Κώστας Δ. Κυριαζής (1920-1991)


Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου πίστεψε πως ήταν δυνατόν να αναχαιτιστεί η κατακτητική ορμή των Οθωμανών ως Δεσπότης του Μυστρά, προσπάθησε με τα πενιχρά μέσα που διέθετε να απελευθερώσει βυζαντινά εδάφη. Ως αυτοκράτορας, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να αποτρέψει την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους.
Παρέμεινε μέχρι τέλους στην πρώτη γραμμή, εμψυχώνοντας τους υπερασπιστές και πολεμώντας ο ίδιος. Απέρριψε τόσο την προτροπή των οικείων του να διαφύγει, προκειμένου να οργανώσει από τον Μυστρά την άμυνα έναντι των Τούρκων, όσο και την προσφορά του σουλτάνου να του παραδώσει την Πόλη και να αναγνωριστεί η εξουσία του στο Δεσποτάτο. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έπεσε πολεμώντας στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, όταν η Πόλη είχε ήδη κυριευτεί, ξημερώματα της 29ης Μαΐου του 1453.

Θεοφανώ
Η εστεμμένη φόνισσα
Η “Θεοφανώ” δεν είναι μόνον ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα από τη γραφίδα του αριστοτέχνη Κ. Δ. Κυριαζή, αλλά και μια ιστορικά τεκμηριωμένη βιογραφία, μια καταβύθιση στα άδυτα του Ιερού Παλατιού, στη δόξα και στους εξευτελισμούς των βυζαντινών χρόνων.
Στα μέσα του δέκατου αιώνα, η όμορφη και αδίστακτη Αναστασώ, κόρη του κάπελα, που έγινε Θεοφανώ, σύζυγος του αυτοκράτορα, συνέδεσε το όνομά της με μερικούς από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της μακεδονικής δυναστείας και πιο επιτυχημένους ηγεμόνες του Βυζαντίου: νύφη του λόγιου Κωνσταντίνου Ζ΄Πορφυρογέννη του, σύζυγος και δολοφόνος του νικητή των Αράβων Νικηφόρου Φωκά, ερωμένη και ευεργέτης του νικητή των Ρώσων Ιωάννη Τσιμισκή, μητέρα του Βασίλειου του Βολγαροκτόνου.
Ίσως δεν είχε την πολιτική οξυδέρκεια της Θεοδώρας ή την υπομονή και τη μεθοδικότητα της Ειρήνης της Αθηναίας το βέβαιο είναι ότι δεν είχε ούτε ιερό ούτε όσιο όταν προσπαθούσε να ικανοποιήσει όχι τόσο τη δίψα της για εξουσία, όσο τις προσωπικές της επιθυμίες.

Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος
Ο Βασίλειος Β΄(976-1025) είναι ένας από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου στην εποχή της ακμής του: άριστος στρατηλάτης, όπως και οι προκάτοχοί του, Νικηφόρος Φωκάς (963-969) και Ιωάννης Τσιμισκής (969-976), πολέμησε ακούραστα επί δεκαετίες τον σημαντικότερο -εκείνη την εποχή- εχθρό της αυτοκρατορίας, κερδίζοντας το προσωνύμιο “Βουλγαροκτόνος”.
Προσηλωμένος, επίμονος, σταθερός, αυταρχικός, οργανωτικός και μεθοδικός, διορατικός, με άριστη αντίληψη όχι μόνο της στρατηγικής αλλά και των πολιτικών συσχετισμών, μεγάλωσε ως διάδοχος με τιμές και διασκεδάσεις τις οποίες εγκατέλειψε μεμιάς, για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην άσκηση της εξουσίας, όταν ήρθε η σειρά του να κυβερνήσει.
Έκτοτε έζησε απλά, πολεμώντας διαρκώς, παρέμεινε άγαμος και άτεκνος και, όταν πέθανε, κηδεύτηκε χωρίς τιμές, ως απλός στρατιώτης, σύμφωνα με την επιθυμία του.

