Η Ιλιάδα του Ομήρου

Η Ιλιάδα μαζί με την Οδύσσεια αποτελούν τα αρχαιότερα έπη, όχι μόνο της ελληνικής, αλλά και της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, που μας παραδόθηκαν ολόκληρα και τοποθετούνται χρονικά στο δεύτερο μισό του 8ου αιώνα π.Χ. Η σύνθεση της Ιλιάδας προηγείται της Οδύσσειας και τοποθετείται γύρω στο 750 π.Χ. Έπειτα από τη μελέτη και της Οδύσσειας, η Ιλιάδα θα μας βοηθήσει να συνεχίσουμε το ταξίδι μας στον ομηρικό κόσμο και να ολοκληρώσουμε τη γνωριμία μας με τους ομηρικούς ήρωες. Η έκταση της Ιλιάδας είναι κατά 3.500 στίχους περίπου μεγαλύτερη από την Οδύσσεια, 15.693 στίχοι, και χωρίζεται, όπως και εκείνη, σε 24 ραψωδίες, όσα και τα γράμματα του ελληνικού αλφάβητου. Οι ιλιαδικές ραψωδίες δηλώνονται με ένα κεφαλαίο γράμμα και το περιεχόμενο της καθεμιάς αποδίδεται από έναν τίτλο τον οποίο θα βρείτε στην αρχή της αντίστοιχης περιληπτικής αναδιήγησης.

Ιλιάδα και Ιστορία
Η Ιλιάδα, ακολουθώντας το κύριο γνώρισμα της επικής ποίησης, που είναι ο ηρωικός χαρακτήρας στο περιεχόμενό της, αναφέρεται σε ένα ένδοξο παρελθόν γεμάτο ηρωικές πράξεις. Έτσι, αν και το έπος συντέθηκε τον 8ο αιώνα, αναφέρεται σε αναμνήσεις μιας άλλης εποχής, της μυκηναϊκής, στο τέλος της οποίας έγινε ο Τρωικός πόλεμος (12ος αιώνας π.Χ.). Επειδή, λοιπόν, ο ποιητής αναπαριστά μιαν εποχή πολύ πιο μακρινή από τη δική του και αγνοεί πολλές λεπτομέρειες της καθημερινότητάς της, απεικονίζει μέσα στο έργο του έναν κόσμο που του είναι πιο πρόσφατος και οικείος. Γι’ αυτό θα δούμε ότι οι συνήθειες, οι αντιλήψεις, οι θεσμοί και τα υλικά που χρησιμοποιούν οι ιλιαδικοί ήρωες ήταν γνωστά στην εποχή του ποιητή αλλά όχι και στο μυκηναϊκό άνθρωπο. Από την άλλη, δεν είναι λίγες οι φορές που ο ποιητής προσθέτει σ’ αυτά και στοιχεία εντελώς φανταστικά και εξωπραγματικά. Είναι φανερό, λοιπόν, ότι η ιλιαδική πραγματικότητα, όπως και αυτή που γνωρίσαμε στην Οδύσσεια, είναι μια πλαστή πραγματικότητα και αποτελεί σύνθεση στοιχείων που επισώρευσαν οι αιώνες στο πεδίο της ιστορίας και στοιχείων φανταστικών, τα οποία οφείλονται στη δημιουργική φαντασία του ποιητή. Γι’ αυτό δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε την Ιλιάδα ως ιστορική πηγή για τον αιώνα στον οποίο αναφέρεται. Αντίθετα, λόγω των πολλών αναχρονισμών, δίνει περισσότερες πληροφορίες για την εποχή κατά την οποία συντέθηκε. Και σ’ αυτή την περίπτωση όμως πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η Ιλιάδα μπορεί να χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη την ιστορία, αλλά είναι πρωτίστως ποίηση και αυτό το ιστορικό υλικό έχει υποστεί ποιητική επεξεργασία από ένα δημιουργό που ήθελε με το έργο του μάλλον να τέρψει το ακροατήριό του, παρά να το πληροφορήσει για τα ιστορικά και κοινωνικά δεδομένα της εποχής στην οποία αναφέρεται. Επομένως, το ιλιαδικό έπος χρησιμοποιεί την ιστορία ως πηγή έμπνευσης και ταυτόχρονα ως χρονικό πλαίσιο, αλλά δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ιστορικό σύγγραμμα.

Περιεχόμενο, θέμα και δομή της Ιλιάδας
Στην Ιλιάδα το θέμα αποκαλύπτεται στον ακροατή του έπους από τους πρώτους κιόλας στίχους. Στο πρωτότυπο, μάλιστα, κείμενο η πρώτη λέξη είναι μῆνις (= θυμός, οργή). Αυτό είναι και το θέμα του έπους, η οργή δηλαδή του Αχιλλέα μετά τη σύγκρουσή του με τον αρχιστράτηγο των Αχαιών, τον Ατρείδη Αγαμέμνονα. Ο θυμός του Αχιλλέα προκλήθηκε με αφορμή τη μοιρασιά των λαφύρων. Συγκεκριμένα, ο Αγαμέμνονας είχε πάρει ως γέρας (= πολεμικό λάφυρο) τη Χρυσηίδα, κόρη του ιερέα του Απόλλωνα Χρύση. Έπειτα από παράκληση του Χρύση, ο Απόλλωνας έστειλε λοιμό στο στρατόπεδο των Αχαιών, για να τους τιμωρήσει για την αρπαγή της Χρυσηίδας. Έτσι ο Αγαμέμνονας υποχρεώθηκε να επιστρέψει τη Χρυσηίδα στον πατέρα της. Απαίτησε όμως να πάρει αυθαίρετα ως λάφυρο τη Βρισηίδα, που ήταν το γέρας του Αχιλλέα. Το γεγονός αυτό προσέβαλε τον Αχιλλέα, που σε μια έκρηξη θυμού και ύστερα από μια έντονη σύγκρουση αποφασίζει να αποχωρήσει από τον πόλεμο μαζί με τους Μυρμιδόνες.
Ο Αχιλλέας επανέρχεται στη μάχη μόνο προς το τέλος του πολέμου (στη ραψωδία Τ), όταν ο Έκτορας σκότωσε το φίλο του Πάτροκλο και αυτός, διψασμένος για εκδίκηση, θέλει να σκοτώσει το πρωτοπαλίκαρο των Τρώων. Η μῆνις, λοιπόν, του Αχιλλέα αποτελεί την αφετηρία και το κύριο θέμα της Ιλιάδας. Η πρωτοτυπία του Ομήρου είναι ότι γύρω από αυτό το θέμα, το οποίο αποτελεί μόνο ένα επεισόδιο του δέκατου χρόνου της πολιορκίας της Τροίας, καταφέρνει να παρουσιάσει τους αγώνες των Ελλήνων γύρω από το Ίλιον (άλλη ονομασία της Τροίας), στη διάρκεια της δεκάχρονης πολιορκίας, γεγονός που δικαιολογεί και την ονομασία του έπους, Ιλιάς και όχι Αχιλληίς! Πρέπει, λοιπόν, να γίνεται διάκριση ανάμεσα στο θέμα και στο περιεχόμενο της Ιλιάδας: το θέμα, που είναι η μῆνις του Αχιλλέα, δίνει αφορμή στον ποιητή να μας παρουσιάσει έναν πόλεμο που διήρκεσε δέκα χρόνια στην πεδιάδα της Τροίας. Αυτός ο πόλεμος αποτελεί και το περιεχόμενο του έπους. Ο ποιητής δεν τον περιγράφει από την αρχή του, αλλά αποσπά από τα δέκα χρόνια μια μικρή χρονική περίοδο που καλύπτει 51 ημέρες, πριν από την άλωση της πόλης. Ακριβέστερα, το έπος τελειώνει με το θάνατο και τον ενταφιασμό του Έκτορα, του βασικού υπερασπιστή της Τροίας. Η συνέχεια (άλωση και καταστροφή της Τροίας, αιχμαλωσία των μελών της βασιλικής οικογένειας κτλ.) παρουσιάζεται σε άλλα έπη. Οι 51 αυτές ημέρες είναι το χρονικό παρόν του έπους. Μέσα σ’ αυτό βέβαια γίνονται αναφορές στο παρελθόν με χρονικές συντμήσεις, αναδρομές στα περασμένα και ένθετες διηγήσεις (εγκιβωτισμούς) παλαιών γεγονότων, όπως και προαναγγελίες για το μέλλον. Αυτές οι προβολές στο μέλλον θα αποτελούσαν το θέμα άλλων έργων (π.χ. όταν ο ποιητής φαντάζεται το τέλος του Αστυάνακτα, του γιου του Έκτορα, Ω 728 κ.εξ.).
Η μῆνις λοιπόν του Αχιλλέα, σε συνδυασμό με την απόφαση του Δία να ικανοποιήσει τον ήρωα βοηθώντας τους Τρώες (Διὸς βουλή), έπειτα από παράκληση της μητέρας του Θέτιδας, υπήρξε γενεσιουργός αιτία πολλών δεινών για τους Αχαιούς. Η αποχή του ισχυρότερου Αχαιού από τη μάχη είχε ως συνέπεια οι Τρώες, με τη βοήθεια μάλιστα του Δία, να προβάλουν αποφασιστική αντίσταση και να σημειώσουν σημαντικές νίκες, που οδήγησαν στην επιμήκυνση του πολέμου. Έτσι το θέμα της μήνιδος του Αχιλλέα αποκτά μεγάλη σημασία για τη σύνθεση της Ιλιάδας και την εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων. Η μεγάλη σημασία της οργής του ήρωα φαίνεται και από τη συχνότητα με την οποία εμφανίζεται το θέμα αυτό στο έπος τόσο σε σχέση με τους θνητούς, καθώς οι ήρωες πολλές φορές θα θυμηθούν τον Αχιλλέα και θα αναφερθούν στην απουσία του, όσο και σε σχέση με τους θεούς, των οποίων οι συζητήσεις και οι ενέργειες βρίσκονται σε στενή συνάρτηση με τη μῆνιν του Πηλείδη. Βέβαια, υπήρχαν και άλλοι σημαντικοί ήρωες, ιδίως ο Διομήδης που πήρε τη θέση του απόντος Αχιλλέα. Πολλοί μάλιστα από τους Αχαιούς αρχηγούς, όπως ο Διομήδης, ο Αγαμέμνονας, ο Πάτροκλος κ.ά., πραγματοποιούν σπουδαία κατορθώματα (αριστείες) στο πεδίο της μάχης όσο λείπει ο Αχιλλέας. Παρ’ όλες όμως τις παροδικές επιτυχίες των Αχαιών, οι Τρώες με τον ισχυρό πολέμαρχό τους, τον Έκτορα, είχαν την πρωτοβουλία στον πόλεμο, γιατί αυτόν τον τελευταίο μόνο ο Αχιλλέας μπορούσε να τον αντιμετωπίσει. Όταν όμως ο ήρωας, μετά το φόνο του Πάτροκλου από τον Έκτορα, συμφιλιώνεται με τον Αγαμέμνονα και παίρνει και πάλι μέρος στον πόλεμο, σκοτώνει το πρωτοπαλίκαρο των Τρώων, οπότε η ζυγαριά γέρνει και πάλι προς το μέρος των Αχαιών και η άλωση της Τροίας φαίνεται να πλησιάζει. Αυτήν όμως δε θα τη διηγηθεί ο Όμηρος στην Ιλιάδα.
Το θέμα επομένως του θυμού του Αχιλλέα διατρέχει όλη την Ιλιάδα. Παράλληλα, γύρω από αυτό ο ποιητής πλέκει το περιεχόμενο του έπους, που είναι πολύ ευρύτερο, και χρονικά και θεματολογικά, από το θέμα της μήνιδος, δηλαδή τους δεκάχρονους αγώνες των Αχαιών γύρω από την Τροία (Ίλιον).

