βρούμε ερωτικό ποίημα, ακόμα καί σε ποιητές αυστηρούς ή ποιητές που αφιέρωσαν τίς δυνάμεις τους αποκλειστικά σε άλλα είδη ποίησης.

Πολλές φορές το θέμα ενός ερωτικού ποιήματος είναι ολόϊδιο με κείνο που έγραψε άλλος ή άλλοι πολύ νωρίτερα. Ωστόσο δεν λένε τα ίδια πράγματα. Δεν αντιγράφουν ο ένας τον άλλο. Ανάμεσα στο θέμα καί στην εκτέλεση μπαίνει η ξεχωριστή προσωπικότητα του κάθε ποιητη καί το παραλλάζει.

2. ΟIΚΟΓΕΝΕIΑΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
Θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν ένα ευρύτερο είδος της ερωτικής ποίησης. Τη θέση της αγαπημένης γυναίκας παίρνουν εδώ η μητέρα, η σύζυγος, η κόρη. Τα αισθήματα των γονιών προς τα παιδιά καί των παιδιών προς τους γονείς είναι θέμα της οικογενειακής ποίησης. Οσο γιά τις αφορμές, είναι ποικίλες, σαν τη ζωή. Χαρούμενες ή λυπημένες : η γέννηση, ο γάμος ο χωρισμός, ο θάνατος.

3. ΕΛΕΓΕΙΑΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
Εκείνο που διακρίνει την ελεγειακή ποίηση είναι ο λυπημένος τόνος, η βουβή απελπισία, ο ψυχικός σπαραγμός. Η ελεγειακή ποίηση αποτελεί έναν ποιητικό θρήνο, γιά κάτι αγαπημένο που χάσαμε ή που θυμούμαστε με συγκίνηση. Το είδος αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν συμπλήρωμα των δύο προηγούμενων κατηγοριών, αφού, ένα ελεγειακό ποίημα, μπορεί ταυτόχρονα να είναι καί ερωτικό ή οικογενειακό.

4. ΦΥΣΙΟΛΑΤΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
Είναι η ποίηση που υμνεί τη φύση σε όλες τις ώρες καί τις εποχές, με χαρούμενους ανοιξιάτικους τόνους η με μελαγχολικές φθινοπωρινές πινελιές. Τη φύση όπως τη ζούμε στο χειμωνιάτικο ύπαιθρο η όπως τη χαιρόμαστε στο φωτεινό καλοκαίρι. Σ’ εμάς, που έχουμε το δώρο μιάς θαυμάσιας Φύσης, η φυσιολατρική ποίηση είναι πλούσια, σε όλες τις περιόδους της λογοτεχνικής μας ίστορίας.
Υπάρχουν ποιήματα αυτοτελή, που είναι αποκλειστικά φυσιολατρικά. Υπάρχουν όμως κι ένα πλήθος ποιήματα, στα οποία το φυσιολατρικό στοιχείο αποτελεί απλώς τον περίγυρο, το πλαίσιο, όπου τοποθετούνται άλλες κεντρικές διαθέσεις. Π.χ., γιά να τονίσει κανείς εντονότερα την πένθιμη ψυχική κατάθλιψη που τον συνέχει, περιγράφει τη γύρω του μουντή φθινοπωρινή φύση ή συνδέει την ερωτική ευτυχία του μ’ ένα χαρούμενο ανοιξιάτικο τοπίο. Δηλαδή η φυσιολατρική ποίηση μοιάζει πολύ με άλλα είδη λυρικής ποίησης. Περισσότερο όμως απ’ όλα με την πατριωτική ποίηση.

5. ΠΑΤΡIΩΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
Οι πατριωτικοί στίχοι πιάνουν ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής ποίησης, από την αρχαιότητα ως τα σήμερα. Η πατριωτική ποίηση καθρεφτίζει όλη την πίστη, τη λεβεντιά καί την ανωτερότητα της φυλής μας, στις τόσες καί τόσες μεγάλες ιστορικές ώρες της. Νίκες, συμφορές, θρίαμβοι, δάφνες, σκλαβιά, μεγαλείο – όλα δίνονται με θαυμάσιους στίχους καί θερμές πατριωτικές εμπνεύσεις.
Η έμφυτη φιλοπατρία του Ελληνα, η μεγάλη ευαισθησία του, γιά ό,τι αφορά την τιμή καί τη δόξα της χώρας του, η κληρονομική του λατρεία προς το ιδανικό της ελευθερίας καί το αθάνατο μέλλον της Ελλάδας, έχουν ενσαρκωθεί σε πατριωτικά ποιήματα, από τα πιό φτερωμένα καί ενθουσιαστικά. Τα ίδια αισθήματα καί συναισθήματα θα τα βρούμε όχι μόνο στην έντεχνη ποίηση, αλλά, καί στη δημοτική.
Το πατριωτικό ποίημα μπορεί να γραφεί σε όλα τα είδη του στίχου’ υπάρχουν όμως μερικά είδη, που προτιμήθηκαν παλαιότερα, ειδικά γιά την πατριωτική ποίηση. Τέτοια είδη είναι: ο θούριος (ή εμβατήριο), ο ύ μνος, η ωδή καί ο παιάνας.

α) Ο θούριος. Είναι ενθουσιώδες πατριωτικό άσμα, που διεγείρει, εμψυχώνει καί φλογίζει. Εχει γοργό ρυθμό, σε τρόπο που να συναρπάζει λαό καί στρατιώτες καί να κυκλοφορεί εύκολα σε όλα τα στόματα, φέρνοντας ρίγος, συγκίνηση, ενθουσιασμό καί αποφασιστικότητα. Από την αρχαιότητα είναι γνωστός, ο «Θούριος» του Τυρταίου, που τον μετάφρασε κατά την Ελληνική Έπανάσταση, σε δημοτική γλώσσα, ο Σπυρίδων Τρικούπης:

– Τι τιμή στό παλικάρι, όταν πρώτο στη φωτιά
σκοτωθεί γιά την Πατρίδα με τη σπάθα στα δεξιά…

Επίσης το εγερτήριο σάλπισμα του Ρήγα, ο περίφημος «Θούριος», που δονούσε, πυρπολούσε καί συγκλόνιζε τις καρδιές των ραγιάδων Ελλήνων καί ο οποίος εμψύχωσε το σκλαβωμένο Γένος μας αρκετές δεκαετίες, ως τον ξεσηκωμό του ’21.

– Ως πότε παλικάρια, θα ζούμεν στα στενά
μονάχοι σαν λιοντάρια, στες ράχες στα βουνά;…

Ενα από τα πιό δημοφιλή θούρια, κατά τον περασμένο αιώνα, ήταν καί τό: – Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά… του Ραγκαβή.

β) Ο ύμνος. Ο ύμνος μοιάζει κι αυτός με το θούριο, έχει όμως περισσότερες λογοτεχνικές αξιώσεις. Το εμβατήριο μπορεί να μην έχει καί μεγάλη στιχουργική αξία’ με τη μουσική όμως, που το εμψυχώνει, επιτελεί ένα σημαντικό ρόλο. Αντίθετα, ο ύμνος, καί χωρίς να συνοδεύεται από μουσική, είναι από μόνος του, σαν γραπτό επίτευγμα, αυστηρός, σοβαρός καί μεγαλοπρεπής.
Οι αρχαίοι Ελληνες έψαλλαν ύμνους στους θεούς κατά την τέλεση διάφορων θυσιών καί εορτών. Υστερα ύμνοι άρχισαν να γράφονται γιά τους ηρωες. Στους Αλεξανδρινούς χρόνους αφιέρωναν ύμνους στους βασιλείς. Στη Βυζαντινή περίοδο η υμνογραφία μεταφέρθηκε στη χριστιανική ποίηση, γνωρίζοντας μεγάλη ακμή. Καί στους νεώτερους χρόνους ο ύμνος χρησιμοποιήθηκε στην πατριωτική ποίηση.
Ενα είδος ύμνου είναι καί ο Εθνικός ύμνος. Δηλαδή ύμνος που καθιερώνεται επίσημα από το λαό, να αποτελεί το σύμβολο της εθνικής του ενότητας. Ο Εθνικός ύμνος αναφέρεται συνήθως στο σημαντικότερο γεγονός της ιστορίας κάθε λαού (όπως η ανεξαρτησία του), ανακρούεται σε όλες τις επίσημες στιγμές καί αποτελεί ένα είδος συμβόλου (όπως είναι καί η σημαία). Ο Εθνικός ύμνος πρέπει να προκαλεί, όχι μόνο φλογερό ενθουσιασμό, αλλά καί συγκίνηση, υπερηφάνεια καί ευλάβεια προς τα ιδανικά του Εθνους. Εξαιρετικό τέτοιο δείγμα είναι ο Εθνικός μας ύμνος, που τον αποτελουν οι πρώτες στροφές από τον Υμνον εις την ελευθερίαν του Διονυσίου Σολωμού, με μουσική του κερκυραίου Ν. Μάντζαρου.