Ηράκλειος
Τη υπερμάχω στρατηγώ
Μέγας στρατηλάτης, πηγή έμπνευσης για το στρατό και τους υπηκόους του, ο Ηράκλειος είχε την ακλόνητη βεβαιότητα πως έχαιρε της θεϊκής εύνοιας, γεγονός που γιγάντωνε την αυτοπεποίθησή του. Την εποχή που το Βυζάντιο, σε δεινή οικονομική ύφεση και ανήμπορο απέναντι στους εχθρούς του, βρισκόταν σε θανάσιμο κίνδυνο, ο Ηράκλειος κατόρθωσε να ανατρέψει την κατάσταση, να νικήσει κατά κράτος τους Πέρσες και να ανακτήσει τους Αγίους Τόπους. Πολύ σύντομα, ωστόσο, οι Άραβες, χάρις στον ασυγκράτητο δυναμισμό της νέας θρησκείας του Μωάμεθ -συνομηλίκου του Ηράκλειου-, αφαίρεσαν οριστικά από την αυτοκρατορία τη Μεσοποταμία, τη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο.
Μεγαλόψυχος και γενναιόδωρος, ψυχικά ασταθής και κυκλοθυμικός, ο Ηράκλειος κέρδισε την αγάπη των φίλων και το σεβασμό των εχθρών του, και καταγράφηκε στο συλλογικό ασυνείδητο του χριστιανικού μεσαίωνα ως ο πρώτος των Σταυροφόρων.

Η Μανιάτισσα – Η μάνα
Τελειώνει ο πόλεμος, λέγανε όσοι είχανε δικούς τους στο Στρατό. Θα γυρίσουν τα παιδιά μας, ο άντρας μου, τ’ αδέλφι μου, ο καλός μου.
“Τελειώνει ο πόλεμος”, έλεγε κι ο κύριος δήμαρχος. “Ο προαιώνιος εχθρός νικήθηκε απ’ όλους τους συμμάχους. Από την Ελλάδα, τη Σερβία, τη Βουλγαρία. Θα ζητήσει ειρήνη”.
“Θα γυρίσει ο Γιώργος”, ψιθύριζε η κυρία Μαρία, διαβάζοντας για εικοστή φορά το τηλεγράφημα που της έστειλε ο γιος της από την ελεύθερη Θεσσαλονίκη. Ήταν ανθυπίατρος στο προχωρημένο στρατηγείο του Διαδόχου.
Μόνο η κυρα-Πελαγία απ’ όλο το Γύθειο δεν είχε ενδιαφέρον αν τελείωνε σήμερα, αύριο, σε δύο χρόνια, ποτέ ο πόλεμος. Το βόλι είχε αρπάξει τον άντρα της. Ούτε η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, ούτε η περηφάνια της νίκης δεν την άγγιζαν.

Ρωμανός ο Δ΄ Διογένης
Ο Ρωμανός Δ’ Διογένης (1068-1071), γόνος σημαντικής οικογένειας της Καπποδοκίας, εκπρόσωπος της στρατιωτικής ελίτ του Βυζαντίου, έγινε αυτοκράτορας σε μια εποχή που η αυτοκρατορία περνούσε πολιτική κρίση, με συνεχείς παλατιανές έριδες και συνωμοσίες. Ο θαρραλέος στρατιωτικός έκανε μια φιλότιμη προσπάθεια να αντιμετωπίσει, με πενιχρά μέσα, τους Σελτζούκους Τούρκους, τον δυναμικό νέο εχθρό στα ανατολικά σύνορα της Μικράς Ασίας. Γνήσιο τέκνο της εποχής του, ο Ρωμανός διέπραξε ορισμένα κρίσιμα πολιτικά και στρατηγικά λάθη. Στη μάχη του Μαντζικέρτ προδόθηκε από τους συνεργάτες του κι απέμεινε να πολεμά μόνος, μέχρι που πιάστηκε αιχμάλωτος του Τούρκου Σουλτάνου. Απελευθερώθηκε χάρις στη μεγαλοψυχία του εχθρού του, για να βρει τραγικό τέλος στα χέρια των μικρόψυχων πολιτικών του αντιπάλων.
Από τα λησμονημένα χειρόγραφα ενός μοναστηριού, ο Κώστας Κυριαζής αντλεί την ιδέα μιας ακόμη μυθιστορηματικής βιογραφίας, με το γλωσσάρι και τη βιβλιογραφία της· ο συγγραφέας ζωντανεύει για χάρη μας τα χρόνια της παρακμής, τη σκληρή τύχη του αυτοκράτορα Ρωμανού Διογένη, που η προδοσία τον κυνήγησε τις 1030 μέρες της παραμονής του στον βυζαντινό θρόνο.