Διαφορές Ιλιάδας και Οδύσσειας
Ανάμεσα στα δύο ομηρικά έπη θα παρατηρήσουμε σημαντικές διαφορές τόσο στο ύφος όσο και στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται ο κόσμος. Από τα αρχαία κιόλας χρόνια η δραματική πυκνότητα της Ιλιάδας είχε αποδοθεί στο νεαρό της ηλικίας του ποιητή, ενώ το αφηγηματικό ύφος της Οδύσσειας ταίριαζε καλύτερα σε ένα έργο των γηρατειών. Η διαφορά όμως του ύφους δε θα πρέπει να αναζητηθεί μόνο στη χρονολόγηση, αλλά και στο διαφορετικό θέμα κάθε έργου.
Η Οδύσσεια, όπως είδαμε, μοιάζει με ναυτικό παραμύθι σε παράξενους τόπους με εξωπραγματικά όντα (Κύκλωπες, Σειρήνες κτλ.). Αντίθετα, το παραμυθικό στοιχείο λείπει από την Ιλιάδα. Οι μύθοι της έχουν ηρωικό περιεχόμενο, αλλά η δράση εντοπίζεται σε έναν πραγματικό κόσμο, απαλλαγμένο από τέρατα και φανταστικές περιπέτειες. Ακόμη και οι θεοί της έχουν ανθρώπινες διαστάσεις και η συμπεριφορά τους συχνά ελάχιστα διαφέρει από αυτήν των ανθρώπων.
Η Οδύσσεια, παρ’ όλη την πληθώρα φανταστικών και παραμυθικών στοιχείων, καθρεφτίζει κοινωνικά μια νεότερη εποχή, όταν ο θεσμός της βασιλείας πλέον παρακμάζει, ενώ στην Ιλιάδα βρίσκεται στην ακμή του. Η Οδύσσεια περιγράφει τη γέννηση της πόλης με πολιτικά σώματα που έχουν αποφασιστικό ρόλο δίπλα στο βασιλιά. Στο βασίλειο των Φαιάκων, παρ’ όλο που υπάρχει μόνο στο πλαίσιο του μύθου, λειτουργεί μια συνέλευση γερόντων, όπως αντίστοιχα στην Ιθάκη υπάρχει μια άτυπη συνέλευση του λαού, έστω και χωρίς δυνατότητα παρέμβασης στο θέμα των απαιτήσεων των μνηστήρων. Ωστόσο, από αυτήν πρέπει ο Τηλέμαχος να ζητήσει βοήθεια για να αρχίσει να ψάχνει για τον πατέρα του. Είναι φανερό ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο μετάβασης από τη βασιλεία με την απόλυτη εξουσία σε μια νεότερη εποχή με τη δημιουργία αντιπροσωπευτικών πολιτικών σωμάτων. Στην Ιλιάδα καθρεφτίζεται η αντίληψη μιας κλειστής αριστοκρατικής τάξης, ενώ στην Οδύσσεια οι ήρωες ανήκουν σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και ακούγονται οι πεποιθήσεις και οι πόθοι των κατώτερων τάξεων. Στις στρατιωτικές συνελεύσεις της Ιλιάδας, όπου αποφασίζονται τα διάφορα ζητήματα, οι απλοί στρατιώτες ακούνε, αλλά αρκούνται στο να επευφημήσουν. Ο Θερσίτης, που τόλμησε να διαφωνήσει με τον Αγαμέμνονα και να υψώσει το ανάστημά του, βρήκε την ανάλογη τιμωρία από τον Οδυσσέα (Β 225-270).
Οι θεοί που γνωρίσαμε στην Οδύσσεια δεν είναι το ίδιο εγωιστές και άδικοι, όπως στην Ιλιάδα: στο νεότερο έπος έχει αρχίσει να καθιερώνεται στον Όλυμπο κάποια ηθική τάξη. Είναι βέβαια και οι θεοί της Οδύσσειας γεμάτοι πάθη, μα δεν έχουν την πρωτογονική εκρηκτικότητα που θα συναντήσουμε στους θεούς της Ιλιάδας. Ανάλογες αντιθέσεις θα παρατηρήσουμε και στους δύο κεντρικούς ήρωες των επών. Ο Οδυσσέας δεν έχει την ορμητικότητα του Αχιλλέα ούτε την έλλειψη του μέτρου, μα άλλες, πιο πολύτιμες στην καθημερινή ζωή, αρετές, όπως η εξυπνάδα, η επιμονή και η καρτερικότητα. Για να πετύχει το σκοπό του στηρίζεται περισσότερο στην εφευρετικότητα του νου του, παρά στη μυϊκή του δύναμη. Με λίγα λόγια ο χαρακτήρας της Ιλιάδας είναι πολεμικός, και γι’ αυτό μερικές φορές σκληρός, ενώ της Οδύσσειας είναι πιο ήρεμος και ειρηνικός. Αν ο δεύτερος ταιριάζει σε έναν ώριμο ποιητή, οπλισμένο με την πείρα της ζωής, τότε ο πρώτος αποκαλύπτει σίγουρα ένα δημιουργό στην ακμή της νεανικής ηλικίας του.
Πηγές: Σχολικά εγχειρίδια

Περίληψη των 24 ραψωδιών της Ιλιάδος
Στην ύστερη ελληνιστική Αλεξάνδρεια η Ιλιάδα χωρίστηκε -πιθανόν από το Ζηνόδοτο- σε 24 ραψωδίες, που στα ελληνικά συμβολίζονται με τα κεφαλαία γράμματα του αλφαβήτου.

Α (Λοιμός. Μήνις): Βρισκόμαστε ήδη στον ένατο χρόνο του πολέμου. Μετά την επίκληση του ποιητή στη Μούσα γίνεται μία αναδρομή και μαθαίνουμε πώς ο Αγαμέμνονας αρνούμενος να επιστρέψει τη Χρυσηίδα στον πατέρα της -ιερέα του Απόλλωνα- προσέβαλε το θεό και προκάλεσε την οργή του εναντίον των Αχαιών. Ο Αγαμέμνονας βρίσκεται υποχρεωμένος από το στρατό να επιστρέψει τη Χρυσηίδα, αλλά ζητάει ως αντάλλαγμα τη Βρισηίδα που ανήκει στον Αχιλλέα. Οι αρχηγοί φιλονικούν, επεμβαίνει η Αθηνά και συνετίζει τον Αχιλλέα που ετοιμαζόταν να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα. Εκείνος οργισμένος αποφασίζει να μη συμμετέχει πλέον στις μάχες. Ζητάει από τη μητέρα του Θέτιδα να μεσολαβήσει στο Δία, για να πάρει ικανοποίηση για την προσβολή που του έγινε. Η Θέτιδα συναντά το Δία και εκείνος δίνει τη συγκατάθεσή του.

Β (Όνειρος. Διάπειρα. Βοιωτία ή κατάλογος νεών): Ο Δίας στέλνει απατηλό όνειρο στον Αγαμέμνονα για δήθεν άμεση επίθεση και νίκη. Ο Αγαμέμνονας συγκαλεί το στρατό και για να δοκιμάσει το φρόνημά του προτείνει τη διακοπή του πολέμου και την επιστροφή στην πατρίδα. Καθώς οι περισσότεροι συμφωνούν και πανηγυρίζουν χρειάζεται η σωτήρια παρέμβαση του Οδυσσέα, ο οποίος γελοιοποιεί το θορυβοποιό Θερσίτη. Ακολουθεί αναλυτικός και ακριβής κατάλογος των ελληνικών δυνάμεων και συντομότερος των Τρώων και των συμμάχων τους.