γ) Η ωδή. Η ώδή (που μπορεί επίσης να είναι καί θρησκευτική ή ερωτική) έχει ένα επιβλητικό τόνο καί μιά εμπνευσμένη μεγαλοπρέπεια, χωρίς να της λείπει κι ο ενθουσιασμός. Οι αρχαίοι έλεγαν ωδές όλα τα αδόμενα ποιήματα, τα ποιήματα δηλαδή που τα τραγουδούσαν. Είναι είδος που μοιάζει με τον ύμνο καί βρίσκεται σε άμεση επαφή με τη λυρική ποίηση. Γενικά, από τους νεώτερους ποιητές, ωδές έχει γράψει μόνο ο μεγάλος ποιητής μας Ανδρέας Κάλβος.

δ) Ο παιάνας. Οι παιάνες ήταν χορικά θρησκευτικά άσματα καί αποτελούσαν ευχαριστήριους ύμνους προς τον Απόλλωνα, όταν τους γλίτωνε από κάποια μεγάλη συμφορά. Κυρίως όμως οι παιάνες ήταν πολεμικοί: Θριαμβευτικά τραγούδια, πάλι προς τιμή του Απόλλωνα, ύστερα από κάποια πολεμική νίκη. Τους παιάνες τους τραγουδούσαν μόνο άντρες, με τη συνοδεία λύρας ή αυλού ή κιθάρας. Τα σημερινά εμβατήρια είναι ένα είδος παιάνων.

6. ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
Οπως η πατρίδα, ετσι καί η θρησκεία είναι ζυμωμένη με την ψυχή του Ελληνα. Γι’ αυτό καί το θρησκευτικό στοιχείο δεν έλειψε ποτέ από την ελληνική ποίηση: αρχαία, αλεξανδρινή, βυζαντινή, μεσαιωνική καί νεώτερη.

Οί αρχαίοι Ελληνες χρησιμοποιούσαν στη θρησκευτική τους ποίηση τον παιάνα, γιά να ευχαριστήσουν το Θεό, τον ύμνο γιά να εγκωμιάσουν το μεγαλείο των Θεών, την ωδή γιά να εκφράσουν τη θρησκευτική τους ευλάβεια. Η μεγάλη ανάπτυξη της θρησκευτικής ποίησης σημειώθηκε την εποχή του Βυζαντίου. Ολα τα άλλα θέματα είχαν σχεδόν καταργηθεί. Δεν υπήρχε η λεγόμενη κοσμική ποίηση. Αλλά όλοι οι ποιητές, μικροί καί μεγάλοι, αντλούσαν τις εμπνεύσεις τους από τη θρησκευτική πίστη καί μόνο. Μετά την πτώση της Πόλης, οπότε η ποίηση πέρασε σε μιά περίοδο παρακμής, πάλι δεν έλειψε η θρησκευτική ποίηση. Τα ποιήματα αυτής της κατηγορίας δεν έχουν μεγάλη ποιητική αξία. Είναι συνήθως έμμετροι βίοι αγίων ή ακροστιχίδες ή αλφαβητάρια. Πότε κατεβαίνοντας τάχα στον Αδη ή πότε βλέποντας ένα μεγάλο όνειρο, ο ποιητής διηγείται σε εκατοντάδες στίχους τις περιπέτειές του, βρίσκοντας αφορμή να δώσει ηθικές συμβουλές, θρησκευτικές παραινέσεις καί γενικά ηθικο­θρησκευτικά διδάγματα.