Αγνή η Φράγκα
Οι τελευταίοι Κομνηνοί
Η Αγνή, κόρη του Λουδοβίκου Ζ΄της Γαλλίας, ήρθε στο σπαρασσόμενο Βυζάντιο το 1179, σε ηλικία μόλις οκτώ ετών, προκειμένου να αρραβωνιαστεί τον δωδεκάχρονο διάδοχο του θρόνου Αλέξιο, τον οποίο δηλητηρίασε το 1182 ο Ανδρόνικος Κομνηνός. Η μοίρα της Αγνής συνδέθηκε έκτοτε με εκείνη του κατά πενήντα χρόνια μεγαλύτερού της Ανδρόνικού Κομνηνού, ενός άντρα όμορφου και ικανότατου, αλλά ταυτόχρονα ανήθικου και αδίστακτου. Προτού ανατραπεί, ο τελευταίος των Κομνηνών προσπάθησε να δραπετεύσει από την Κωνσταντινούπολη μαζί της, αλλά συνελήφθη.
Παρά το μένος των αντιπάλων του εναντίον του, η Αγνή γλίτωσε, ίσως λόγω της νεαρής ηλικίας της. Μία δεκαετία αργότερα, η Γαλλίδα πριγκίπισσα ήταν ερωμένη του Θεόδωρου Βρανά, ενός σημαντικού στρατηγού, με τον οποίο παντρεύτηκε μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204).

Η τέταρτη Σταυροφορία
Για τη Δ’ Σταυροφορία γράψανε αυτόπτες μάρτυρες. Δικοί μας και ξένοι. Στις σελίδες του βιβλίου θα τους βρει ζωντανούς ο αναγνώστης. Όπως θα βρει και πολλούς από τους γνώριμούς του από την «Αγνή τη Φράγκα». Η αυτοκρατόρισσα Άννα, ο Βρανάς, ο Μακροδούκας, ο Κοντοστέφανος, ο Ισαάκιος μπαίνουν πάλι στην αφήγηση μαζί με πολλούς άλλους δικούς μας και ξένους, ανίκανους και ικανούς, ήρωες και προδότες, άρπαγες και ληστές και αυτοκράτορες που άλλαζαν πριν κλείσουν χρόνο ή μήνες ή και μέρες ακόμη στο θρόνο απάνω. Με τη Δ’ Σταυροφορία συμπληρώνεται ο δεύτερος κύκλος της τριλογίας. Θα τελειώσει με το τρίτο μέρος που θα έχει τίτλο του «Ερρίκος του Αινώ. Τα πρώτα χρόνια της Φραγκοκρατίας».