Γ (Όρκοι. Τειχοσκοπία. Αλεξάνδρου και Μενελάου μονομαχία): Οι αντίπαλοι στρατοί είναι έτοιμοι για μάχη, αλλά ο Πάρης-Αλέξανδρος προθυμοποιείται να μονομαχήσει με το Μενέλαο και να δοθεί τελική κρίση. Πίσω στην Τροία η Ελένη ανεβαίνει -με παραίνεση της Ίριδας- στα τείχη, όπου βρίσκεται ο Πρίαμος και απαντά στις ερωτήσεις του βασιλιά ονοματίζοντας τους σημαντικότερους ήρωες των Αχαιών. Στη μονομαχία που ακολουθεί, ο Μενέλαος νικά τον Πάρη και θα τον σκότωνε, αν δεν επενέβαινε η Αφροδίτη μεταφέροντάς τον στο παλάτι μέσα σε ένα σύννεφο. Με τη μορφή γριάς δούλας προσπαθεί να στείλει την Ελένη στην αγκαλιά του Πάρη, αλλά εκείνη καταλαβαίνει το τέχνασμα και συναινεί μόνο έπειτα από τις απειλές της θεάς.

Δ (Ορκίων σύγχυσις. Αγαμέμνονος επιπώλησις): Ο Δίας, για να τηρήσει την υπόσχεσή του στη Θέτιδα, στέλνει την Αθηνά να παρασύρει τον Πάνδαρο σε παραβίαση της ανακωχής. Ο Πάνδαρος ρίχνει ένα βέλος και πληγώνει επιπόλαια το Μενέλαο. Η μάχη μόλις αρχίζει και ο Αγαμέμνονας με παραινέσεις και ψόγους επιχειρεί να κεντρίσει τους αρχηγούς των Αχαιών. Μιλά άδικα και επιτιμητικά στο Διομήδη, που όμως αποδεικνύεται περισσότερο υπομονετικός σε σύγκριση με τον Αχιλλέα.

Ε (Διομήδους αριστεία): Η μάχη αυτή της πρώτης μέρας θα διαρκέσει ως τη ραψωδία Η. Τώρα στην πρώτη γραμμή μπαίνει ο Διομήδης και με τη βοήθεια της Αθηνάς επιτίθεται ακόμα και σε θεούς. Πληγώνει στο χέρι την Αφροδίτη, που προστατεύει το γιο της Αινεία, και όταν αυτή καταφεύγει στον Όλυμπο, την προστασία του Αινεία αναλαμβάνει ο Απόλλωνας. Ο Διομήδης επιτίθεται και σε αυτόν αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Οι Τρώες εμψυχώνονται από τον ‘Aρη. Και αυτόν όμως τον πληγώνει ο Διομήδης χάρις στην Αθηνά, που έχει πάρει τη θέση του ηνιόχου στο άρμα του.

Ζ (Έκτορος και Ανδρομάχης ομιλία): Ο Διομήδης προκαλεί σε μονομαχία το Λύκιο Γλαύκο. Συνειδητοποιούν, όμως, ότι είναι παλιοί φίλοι και τελικά ανταλλάσσουν τις πανοπλίες τους. Ο Έκτορας και ο Αινείας επιστρέφουν στην πόλη, για να παροτρύνουν τις γυναίκες να κατευνάσουν την Αθηνά με προσφορές. Ο Έκτορας συναντά την Ανδρομάχη στα τείχη και ακολουθεί μία συνομιλία γεμάτη συζυγική τρυφερότητα και πένθιμα προαισθήματα. Στη συνέχεια, συναντάει τον Πάρη και μαζί επιστρέφουν στη μάχη.

Η (Έκτορος και Αίαντος μονομαχία. Νεκρών αναίρεσις): Με προτροπή των θεών ο Έκτορας καλεί κάποιον από τους Αχαιούς σε μονομαχία και ο κλήρος ορίζει αντίπαλό του τον Αίαντα. Η μονομαχία λήγει, εξαιτίας της νύχτας, χωρίς αποτέλεσμα. Οι Έλληνες και οι Τρώες θάβουν τους νεκρούς τους το άλλο πρωί και στη διάρκεια της μέρας οι πρώτοι κατασκευάζουν ξύλινο τείχος και ανοίγουν τάφρο γύρω από τα πλοία.

Θ (Μάχη): Την επομένη, ο Δίας απαγορεύει σε όλους τους θεούς να μετέχουν στη σύγκρουση και ο ίδιος επισκοπεί το πεδίο της μάχης από το όρος Ίδη. Από τους Έλληνες διακρίνεται ο Διομήδης και από τους Τρώες ο Έκτορας. Οι Τρώες υπερισχύουν και η Ήρα μπαίνει στον πειρασμό να παρακούσει την εντολή του Δία, αλλά αποτρέπεται από την Ίριδα.

Ι (Πρεσβεία προς Αχιλλέα. Λιταί): Ο Αγαμέμνονας ανακινεί και πάλι την πρόταση διακοπής του πολέμου
Διομήδης αντιτίθεται και ο Νέστορας συμβουλεύει να εξευμενιστεί ο Αχιλλέας. Ο Αγαμέμνονας προθυμοποιείται να δώσει πολλά δώρα και την πρότασή του μεταφέρουν στον Αχιλλέα ο Οδυσσέας, ο Φοίνικας και ο Αίαντας. Παρά τη φιλική του υποδοχή ο Αχιλλέας συνεχίζει να αρνείται και απαντά πως θα πολεμήσει, μόνον όταν οι Τρώες φτάσουν στα πλοία των Μυρμιδόνων. Οι απεσταλμένοι επιστρέφουν στους άλλους αρχηγούς απογοητευμένοι.

Κ (Δολώνεια): Αποφασίζεται να σταλούν ο Διομήδης και ο Οδυσσέας για κατασκοπία στο στρατόπεδο των Τρώων. Αλλά και ο Έκτορας έχει στείλει το Δόλωνα να κατασκοπεύσει τους Αχαιούς. Οι δύο Έλληνες τον συλλαμβάνουν και, αφού καταφέρνουν να του αποσπάσουν ό,τι ξέρει, τον θανατώνουν. Στο στρατόπεδο των Τρώων σκοτώνουν το νεοαφιχθέντα βασιλιά της Θράκης Ρήσο, κλέβουν τα θεϊκά του άλογα και επιστρέφουν στα καράβια.

Λ (Αγαμέμνονος αριστεία): Η καινούργια μέρα της μάχης θα διαρκέσει ως τη ραψωδία Σ. Στην αρχή της βρίσκεται η αριστεία του Αγαμέμνονα που ανατρέπει τα σχέδια του Δία. Ο πατέρας των θεών -μέσω της Ίριδας- παρακινεί τον Έκτορα να αποτραβηχτεί ώσπου να πληγωθούν οι Αγαμέμνονας, Διομήδης και Οδυσσέας. Στη συνέχεια, όμως, ο Έκτορας επιστρέφει στη μάχη και φέρνει τους Αχαιούς σε δύσκολη θέση. Ο Αχιλλέας παρακολουθεί από το πλοίο του τη μάχη και στέλνει τον Πάτροκλο να πάρει πληροφορίες. Ο Πάτροκλος συναντά το Νέστορα που του βάζει την ιδέα να παρακινήσει τον Αχιλλέα να συμμετάσχει, ή τουλάχιστον να πάρει ο ίδιος τα όπλα του φίλου του και να μπει στη μάχη.

Μ (Τειχομαχία): Εδώ αρχίζει ένα τμήμα της μάχης που θα διαρκέσει ως τη ραψωδία Ο. Στις ραψωδίες αυτές εναλλάσσονται και επικαλύπτονται επεισόδια με αριστοτεχνική συναρμογή. Οι Αχαιοί υποχωρούν στα πλοία και οι Τρώες επιτίθενται στο στρατόπεδό τους. Ύστερα από την αποτυχημένη επίθεση του ‘Aσιου οι Τρώες εφορμούν ομαδικά, αλλά τους αποτρέπει ένας κακός οιωνός και ο Πολυδάμας συμβουλεύει να σταματήσουν την επίθεση. Όμως ο Έκτορας παρακούει και σπάζει την πύλη, ενώ ο Σαρπηδόνας γκρεμίζει ένα τμήμα της έπαλξης.

Ν (Μάχη επί ταις ναυσίν): Παρά την απαγόρευση του Δία ο Ποσειδώνας εμψυχώνει τους Έλληνες παίρνοντας τη μορφή του Κάλχαντα και του Θόαντα. Ο Ιδομενέας μάχεται πολύ σκληρά, αλλά ο Έκτορας συνεχίζει να επιτίθεται.

Ξ (Διός απάτη): Ο Αγαμέμνονας κάνει πάλι λόγο για επιστροφή στην πατρίδα, αλλά ο Οδυσσέας και ο Διομήδης αντιτίθενται. Η Ήρα δανείζεται από την Αφροδίτη τη μαγική ερωτική της ζώνη και παρασύρει το Δία σε ερωτικές περιπτύξεις, ύστερα από τις οποίες ο θεός πέφτει σε βαθύ ύπνο. Οι θεοί που συμπαθούν τους Έλληνες εκμεταλλεύονται την ευκαιρία να επέμβουν, ενώ ο Έκτορας βρίσκεται λιπόθυμος από την πέτρα που του πέταξε ο Αίαντας.

Ο (Παλίωξις παρά των νεών): Όταν ξυπνά ο Δίας, οι Τρώες έχουν διωχτεί πέρα από την τάφρο. Μόλις τότε μαθαίνει η Ήρα τη θέλησή του με όλες τις λεπτομέρειες. Ο Ποσειδώνας υποχρεώνεται να εγκαταλείψει τη μάχη, ενώ ο Απόλλωνας εμψυχώνει τον Έκτορα, που εισβάλλει εκ νέου στο στρατόπεδο των Αχαιών. Οι Τρώες απειλούν πια με φωτιά τα πρώτα καράβια και ο μόνος που ανθίσταται ακόμα είναι ο Αίαντας.