Η νεώτερη ελληνική ποίηση έχει άφθονες θρησκευτικές εμπνεύσεις, που υμνούν το μεγαλείο του Θεού καί δοξάζουν τη γλυκύτητα του θείου Ναζωραίου. Αλλες αποτελούν ευλαβικές παρακλήσεις στην Παναγία καί τους αγίους. Αλλες αναφέρονται στις μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης (Πάσχα, Δεκαπενταύγουστο, Χριστούγεννα). Αλλες συνδυάζονται με τα γραφικά ελληνικά πανηγύρια καί την εξύμνηση της φύσης ή αποτελούν προσευχές, παρακλήσεις καί εξομολογήσεις.

7. ΑΛΛΑ ΛΥΡΙΚΑ ΕΙΔΗ
Στη λυρική ποίηση περιλαβαίνονται μερικά ακόμα είδη, όπως η βακχική ποίηση, με ποιήματα που υμνούν το κρασί, την ευθυμία καί την ξενοιασιά της ζωής. Στην αρχαιότητα υπήρχαν αρκετά τέτοια ποιήματα, γιατί σχετίζονταν με τις διονυσιακές (βακχικές) γιορτές. Στα νεώτερα χρόνια βακχικά ποιήματα έγραψε ο Αθανάσιος Χριστόπουλος. Σήμερα το είδος δεν καλλιεργείται, παρά σποραδικά, καί σε χαμηλό επίπεδο, κυρίως από στιχοποιούς στα λαϊκά περιοδικά.

Μιά αλλη κατηγορία είναι η λεγόμενη φιλοσοφική ποίηση (ή διδακτική ή κοινωνική ή γνωμική). Πραγματεύεται με τη μορφή του στίχου γενικές απόψεις καί θεωρήσεις της ζωής. Μεταδίνει την πείρα σεβάσμιων ποιητών, που πολλά έχουν να πουν από τις πολύτιμες γνώσεις τους, ή περιλαβαίνουν παράπονα γιά τις κοινωνικές αδικίες.

Συχνά στο λυρικό είδος περιλαβαίνεται καί η σατιρική ποίηση. Δεν πρέπει όμως να εννοούμε την πρόχειρη σάτιρα, που διακωμωδεί ενα γεγονός της επικαιρότητας – γεγονός που αύριο θα ξεχαστεί. Αλλά την ποίηση που με αληθινή ποιητική διάθεση καυτηριάζει γενικότερες καί διαρκείς καταστάσεις (Λασκαράτος). Σατιρικά ποιήματα έχουν γράψει καί πολλοί καθαρά λυρικοί ποιητές, όπως ο Σολωμός, ο Παλαμάς, ο Βάρναλης κ.ά.

Ενα τελευταίο είδος που ανήκει στη λυρική ποίηση είναι ο διθύραμβος. Το είδος αυτό δεν υπάρχει σήμερα (ένα-δυό ποιήματα του Σικελιανού θα μπορούσαν μόνο να xαρκτηριστoύν έτσι). Είναι αρχαίο είδος, καί μάλιστα αρχαιότατο. Αποτελούσε ύμνο στον Διόνυσο καί τον Βάκχο. Είχε γοργό ρυθμό καί τον ενέπνεε ένα ζεστό κύμα ενθουσιασμού. Γι’ αυτό, με τον καιρό, κατάληξε να χρησιμοποιείται ως τραγούδι του χορού, του «κύκλιου χορού» των αρχαίων. Αντί γιά τον Διόνυσο, άρχισε να υμνεί τον Απόλλωνα. Υστερα άρχισε να αναφέρεται στους άλλους θεούς του Ολύμπου καί στο τέλος έπαιρνε τα θέματά του από μυθικά γεγονότα. Δηλαδή, λίγο­ λίγο ξέφευγε από τον αρχικό θρησκευτικό χαρακτήρα του καί γινόταν χορευτικό τραγούδι, με τη συνοδεία αυλού καί κιθάρας. Η μορφή αυτή του διθύραμβου, στην Αττική, στάθηκε ο πυρήνας, από τον οποίο, σιγά-σιγά δημιουργήθηκε, με τη συνεχή εξέλιξη, το αρχαίο δράμα, η δραματική ποίηση, όπως λέμε.

Από κείμενα του Θ.Ροδάνθη

Επισκέψεις: 2,134