Ερρίκος του Αινώ
Το Μάη του 1204 στέφθηκε ο πρώτος Λατίνος αυτοκράτορας στη Μεγάλη Εκκλησία της του Θεού Σοφίας. Το όνομά του Βαλδουίνος, κόμης της Φλάνδρας και του Αίνω και η κάποτε κραταιά αυτοκρατορία των Ρωμαίων έγινε χίλια δυο κομμάτια και μοιράστηκε ανάμεσα σε Φράγκους και Βενετσιάνους και Ρωμαίους και δημιουργήθηκαν βασίλεια, δεσποτάτα και αυτοκρατορίες. Τα δώδεκα δραματικά χρόνια που ακολούθησαν από την άλωση της Κωνσταντίνου πόλης από τους Φράγκους ως το θάνατο του δεύτερου Λατίνου αυτοκράτορα, του Ερρίκου του Αινώ, του αδελφού του Βαλδουίνου, ήταν τόσο στενά δεμένα με τη ζωή των Φράγκων, των Βενετσιάνων και των Ρωμαίων που όταν μιλάς για τον έναν έρχονται αμέσως στο νου σου και στο προσκήνιο και οι άλλοι.

Ροζέ ντε Φλορ
Στα 1302 ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β’ Παλαιολόγος αναγκάστηκε να δεχτεί την πρόταση κάποιου ξένου σπουδαίου πολεμιστή να τον συνδράμει με τους σιδερωμένους του ενάντια στους Τούρκους.
Ο πολεμιστής αυτός που είχε τη φήμη του αήττητου ήταν ο Ροζέ ντε Φλορ. Έφθασε στη Βασιλεύουσα ο Ροζέ με Καταλανούς, Αραγωνέζους και Άλμογάβαρους μισθοφόρους, τον γέμισε τιμές και πλούτη ο Ανδρόνικος και τον έστειλε να πολεμήσει τους Τούρκους. Νίκησε και πάλι ο Ροζέ, απώθησε τους Τούρκους κι υστέρα άφησε τους άνδρες του να χαρούν το πλιάτσικο… Σαν ακρίδες πέσαν πάνω στα ρωμαϊκά (βυζαντινά) χωριά οι άγριοι πολεμιστές, άρπαξαν, βίασαν, σκότωσαν… Ήλθε σε απόγνωση ο Ανδρόνικος και ο γιος του ο συμβασιλέας Μιχαήλ ο Θ’. Ο σύμμαχος έμοιαζε και ήταν χειρότερος από εχθρός. Ώσπου…
Η ζωή του ντε Φλορ, που ήταν διαδοχικά ναΐτης Ιππότης, κουρσάρος, ναύαρχος της Σικελίας, Μεγαδούκας και Καίσαρας της Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) αυτοκρατορίας, ήταν τόσο πολυκύμαντη, τόσο συναρπαστική, που δεν χρειάστηκε να προστεθεί τίποτε σ’ αυτό το βιβλίο που μοιάζει με ιπποτικό μυθιστόρημα από τη δράση του, τις δολοπλοκίες, τους ηρωισμούς, τους έρωτες, και τα πάθη που περισσεύουν.
Για τη ζωή του ντε Φλορ μιλάνε Ισπανοί και Έλληνες σύγχρονοι του, ο καθένας με τον τρόπο του, ο καθένας από τη σκοπιά του.