Π (Πατρόκλεια): Ο Πάτροκλος κλαίγοντας παρακαλεί το φίλο του Αχιλλέα, αλλά εκείνος παραμένει αμετάπειστος. Στέλνει, ωστόσο, τους Μυρμιδόνες στη μάχη και δίνει την πανοπλία του στον Πάτροκλο. Τον συμβουλεύει να μην προχωρήσει μακριά. Οι Τρώες βλέποντας τον Πάτροκλο πανικοβάλλονται, γιατί νομίζουν ότι είναι ο ίδιος ο Αχιλλέας. Απομακρύνονται από τα πλοία και ο Πάτροκλος τούς καταδιώκει και σκοτώνει το Σαρπηδόνα, το γιο του Δία. Μεθυσμένος από τη νίκη του ο Πάτροκλος φτάνει ως τα τείχη της Τροίας και αντιμετωπίζει τον Έκτορα σε μονομαχία. Ο Απόλλωνας, όμως, τον αφοπλίζει και τελικά σκοτώνεται από τον Έκτορα και τον Εύφορβο.

Ρ (Μενελάου αριστεία): Σφοδρή μάχη ξεσπάει γύρω από το σώμα του Πατρόκλου. Ο Μενέλαος σκοτώνει τον Εύφορβο, ενώ ο Έκτορας αφαιρεί τα όπλα του Αχιλλέα από το νεκρό Πάτροκλο και τα φοράει. Η Αθηνά και ο Απόλλωνας εμψυχώνουν τις αντίπαλες παρατάξεις και εκεί που φαίνεται ότι θα νικήσουν οι Τρώες, τελικά ο Μενέλαος και ο Μηριόνης καταφέρνουν να απομακρύνουν το νεκρό με κάλυψη από τους δύο Αίαντες.

Σ (Οπλοποιία): Ακόμα το νεκρό του Πατρόκλου βρίσκεται σε κίνδυνο και ο Αχιλλέας -με προτροπή της Ίριδας- εμφανίζεται στα τείχη και φοβίζει τους Τρώες με κραυγές. Η Ήρα κάνει τον ήλιο να βασιλέψει νωρίτερα και η μάχη λήγει. Ο Έκτορας παρακούοντας τη συμβουλή του Πολυδάμαντα κρατά τους Τρώες στην πεδιάδα, όπου και στρατοπεδεύουν. Το φοβερό πόνο του Αχιλλέα έρχεται να απαλύνει η Θέτιδα, η οποία στη συνέχεια παρακαλεί τον Ήφαιστο να κατασκευάσει στο γιο της καινούργια πανοπλία. Η ασπίδα, που περιγράφεται αναλυτικά, είναι πλούσια διακοσμημένη με σκηνές από την ειρηνική ζωή και τον πόλεμο.

Τ (Μήνιδος απόρρησις): Το επόμενο πρωί η Θέτιδα φέρνει την καινούργια πανοπλία και ο Αχιλλέας συγκαλεί το στρατό, για να ανακοινώσει την επιστροφή του στη μάχη. Ο Αγαμέμνονας του υπόσχεται πλούσια δώρα καθώς και την επιστροφή της Βρισηίδας. Μετά βίας ο Αχιλλέας επιτρέπει στους πολεμιστές να φάνε πριν τη μάχη, ενώ λίγο πριν ξεκινήσουν, το άλογό του Ξάνθος προλέγει το θάνατό του.

Υ (Θεομαχία): Ο Δίας επιτρέπει στους θεούς να αναμειχθούν στη μάχη και έτσι αρχίζει η τελευταία και αγριότερη μάχη της Ιλιάδας. Ο Αχιλλέας εμφανίζεται σφοδρότατος και σπουδαίοι αντίπαλοι όπως ο Αινείας και ο Έκτορας γλιτώνουν μόνο χάρη στις επεμβάσεις του Ποσειδώνα και του Απόλλωνα, αντίστοιχα.

Φ (Μάχη παραποτάμιος): Ο Αχιλλέας γεμίζει τον ποταμό Σκάμανδρο με πτώματα, ο ποταμός εξεγείρεται και φέρνει τον ήρωα σε κίνδυνο. Οι θεοί επεμβαίνουν και η φωτιά του Ηφαίστου δαμάζει το Σκάμανδρο. Στον αγώνα μεταξύ των θεών υπερτερούν αυτοί που υποστηρίζουν τους Έλληνες. Η Αθηνά χτυπά τον ‘Aρη και η Ήρα την ‘Aρτεμη. Έπειτα όλοι επιστρέφουν στον Όλυμπο. Μπροστά στα τείχη της Τροίας ο Απόλλωνας -με τη μορφή του Αγήνορα- ανακόπτει την ορμή του Αχιλλέα, ώσπου οι Τρώες να κρυφτούν μέσα στα κάστρα.

Χ (Έκτορος αναίρεσις): Ο Έκτορας μένει έξω από τα τείχη· στη ζυγαριά του Δία όμως η μοίρα του θανάτου βαραίνει ήδη εναντίον του. Στην προσπάθειά του να σωθεί από την ορμή του Αχιλλέα τρέχει τρεις φορές γύρω από το κάστρο της Τροίας. Ο Απόλλωνας τον εγκαταλείπει και η Αθηνά τον ξεγελά με τη μορφή του Δηίφοβου. Ο Αχιλλέας τον σκοτώνει και στη συνέχεια τον σέρνει δεμένο στο πίσω μέρος από το άρμα του, ενώ στα τείχη οι γονείς του και η γυναίκα του ξεσπούν σε σπαρακτικό θρήνο.

Ψ (Άθλα επί Πατρόκλω): Το φάντασμα του Πατρόκλου εμφανίζεται στον Αχιλλέα και ζητά ταφή. Την άλλη μέρα ετοιμάζεται η πυρά και ανάμεσα στα θύματα είναι και δώδεκα νεαροί Τρώες. Την επομένη συλλέγονται τα κόκαλα του νεκρού και λαμβάνουν χώρα αγώνες προς τιμήν του με σπουδαία έπαθλα. Σε κάποιο από τα αγωνίσματα έρχονται αντιμέτωποι ο Οδυσσέας και ο Αίαντας, προοικονομώντας ένα επεισόδιο που δεν αναφέρεται στην Ιλιάδα.

Ω (Έκτορος λύτρα): Ο Αχιλλέας με ασίγαστη μανία συνεχίζει να σέρνει το πτώμα του Έκτορα γύρω από τον τάφο του Πατρόκλου για δώδεκα μέρες. Οι θεοί δυσαρεστούνται και στέλνουν τη Θέτιδα να τον παρακινήσει να το δώσει στους Τρώες. Η Ίριδα και ο Ερμής βοηθούν τον Πρίαμο, που μεταφέρει πλούσια δώρα, να περάσει νύχτα τις γραμμές των Αχαιών. Ο Αχιλλέας θυμάται το δικό του πατέρα, η σκληρότητά του υποχωρεί μπροστά στον πόνο του Πριάμου και του παραδίδει το νεκρό, τον οποίο οι θεοί έχουν διαφυλάξει ανέπαφο. Στη δεκαήμερη ανακωχή που ακολουθεί οι Τρώες μαζεύουν ξύλα και την τελευταία μέρα ανάβουν την πυρά για τον Έκτορα.
Πηγές: mikrosapoplous.gr