Μπερανζέ ντε Ροκαφόρ
Όταν έπεφτε σκοτωμένος από τους Αλανούς ο Ροζέ ντε Φλορ, όταν σφάχτηκαν οι άοπλοι σύντροφοί του στην Ανδριανού πόλη, ο συμβασιλέας Μιχαήλ – υπεύθυνος, ανεύθυνος για το θάνατό του, κανείς δεν μπορεί να το βεβαιώσει – ανάπνευσε γιατί πίστεψε ότι τα δεινά που είχαν επιφέρει στην αυτοκρατορία οι Ισπανοί μισθοφόροι με τον αρχηγό τους θα τελείωναν. Το ίδιο πίστεψε και ο Ανδρόνικος, ο αυτοκράτορας και κύρης του. Γιός και πατέρας ξύπνησαν από ένα όνειρο που είχαν πλάσει με τη φαντασία τους και ζήσαν το χειρότερο εφιάλτη που μπορούσαν να φαντασθούν. Καταλανοί, Αραγωνέζοι και Αλμογάβαροι κάτω από έναν άλλο αρχηγό, τον Μπερανζέ ντε Ροκαφόρ, το σενεσάλο του Ροζέ ντε Φλορ, ύστερα από μερικές δοκιμασίες οργανώθηκαν πάλι και σκόρπισαν τον όλεθρο και την καταστροφή στην Αυτοκρατορία για έξι ολόκληρα χρόνια. Και οι Ισπανοί νικούσαν πάντα και οι Ρωμαίοι (Βυζαντινοί) το βάζανε πάντοτε στα πόδια παρ’ όλες τις προσπάθειες του Μιχαήλ να τους αντιβγεί, ώσπου έφθασαν στη Αττική πολέμησαν και με τους Φράγκους, τους νίκησαν στην Κωπαΐδα και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα δημιουργώντας το Καταλάνικο δουκάτο που έζησε ογδόντα χρόνια.

Βάλτερ ντε Μπριέν
Το δουκάτο των Αθηνών ιδρύθηκε από τον Όθωνα Ντε Λά Ρός, προσωπικό φίλο του μαρκήσιου Βονιφάτιου του Μομφερά, που αυτοονομάστηκε βασιλιάς της Θεσσαλονίκης στα 1204, όταν οι Σταυροφόροι κατέκτησαν την Κωνσταντίνου Πόλη. Ο Μορφερά έδωσε στα 1205 ως τιμάριο ολόκληρη την Αττική και τη Βοιωτία στον Ντέ Λά Ρός, που ονομάστηκε μέγας κύρ των Αθηνών. Αργότερα το μέγα κυράτο προβιβάστηκε σε δουκάτο και γνώρισε στιγμές εξαιρετικού μεγαλείου, που κορυφώθηκαν με τον τελευταίο Ντέ Λά Ρός, τον Γκύ Β΄. Ο Γκύ όμως πέθανε πολύ νέος και τον κληρονόμησε ο εξάδελφός του Βάλτερ ντέ Μπριέν. Φιλόδοξος στο έπακρο, ορμητικός, γενναίος αλλά και άμυαλος, ο Ντέ Μπριέν οδήγησε με την απερισκεψία του στην καταστροφή το δουκάτο. Όπως πάντα, η γραφή είναι η πιστή στην ιστορία και τα περισσότερα από τα πρόσωπα που μνημονεύονται είναι αληθινά.

Μυθιστορήματα
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (1952)
Θεοφανώ, η εστεμμένη φόνισσα (1963)
Βασίλειος Βουλγαροκτόνος (1964)
Ηράκλειος (1968)
Κωνσταντίνος ο Μέγας (1969)
Η Μανιάτισσα (Η μάνα) (1970)
Ρωμανός Δ’ Διογένης (1974)
Τριλογία
1176-1212
Αγνή η Φράγκα (1980)
Η τέταρτη Σταυροφορία (1981)
Ερρίκος του Αινώ (1984)
Τριλογία της Καταλανικής Κομπανίας, των Παλαιολόγων και του φράγκικου Δουκάτου της Αθήνας
Ροζέ ντε Φλορ (1986)
Μπερανζέ ντε Ροκαφόρ (1989)
Βάλτερ ντε Μπριέν (2004)

Βραβεία
Βασίλειος Βουλγαροκτόνος – Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών (1964)
Ηράκλειος – Κρατικό Βραβείο Μυθιστορηματικής Βιογραφίας (1969)
Ρωμανός Δ’ Διογένης – Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών (1974)

Μεταφράσεις
Γιάννης Κ. Γιαννακόπουλος, Βυζαντινή ανατολή και λατινική δύση (1966)
Jules Verne, Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος
Charles Dickens, Όλιβερ Τουίστ

Πηγές: BIBLIONET, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, kyriazisfoundation.org

Επισκέψεις: 64