Ομήρου Ιλιάδα – Μετάφραση Αλέξανδρου Πάλλη

Ραψωδία Α
Μούσα, τραγουδά το θυμό του ξακουστού Αχιλέα,
τον έρμο ! π’ όλους πότισε τους Αχαιούς φαρμάκια,
και πλήθος έστειλε ψυχές λεβέντικες στον Άδη
οπλαρχηγώνε, κι’ έθρεψε με τα κορμιά τους σκύλους
κι’ όλα τα όρνια (του Διός έτσι είχε η γνώμη ορίσει), 5
απ’ την αρχή σαν πιάστηκε με το γοργό Αχιλλέα
τ’ Ατρέα ο πρωταφέντης γιος και χώρισαν οι διό τους.
Πιός τάχα λες τους έσπρωξε θεός να λογοφέρουν;
Του Δία ο γιος και της Λητός, που με τον Αγαμέμνο
θύμωσε κι’ έρηξε κακή μες στο στρατό πανούκλα, 10
και κόσμος πέθαινε, γιατί στο λειτουργό το Χρύσα
δε θέλησε τ’ Ατρέα ο γιος λίγη σπλαχνιά να δείξει.
Γιατί ήρθε αφτός στα γλήγορα των Αχαιών καράβια
να λευτερώσει θέλοντας την κόρη του, και πλούσια
είχε μαζί του ξαγορά, και κράταε στα διό χέρια
πάς στο χρυσόφτιαστο ραβδί, τ’ Απόλλου τα στεφάνια,
κι’ όλους τους άλλους Αχαιούς θερμοπερικαλούσε, 15
μα τα πρωτάτα πιο πολύ, τους διό τους γιους τ’ Ατρέα
« Τ’ Ατρέα οι γιοί κι’ οι άλλοι εσείς χαλκοπλισμένοι Αργίτες,
» σ’ εσάς να δώσουνε οι θεοί να μπείτε στου Πριάμου
» το κάστρο, και στα σπίτια σας με το καλό να σύρτε·
» όμως κι’ εμένα δώστε μου την κόρη μου, και πάρτε 20
» την ξαγορά της, έτσι ο γιος να σας βοηθάει του Δία ! »
Τότες με σέβας φώναξαν οι άλλοι Αργίτες όλοι
« πάρτε την ώρια ξαγορά, το γέρο σπλαχνιστείτε ! »
μα αφτή η βουλή δεν τ’ άρεσε του βασιλιά Αγαμέμνου,
παρά τον έδιωξε άσκημα κι’ είπε σφιχτό ‘να λόγο 25
« Τήρα εγώ, γέρο, μη σε βρω τριγύρω στα καράβια
» για τώρα ν’ αργοστέκεσαι για πίσω να κοπιάσεις,
» μη δε σε σώσει ούτε ραβδί ούτε θεού στεφάνι.
» Την κόρη δεν τη δίνω εγώ !… παρ’ όταν πια γεράσει
» απ’ την πατρίδα της μακριά, στο σπιτικό μου, στ’ Άργος, 30
» τη μέρα με τον αργαλιό, τη νύχτα στο πλεβρό μου…
» Μα σύρε ! μη μ’ ανάφτεις πια αν θες γερός να φύγεις ! »
Είπε, κι’ ο γέρος σκιάχτηκε κι’ αγρίκησε το λόγο.
Και πήρε με βαριά ψυχή την αμμουδιά άκρη άκρη
του πολυτάραχου γιαλού, κι’ έτσι όλο με κατάρες 35
της πυκνοπλέξουδης Λητός το γιο περικαλούσε
« Άκου με, αργυροδόξαρε, εσύ που διαφεντέβεις
» την Κίλλα με το τόσο βιός και το νησί της Χρύσας,
» και που φυλάει την Τένεδο τ’ ανίκητό σου χέρι.
» Σμιθέα ! αν στόλισα κι’ εγώ την όμορφη εκκλησά σου,
» αν σούκαψα καμιά βολά μεριά γιομάτα πάχος 40
» αρνιών και τάβρων, ξάκουσ’ τον τώρα μου αφτό τον πόθο·
» με σαϊτιές σου οι Δαναοί τα δάκρια ας μου πλερώσουν ! »
Είπε, και την κατάρα εφτύς συνάκουσε ο Απόλλος.
Και βράζοντας οχ του βουνού κατέβηκε τις ράχες,
με το δοξάρι κρεμαστό και τη σαϊτοθήκη. 45
Βρόντηξαν, όταν με θυμό τινάχτηκε, οι σαίτες
στις πλάτες του. Και πάγαινε θολός σα μάβρη νύχτα,
Έπειτα αλάργα κάθεται απ’ το στρατό και ρήχνει,
κι’ άχησε ο κρότος σκιαχτερός οχ τ’ αργυρό δοξάρι.
Μουλάρια πρώτα θέριζε κι’ ασπροτριχάτους σκύλους, 50
μα και τους άντρες έπειτα με τις πικρές σαΐτες
βαρούσε· κι’ όλο καίγανε πολλές φωτιές νεκρώνε.
Μέρες εννιά πυκνόπεφταν μες στο στρατό οι σαΐτες,
μα αφτού στις δέκα συντυχιά κηρύχνει ο Αχιλέας,
γιατί τον φώτισε η θεά, η κρουσταλλόκορφη Ήρα, 55
τι θλίβουνταν τους Αχαιούς σα θώραε που πεθαίνουν.
Κι’ οι κράχτες σαν τους φώναξαν και μαζωχτήκαν όλοι,
σηκώθηκε ο γοργόποδος γιος του Πηλιά κι’ έτσι είπε
« Τ’ Ατρέα γιε, τώρα πια εμείς θαρρώ τη στράτα πάλι
» θα πάρουμε και πίσω ομπρός στα σπίτια μας θα πάμε, 60
» πρώτα απ’ το θάνατο αν σωθεί κανείς μας, αν είναι έτσι
» να μας θερίζει ο πόλεμος και να μας τρώει η πανούκλα.
» Μον έλα κάνας λειτουργός ας ρωτηθεί ή προφήτης,
» ή κι’ ονειράτων ξηγητής —κι’ αφτά τα στέλνει ο Δίας—
» που να ξηγήσει τι μαθές μας χόλιασε έτσι ο Φοίβος,
» μην τούλειψε εκατοβοδιά, μην τάμα ξεχασμένο, 65
» αν θέλει μαλλιαρά απ’ αρνιά και τάβρους ίσως τσίκνα
» να λάβει, κι’ απ’ το φοβερό χαμό να μας γλυτώσει. »
Έτσι είπε αφτός και κάθησε. Κι’ απάνου τότε ο Κάρχας
σηκώθη, ο πιο βαθύτερος απ’ τους προφήτες όλους
που κάτεχε όλα — τωρινά, στερνά, και περασμένα— 70
και με τη μαντοσύνη του, που ο γιος του Δία ο Φοίβος
τον προίκισε, έδειξε της Τριάς το δρόμο στα καράβια.
Αφτός με το σοφό του νου τους μίλησε έτσι κι’ είπε
« Γιε του Πηλέα, ας θες εγώ, του Δία αγαπημένε,
» να πω τ’ Απόλλου το θυμό, του προφυλάχτη αφέντη, 75
» καλά, στον λέω· όμως και συ ορκίσου μου και τάξε
» να με βοηθήσης πρόθυμα με λόγο και κοντάρι.
» Κάποιος θαρρώ θα πειραχτεί που τους Αργίτες όλους
» τους ξεπερνάει σε δύναμη κι’ ο λόγος του αγρικιέται.
» Γιατί νικάει ο άρχοντας μ’ αδύναμο αν μαλώσει, 80
» και το θυμό του αν καταπιεί εκείνη εκεί την ώρα,
» όμως φυλάει μες στην καρδιά το πάθος του, ως να πάρει
» στερνά μιά μέρα γδικιωμό. Μόν τήρα αν θα με σώσεις. »
Και τότε ο φτερουγόποδος τ’ απάντησε Αχιλέας
« Άφοβα πες και θαρρετά τί προφητιά κατέχεις. 85
» Τι νά ! μα το μυριάκριβο του Δία γιο, που, Κάρχα,
» περικαλιέσαι εσύ και λες της μοίρας τα γραμμένα,
» άντρας κανείς, εγώ όσο ζω κι’ έχω ανοιχτά τα μάτια,
» στο τάζω, χέρι φονικό δε σου σηκώνει εσένα
» εδώ στον κάμπο, ουδέ κι’ αφτόν αν πεις τον Αγαμέμνο 90
» που απ’ όλους πρώτος βασιλιάς παινιέται εδώ πως είναι. »
Τότες πια θάρρεψε ο βαθύς προφήτης και τους είπε
« Δεν τούλειψε εκατοβοδιά, τάμα όχι ξεχασμένο,
» μόνη αφορμή ‘ναι ο λειτουργός π’ αδίκησε ο αφέντης,
» τι απόρριψε την ξαγορά και του βαστάει την κόρη. 95
» Για τούτο ο Φοίβος συφορές μας έστειλε, κι’ ακόμα
» θα στείλει· και τη φονικιά πανούκλα δε θα πάψει
» πριν πάλε του πατέρα της τη μαβρομάτα κόρη
» απλέρωτη αξαγόραστη την ξαναδώκει πίσω,
» πριν στείλουμε εκατοβοδιά και του θεού στη Χρύσα. 100
» Τότ’ ίσως μαλακώσει πια και ξανασάνουμ’ όλοι. »
Είπε κι’ αφτός και κάθησε. Και τότε ο Αγαμέμνος
τ’ Ατρέα ο γιος σηκώθηκε, ο δυνατός αφέντης,
αφρίζοντας, κι’ απ’ το θυμό τα μάβρα σωθικά του
φουσκώναν, κι’ έχυνε φωτιές το μάτι του και σπίθες.
Του Κάρχα πρώτα τούρηξε μιά άγρια ματιά και τούπε 105
« Κακομηνήτη, πρόσχαρο ποτές δε μούπες λόγο !
» Πάντα αγαπάει δυσάρεστα να προφητέβει ο νους σου,
» κι’ ένα καλό μήτ’ έκανες, μήτ’ είπες στη ζωή σου.
» Τώρα στ’ ασκέρι πάλι ομπρός λαλείς και προφητέβεις
» πως τάχα τόσες συφορές για αφτό τους στέλνει ο Φοίβος, 110
» τι εγώ στην πλούσια ξαγορά δεν έστερξα της κόρης,
» που κάλια αυτή τον πύργο μου να μου στολίζει θέλω.
» Ναι, κι’ απ’ τ’ απάρθενό μου εγώ τήνε προκρίνω τέρι,
» την Κλυταιμήστρα, τι μαθές χειρότερη δεν είναι
» στα κάλλη, μήτε στο κορμί, στη γνώση, και στα χέρια. 115
» Μα κι’ έτσι πίσω πρόθυμα τη δίνω αν είναι ανάγκη·
» δε θέλω εγώ να χάνεται, μόν να σωθεί ο στρατός μας.
» Κάνα άλλο εμένα όμως πρεσβιό κοιτάξτε να μου βρείτε,
» αμέσως τώρα ! Τεριαστό δεν είναι εγώ μονάχα
» έτσι να μένω. Και θαρρώ αφτό το βλέπετ’ όλοι,
» πως η δική μου τώρα η νια μισέβει σ’ άλλα χέρια. » 120
Μα τότε ο φτερουγόποδος τ’ απάντησε Αχιλέας
« Τ’ Ατρέα ξακουσμένε γιε, αχόρταγ’ αρχηγέ μας,
» πώς άλλο να σου δώσουν θες πρεσβιό τα παληκάρια;
» Δεν ξέρω πουθενά πολύ αμοίραγό μας πράμα.
» Δοθήκανε όσα πήραμε πατώντας τόσες χώρες, 125
» κι’ είναι ντροπής απ’ το λαό ξανά να μαζωχτούνε.
» Μόν άσ’ την τώρα εσύ τη νιά στο Φοίβο, και κατόπι
» διπλά θα σ’τα πλερώσουμε και τρίδιπλα αν ο Δίας
» φέρει έτσι και κουρσέψουμε κάνα άλλο πλούσιο κάστρο. »
Τότες του κάνει ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος 130
« Μη δα εσύ πούσαι γνωστικός, θεόμορφε Αχιλέα,
» καμώνεσαι έτσι, κι’ έφκολα δε με γελάς, δεν πείθεις.
» Ή τη δική σου τάχα νια για νάχεις στην καλύβα,
» με θες να κάθουμαι έτσι εγώ μ’ εδώ αδιανά τα χέρια
» κι’ αφτή μού λες στον τόπο της ναν τήνε στείλω πίσω;
» Καλά, αν μου δώσουν τα παιδιά καμιά άλλη ομορφοπούλα, 135
» τέτια όπως μου ποθεί η καρδιά, ισάξια αφτής που χάνω·
» αλλιώς, μονάχος τότε εγώ πηγαίνω και του Αία
» ή τη δική σου παίρνω νιά, ή του Δυσσέα ακόμα
» θα πάω να πάρω… κι’ έπειτα ας χολοσκάει που πάθει !
» Όμως αφτά κι’ άλλη φορά τα ξαναμελετάμε· 140
» τώρα ένα ελάτε ας ρήξουμε στη θάλασσα καράβι,
» κράξτε και νάφτες διαλεχτούς, βάλτε τα βόδια μέσα,
» βάλτε και την κρινόθωρη του Χρύσα θυγατέρα,
» και καπετάνιος ένας μας ας σύρει απ’ τους αρχόντους,
» ο Αίας είτε ο Δομενιάς είτε ο σοφός Δυσσέας, 145
» ή εσύ, τ’ αψύτερο κορμί απ’ όλους, Αχιλέα,
» για να μερώσεις το θεό με των σφαχτών την τσίκνα. »
Τότες τον χαμοκοίταξε και τούπε ο Αχιλέας
« Ώχου μου αδιαντροπρόσωπε, κορμί με δίχως πίστη,
» πώς λες θ’ ακούσει πρόθυμα το λόγο σου κανείς μας 150
» κι’ ή σ’ ανοιχτό πια πόλεμο θα τρέξει ή σε καρτέρι;
» Τι εγώ δεν ήρθα απ’ αφορμή των ασπιστάδων Τρώων
» να πολεμήσω εδώ, γιατί δε μούφταιξαν εμένα·
» μήτ’ άλογα μου μ’ άρπαξαν ποτές τους μήτε βόδια,
» μήτ’ έκαψαν μου τα σπαρτά και τα βαθιά περβόλια 155
» κάτου στη Φτιά, γιατί πολλά στη μέση μας χωρίζουν,
» θες κορφοβούνια απλόσκιωτα θες θάλασσα αφρισμένη·
» μόν για δικό σου διάφορο, ξαδιάντροπε, εγώ βγήκα
» μαζί σου, για να βρεις εσύ, κακόσουρτε, απ’ τους Τρώες
» κι’ ο αδερφός σου ξεζημιά. Αφτά δεν τα θυμάσαι, 160
» μόν τ’ αψηφάς! Και τώρα δα με φοβερίζεις κιόλας
» να πάρεις με το χέρι σου την κόρη, που για κείνη
» αίμα έφτυσα και που ο στρατός μούχει χαρίσει εμένα.
» Ίσο μ’ εσένα μερτικό ποτές μου δεν κερδίζω
» κάθε που πάρουμε καμιά των Τρώων πλούσια χώρα·
» μόν όθενε αίμας και σπαθί, νά! ετούτα εδώ τα χέρια 165
» δουλέβουν πρώτα, μα αν γενεί και μοιρασά, εσύ παίρνεις
» τα πιο πολλά, με λίγο εγώ, χωρίς παράπονο όμως,
» πίσω γυρνάω, κι’ ας έλιωσα τους Τρώες πολεμώντας.
» Και τώρα φέβγω! τι πολύ πιο βολετό να σύρω
» καλιά μου με τους λόχους μου, τι αψήφιστος το βλέπω 170
» εδώ πως δε θα μάσω βιός και θησαβρό μεγάλο. »
Τότες του λέει ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος
« Ώρα καλή σου αν σ’ έπιασε πόθος να πας ! Για μένα
» δε σου προσπέφτω, μη θαρρείς, να μείνεις· έχω κι’ άλλους
» εδώ βοηθούς μου, μάλιστα το βαθυγνώστη Δία. 175
» Απ’ όλους πιο σε μάχουμαι τους αρχηγούς εσένα,
» τι πάντα θες λογοτριβές, θες φόνους και πολέμους.
» Τάχα μου αν είσαι δυνατός, αν παλικαροσύνη
» κάνας θεός σε προίκισε, στη Φτιά, αν ορίζεις, σύρε
» μ’ όλο σου το στρατό μαζί, και πρόσταξε όσο θέλεις
» τους Μυρμιδόνες· ειδέ εγώ δε νιάζουμαι αν θυμώνεις, 180
» δεν τρέμω αν φέβγεις. Κι’ άκουσε το λόγο που σου κραίνω·
» μιάς πίσω και μου τη ζητάει τη Χρυσοπούλα ο Φοίβος,
» μ’ αθρώπους και καράβι μου εγώ θαν του τη στείλω,
» μα στο καλύβι σου θαρθώ κι’ ατός μου θα σου πάρω
» τη νιά σου, τη ροδόσταχτη Βρισούλα, για να μάθεις 185
» σαν πόσο εγώ σε ξεπερνώ, να τρέμει ακόμα κι’ άλλος
» όμιος μου εμένα έτσι ανοιχτά να μου προβάλνει κι’ ίσος.»
Είπε, κι’ εκείνος άναψε ν’ ακούσει τέτιο λόγο,
και του διπλόφερε η καρδιά στα λογγωμένα στήθια,
ή να τραβήξει απ’ το μερί το κοφτερό λεπίδι, 190
να αναστατώσει τη βουλή, το βασιλιά να σφάξει,
ή να σωπάσει την καρδιά και το θυμό να πνίξει.
Μα εκεί π’ αφτά τ’ ανάδεβε μες στης καρδιάς τα βάθια
κι’ όξω απ’ τη θήκη γύμνωνε τη σπάθα, νά τη ! φτάνει
η Αθηνά οχ τον ουρανό, τι στάλθηκε απ’ την Ήρα, 195
που συλλογή ίση και των διό τους είχε κι’ ίση αγάπη.
Και στέκει πίσω του, του αρπάει τα καστανά μαλλιά του,
σ’ αφτόν μονάχα φανερή, ανέφαντη στους άλλους.
Σάστισε εκείνος και γυρνάει, και ξάφνου αναγνωρίζει
την Αθηνά που ξάστραφταν τα φοβερά της μάτια. 200
Και κράζοντάς την της λαλεί διό φτερωμένα λόγια
« Κόρη του Δία σκιαχτερή, γιατί ήρθες τώρα πάλι ;
» μη θες να δεις την αψηφιά του βασιλιά Αγαμέμνου ;
» Εγώ ‘να λόγο θα σου πω που ίσως τον δεις να γίνει·
» σα γλήγορα οι περφάνιες του στον Άδη θαν τον πάνε. » 205
Τότες τ’ απάντησε η θεά, του Δία η θυγατέρα
« Ήρθα οχ τον ουρανόνε εγώ να πάψω το θυμό σου,
» αν θες ν’ ακούσεις, κι’ η θεά μ’ έχει σταλμένα η Ήρα,
» που συλλογή ίση και των διό σας έχει κι’ ίση αγάπη.
» Μον έλα πάψε ! κι’ άσ’ τη εκεί τη σπάθα στο φηκάρι. 210
» Μα αν θες με λόγια, στόλισ’ τον όσο ζητά η καρδιά σου,
» γιατί το λόγο που θα πω θαν τόνε δεις να γίνει·
» για αφτή την προσβολή διπλά και τρίδιπλα μιά μέρα
» δώρα θα λάβεις· μοναχά βαστάξου κι’ άκουσέ μας.»
Και τότε ο φτερουγόποδος της απαντά Αχιλέας 215
« Ας γίνει ο λόγος σας, θεά ! κι’ ας είμαι έτσι πνιγμένος
» απ’ το θυμό κατάκαρδα, τι πιο καλά να γίνει·
» αν τους θεούς ακούς, κι’ αφτοί σού συχνακούν τον πόθο.»
Έτσι είπε, και σταμάτησε τη σταλωμένη χούφτα
πας στ’ αργυρό σπαθόχερο και μέσα στο φηκάρι
έσπρωξε πάλι το σπαθί, με δίχως ν’ απιθήσει 220
στον ορισμό της Αθηνάς. Και του Διός η κόρη
πίσω πετάει στον Έλυμπο, στου Δία τα παλάτια,
εκεί να σμίξει τους θεούς και τις θεές τις άλλες.
Κι’ εκείνος τότες ξαναρχής γυρνάει στον Αγαμέμνο
με τις βλαστήμιες, κι’ ο θυμός δεν τόνε παραιτούσε
« Ά κρασοζάλιστο κορμί που σκύλας έχει μάτια, 225
» μα τ’ αλαφιού καρδιά! ποτές δε σου βαστάει εσένα
» να βγεις μαζί με το στρατό τους Τρώες να χτυπήσεις,
» ή μετά μάς τους αρχηγούς σαν πάμε σε καρτέρι·
» χάρος αφτό σου φαίνεται στο νου σου και λαχτάρα.
» Α ναί, πολύ καλύτερα ν’ αρπάζεις τις γυναίκες
» μες στο πλατύ στρατόπεδο, κανείς σα σε πειράξει. 230
» Ναί! λαοφάγος βασιλιάς, γιατί δειλούς ορίζεις·
» αλλιώς, αφτή σου η αρπαγή θα σούταν κι’ η στερνή σου.
» Μα άκου το λόγο που θα πω, τον όρκο που θ’ αμώσω.
» Μά ετούτο τα ραβδί που πια ποτές κλωνιά και φύλλα
» δε βγάζει μιάς και κόπηκε απ’ τον κορμό στο λόγγο, 235
» μήτ’ άθια, γιατί τούφαγε τη φλούδα και τα φύλλα
» τριγύρω ο κοφτερός χαλκός, και τώρα το κρατάνε
» στα χέρια οι δημογέροντες και στ’ όνομα του Δία
» δικάζουν το λαό, κι’ αφτόν βαρύ τον έχουν όρκο,
» ναι θάρθει μέρα οι Δαναοί ν’ αποθυμήσουν όλοι 240
» τον Αχιλέα· τότε εσύ και μ’ όλο σου τον πόνο
» δε θα μπορείς, σ’ το λέω, καμμιά βοήθια ναν τους δώκεις,
» σαν πέφτουνε απ’ του Έχτορα το χέρι αλωνισμένοι,
» και μες στα στήθια σου η καρδιά θα λαχταράει, θα λιώνει
» που ντρόπιασες το πιο γερό των Αχαιών κοντάρι.»
Είπε, και χάμου το ραβδί αγριόθυμος τινάζει 245
με χρυσοκάρφια κεντητό, κι’ έπειτα πάει καθίζει.
Κι’ εκείθε ο άλλος φρένιαζε. Τότες πετιέται ολόρθος
ο χρυσολάλος Νέστορας με τη γλυκιά τη γλώσσα,
που κι’ από μέλι τούχυνε φωνή πιο ζαχαρένια.
Είχε ιδομένες διό γενιές ως τότες να περάσουν 250
στην Πύλο, που γεννήθηκαν κι’ αντρώθηκαν στα χρόνια
πριν τα δικά του, κι’ όριζε τότες γενιά των τρίτων.
Αφτός με λόγια γνωστικά τους μίλησε έτσι κι’ είπε
« Ώ τί κακό που πλάκωσε μεγάλο την πατρίδα!
» Πώς θα πετάξει απ’ τη χαρά ο Πρίαμος κι’ οι γιοί του, 255
» πόσο και κάθε Τρώϊκη ψυχή θ’ αναγαλλιάσει,
» να θε τα μάθουν όλα αφτά, πως τρώγεστε έτσι οι διό σας,
» εσείς που πρώτοι στο σπαθί και στη βουλή είστε πρώτοι!
» Μα να μ’ ακούστε· και τους διό σάς ξεπερνάω στα χρόνια.
» Γιατί στη νιότη μου έσμιξα εγώ με θεριομάχους 260
» καλύτερούς σας, μα ποτές αφτοί δε μ’ αψηφούσαν.
» Γιατί σαν τέτιους ήρωες δεν είδα ακόμα, μήτε
» θα δω σαν ένα βασιλιά Καινιά, σαν ένα Δρύα,
» σαν το δεινό Πολύφημο, τον Ξάδη, τον Περίθο,
» σαν το Θησιά λες πούμιαζε θεός απ’ τα ουράνια. 265
» Είταν εκείναι οι πιο γεροί της γης παλικαράδες·
» γεροί είτανε και με γερούς χτυπιούνταν, με βουνήσα
» θεριά, κι’ ο κόσμος σάστισε το πώς τα ξεκληρούσαν.
» Μ’ αφτούς τότε έσμιξα κι’ εγώ σαν έφτασα οχ την Πύλο,
» πέρα από τόπο μακρινό, τι μ’ έκραξαν μονάχοι. 270
» Και πολεμούσα τότε εγώ στο μέρος τα δικό μου·
» όμως δε θρέφει τώρα η γης θνητό που θα μπορούσε
» να βγει μ’ εκείνα τα θεριά. Τέτιοι ήρωες εμένα
» στις συβουλές μου πρόσεχαν, τα λόγια μου αγρικούσαν.
» Μα λέω ακούστε με κι’ εσείς και δε θα μετανιώστε.
» Κι’ εσύ μην παίρνεις, άκου με, κι’ ας δύνεσαι, την κόρη, 275
» παρά άσ’ την μιάς και δόθηκε στον Αχιλιά απ’ τους άντρες·
» πάλε όμως με το βασιλιά κι’ εσύ να λογοφέρνεις
» μη θέλεις του Πηλιά εσύ γιε, κι’ αντίμαχος να στέκεις.
» Ίσοι δεν είμαστε όλοι μας του βασιλιά που ο Δίας
» τον δόξασε και κυβερνάει βαστώντας το ραβδί του.
» Αν είσαι παλικάρι εσύ, θέϊσσα αν έχεις μάννα, 280
» μα σούναι αφτός ανότερος, τι πιο πολλούς ορίζει.
» Μα έλα, Αγαμέμνο, πάψε εσύ ! Ναι, χάρη σ’ το γυρέβω,
» μη το θυμό του, ας άναψε, συνεριστείς, που πάντα
» σαν κάστρο αυτός ασάλεφτο μας στέκει στους πολέμους.»
Τότες του λέει ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος 285
« Ναι, γέροντα, όλα γνωστικά τα μίλησες και δίκια.
» Μα αφτός εδώ να πάντα του πρωτιά γυρέβει απ’ όλους.
» σ’ όλους μας θέλει κεφαλή, σ’ όλους να στέκει αφέντης,
» σ’ όλους να δίνει προσταγές, και πιός θα τα σηκώσει ;
» Κι’ αν οι αθάνατοι θεοί τον κάνανε αντριωμένο, 290
» για αφτό και πρέπει προσβολές να ξεστομά απ’ τη γλώσσα ;»
Μα τότες τον αντίσκοψε και τούπε ο Αχιλέας
« Άναντρο αλήθια θάμουνα κορμί και τιποτένιο,
» αν πάντα ναι σου φώναζα, μόλις το στόμα ανοίξεις·
» σ’ άλλους παράγγελνέ τα αφτά, δεν είναι αφτά για μένα! 295
» Μα ετούτο ακόμα θα σου πω κι’ εσύ στο νου σου βάλ’ το. 297
» Τ’ άρματα δε θα πάρω εγώ να χτυπηθώ μαζί σου,
» μ’ εσένα εδώ είτε κι’ άλλο σας. κανένα, για την κόρη,
» τι εσείς τη δώκατε κι’ εσείς την παίρνετε μου πίσω·
» μα απ’ τ’ άλλα πούχω στο γοργό και μάβρο μου καράβι 300
» δε θα μ’ αγγίξεις τίποτα χωρίς τη θέλησή μου.
» Ειδέ έλα, αν θες, δοκίμασε, για ναν να το δουν κι’ εδώ όλοι…
» το μάβρο σου αίμα γλήγορα θα βάψει το κοντάρι. »
Έτσι σα μάλωσαν οι διό με θυμωμένα λόγια,
σηκώθηκαν, κι’ η συντυχιά χωρίζει στα καράβια. 305
Κι’ ο Αχιλέας πάγαινε των καλυβιών το δρόμο
αντάμα με τον Πάτροκλο και τους δικούς του αθρώπους·
κι’ ο Αγαμέμνος έρηξε στη θάλασσα ‘να πλοίο,
και λαμνοκόπους διάλεξε ως είκοσι ανομάτους,
κι’ έμπασε μέσα τα σφαχτά του Φοίβου, και κατόπι
έφερε μέσα κι’ έκατσε την ώρια Χρυσοπούλα· 310
και μέσα πήγε κι’ αρχηγός μπήκε ο σοφός Δυσσέας.
Μπήκαν λοιπόν κι’ αρμένιζαν αφτοί στο κύμα απάνου.
Πρόσταξε τότε ο γιος τ’ Ατριά να ξαγνιστούνε οι άντρες,
και γύρω αυτοί ξερύπιζαν και στο γιαλό πετούσαν
τους ρύπους, κι’ έσφαζαν σωστά βοϊδότραγα του Φοίβου 315
κοντά στην πολυτάραχη ακρογιαλιά· κι’ η τσίκνα·
στριφοκλωθούσε, στον καπνό τριγύρω, ως στα ουράνια.
Τέτιες αφτοί είχανε δουλιές μες στον πλατύ τον κάμπο.
Και την αμάχη ο βασιλιάς δεν ξέχανε απ’ την ώρα
που στη βουλή φοβέρισε τον ξακουστό Αχιλέα,
μον τον Ταρθύβη φώναξε και το γοργό Βρυβάδη, 320
που κράχτες του και παραγιούς τους είχε μπιστεμένους
« Αμέτε στ’ Αχιλέα οι διό, και μέσα οχ την καλύβα
» πάρτε απ’ το χέρι τ’ όμορφο και φέρτε μου κορίτσι.
» Μα αν δεν τη δώσει, ξεκινώ με πιο πολλούς, κι’ ατός μου
« την παίρνω εγώ. Σαν πιο βαρύ αφτό θαρρώ θαν τούρθει…» 325
Έτσι είπε και τους έστειλε με θυμωμένα λόγια.
Κι’ άθελα οι κράχτες τράβηξαν σιμά σιμά την άκρη
του στειροτρύγητου γιαλού, και στο καραβοστάσι
των Μυρμιδόνων φτάσανε κι’ ως τις καλύβες πέρα.
Κι ήβραν αφτόν που κάθουνταν κοντά σ’ ένα καλύβι
και πλοίο του, ουδέ χάρηκε μπροστά του σαν τους είδε. 330
Μα εκείνοι ομπρός στον αρχηγό με δείλια και με σέβας
σταθήκανε, ουδέ τούκραιναν κι’ ουδέ τον χαιρετούσαν.
Μα αφτός στο νου του τόνιωσε γιατί ήρθαν και τους είπε
« Καλό στους κράχτες, των θεών κι’ αντρών μαντατοφόρους !
» Σιμώστε… δε μου φταίτε εσείς, μου φταίει ο Αγαμέμνος 335
» που για την κρινομάγουλη σάς στέλνει βρυσοπούλα.
» Μον έλα, θεογέννητε Πάτροκλε, βγάλ’ την κόρη
» και δώσ’ τη τους να τήνε παν. Κι’ ας είναι αφτοί μαρτύροι
» μπρος στους αθάνατους θεούς και στους θνητούς αθρώπους
» και στο σκληρό το βασιλιά, αν καμιά μέρα πάλι 340
» μ’ έχουν ανάγκη απ’ άσκημη λαχτάρα το στρατό τους
» να σώσω… Τι ζαβώθηκε και πήρε δρόμο εκείνος,
» μηδέ κατέχει μιά σταλιά να δει κι’ ομπρός και πίσω,
» πώς θαν του πολεμά άβλαβος εκεί ο στρατός στα πλοία. »
Είπε, κι’ ακούει ο Πάτροκλος τα λόγια του συντρόφου, 345
και βγάζει τη ροδόθωρη κοπέλα απ’ το καλύβι
και τους τη δίνει ναν την παν. Κι’ αυτοί γυρνούσαν πίσω
στον κάμπο, κι’ άθελα μαζί κι’ η κόρη περπατούσε.
Κι’ ο Αχιλέας τότε ομπρός καθίζει στ’ ακρογιάλι
παράμερα, κι’ έκλαιγε εκεί, απ’ τους συντρόφους χώρια, 350
αλάργα προς τα πέλαγα θωρώντας. Και τα χέρια
άπλωσε και τη μάννα του συχνοπερικαλούσε
« Μάννα μου, αφού με γέννησες και λιγοχρονισμένο,
» ας είταν καν του Κρόνου ο γιος, ο βροντορήχτης Δίας,
» να με τιμούσε· μόνε αφτός σταλιά δε με λογιάζει.
» Γιατί τ’ Ατρέα τώρα ο γιος, ο πρωταφέντης τ’ Άργους, 355
» μεγάλο μούκανε άδικο· γιατί με βιά μού πήρε
» κι’ έχει τη νιά μου που πρεσβιό μούχε ο στρατός χαρίσει. »
Είπε θρηνώντας, κι’ άκουσε τα λόγια η κυρά μάννα,
πούταν στα βάθια του γιαλού στου γέρου της πατέρα,
και βγήκε σαν αντάρα εφτύς απ’ το ψαρύ το κύμα
και στο πλεβρό του κάθησε. Κι’ ενώ δακρολογούσε, 360
τον χάιδεψε έτσι τρυφερά και τούπε αγαπημένα
« Τί κλαις, παιδί μου; τί κακό σου πίκρανε τα σπλάχνα;
» Πες το, να ξέρουμε κι’ οι διό, και μυστικό μην τόχεις. »
Τότες με βαριοστεναγμούς της είπε ο Αχιλέας
« Ξέρεις —τι να σ’ τα λέω αφτά;— και τάχα δεν τα ξέρεις ; 365
» Πέρα στη Θήβα πήγαμε, στ’ Αητιού την πολιτεία,
» που την κουρσέψαμε, κι’ εδώ το φέραμε το πράμα.
» Αφτό το μοίρασε ο στρατός με δίκιο ανάμεσό του,
» και χώρισαν του βασιλιά την ώρια Χρυσοπούλα.
» Ο Χρύσας τότε, ο λειτουργός του προφυλάχτη Απόλλου, 370
» ήρθε από πέρα ως στα γοργά των Αχαιών καράβια
» να λεφτερώσει θέλοντας την κόρη του, και πλούσια
» είχε μαζί του ξαγορά, και κράταε στα διά χέρια,
» πάς στο χρυσόφτιαστο ραβδί, τ’ Απόλλου τα στεφάνια,
» κι’ όλους τους άλλους Αχαιούς θερμοπερικαλούσε,
» μα τα πρωτάτα πιο πολύ, τους διό τους γιους τ’ Ατρέα. 375
» Τότες με σέβας φώναξαν οι άλλοι Αργίτες όλοι
» ‘πάρτε την ώρια ξαγορά, το γέρο σπλαχνιστείτε !’
» μα αφτή η βουλή δεν τ’ άρεσε του βασιλιά Αγαμένου,
» μόνε τον έδιωξε άσκημα κι’ είπε σφιχτό ‘να λόγο.
» Έτσι οργισμένος έφυγε ο γέρος πίσω πάλι, 390
» κι’ ο Φοίβος τότες ξάκουσε του γέρου την κατάρα,
» τι είταν αγαπημένος του πολύ, και στους Αργίτες
» έρηξε αρρώστια φοβερή, που απανωτοί οι στρατιώτες
» πεθαίναν, κι’ έπεφταν παντού οι θεϊκές σαΐτες
» μέσα στον κάμπο τον πλατύ. Μας λέει τότε ο προφήτης,
» σαν που τους κάτεχε βαθιά, τους ορισμούς τ’ Απόλλου. 385
» Πρώτος προβάλλω εφτύς εγώ το Φοίβο να μερώσουν·
» μα πήρε ο βασιλιάς φωτιά, κι’ όρθιος μεμιάς πετιέται
» και μιά φοβέρα μούρηξε που κι’ είναι κανωμένη.
» Τι με καράβια παν τη μιά στη Χρύσα οι μαβρομάτες
» Αργίτες έχοντας μαζί για το θεό σφαχτάρια, 390
» και την κοπέλα οι Δαναοί που μούδωκαν εμένα,
» ήρθαν πολιώρα οι κράχτες του και πίσω μού την πήραν.
» Μα βόηθα, μάννα, εσύ, αν μπορείς, τον αντριωμένο γιο σου.
» Σύρε να πάς στον Έλυμπο και να περικαλέσεις
» το Δία, αν την καρδιά άλλοτες, ή μ’ έργατα ή με λόγο, 395
» μιά στάλα τού τη γλύκανες. Γιατί στο σπιτικό μας
» σ’ άκουσα εγώ πολλές φορές να λες και να παινιέσαι
» πως δα το μαβροσύγνεφο του Κρόνου γιο, μονάχη
» μες στους θεούς, τον γλύτωσες απ’ άσκημη λαχτάρα,
» τότες που θέλανε οι θεοί οι άλλοι —ο Ποσειδώνας,
» η Ήρα, κι’ η θεά Αθήνα— ναν τόνε τριχοδέσουν. 400
» Μα απ’ τις τριχιές εσύ, θεά, ναν τον γλυτώσεις πήγες.
» κι’ απάνου φώναξες γοργά τον εκατοχεράτο,
» που Μυριοδύναμο οι θεοί τον λεν —οι άντρες όμως
» Αιγαίο— γιατί στη δύναμη νικάει και το γονιό του·
» αφτός στο Δία κάθησε σιμά καμαρωμένος, 405
» κι’ εκείνοι χέρι τράβηξαν απ’ τον πολύ τους φόβο.
» Μα θύμισέ του τώρα αφτά, και κάτσε εκεί, και πιάσ’ του
» το γόνα, μήπως τους οχτρούς θελήσει να βοηθήσει,
» κι’ εκείνους γύρω στο γιαλό και στο καραβοστάσι
» ναν τους στρυμώξει με σφαγή μεγάλη, τους Αργίτες,
» που έτσι να νιώσουν τ’ όφελος του βασιλιά τους όλοι, 410
» και έτσι να δει το κρίμας του κι’ ο γιος τ’ Ατρέα ακόμα
» που ντρόπιασε το πιο γερό των Αχαιών κοντάρι.»
Και τότες δάκρια χύνοντας απολογιέται η Θέτη
« Αχ γιε μου, τί σ’ ανάθρεφα τον πικρογεννημένο ;
» Ας ζούσες δίχως καν καημούς και δάκρια στα καράβια, 415
» αφού κοντέβει η ώρα σου, πολύ μακριά δεν είναι.
» Μόν τώρα πιο λιγόζωος και πιο πικρός απ’ όλους
» μούγινες. . . θάτανε η στιγμή κακή σα σε γεννούσα.
» Μα αφτό το λόγο σου να πω του βροντορήχτη Δία
» μόνη θα πάω στον Έλυμπο το χιονοσκεπασμένο, 420
» μήπως πειστεί. Μόν κάθου εσύ εδώ στα πλοία τώρα,
» και βάστα πάντα το θυμό και μην αγγίζεις μάχη.
» Τι τούχουνε στον Ωκιανό τραπέζι οι Αιθιόποι,
» και πήγε ο Δίας απ’ τα ψες κι’ όλοι οι θεοί μαζί του·
» όμως σε μέρες δώδεκα πάλι είναι να γυρίσει, 425
» και τότες στο χαλκόστρωτο τον πύργο του θα τρέξω
» να πέσω ομπρός στα πόδια του, και θαν τον πείσω θέλω !»
Έτσι είπε κι’ έφυγε, κι’ αφτόν τον άφισε στον κάμπο
γιομάτο οργή που τ’ άρπαξαν με ζόρι κι’ άθελά του
την ομορφοζωσμένη νιά. 430
Και τότες ο Δυσσέας
στη Χρύσα ζύγωνε μαζί με τα σφαχτά τ’ Απόλλου.
Και μπαίνοντας μες το βαθύ λιμάνι, τα πανιά τους
διπλώνουν και μες στο γοργό καράβι τ’ απιθώνουν,
και το κατάρτι στρώνουνε στην κοίτη ξαμολώντας
τα ξάρτια, κι’ ως πιο μέσα εκεί στ’ αραξοβόλι λάμνουν. 435
Κι’ όξω τα βάρια ρήχνουνε και δένουν την πρυμάτσα,
όξω κι’ ατοί τους βγαίνουνε πάς στου γιαλού την άκρη,
και βγάζουν όξω τα σφαχτά που φέρνανε του Φοίβου,
κι’ η Χρυσοπούλα όξω πηδάει μέσα απ’ το τρεχαντήρι.
Και φέρνοντάς την στο βωμό ο γνωστικός Δυσσέας, 440
στα χέρια του γερο-γονιού τη δίνει και του κάνει
« Γέρο, στη Χρύσα ο βασιλιάς με στέλνει να σου φέρω
» την κόρη, κι’ εκατοβοδιά να σφάξουμε του Φοίβου,
» για ναν του σπλαχνιστεί η καρδιά τους Αχαιούς που τώρα
» στον κάμπο πολυστέναχτες τους έστειλε λαχτάρες. » 445
Είπε, και του την έδωκε στα χέρια· το παιδί του
το πήρε ο γέρος με χαρά. Κι’ αφτοί γοργά τριγύρω
στον ομορφόχτιστο βωμό αράδιασαν τα βόδια,
κι’ έπειτα χερονίφτηκαν και πήραν τα κριθάρια.
Τότες παράκληση άρχισε ο Χρύσας ναν τους κάνει 450
με δυνατόφωνη λαλιά και χέρια σηκωμένα
« Άκου με, αργυροδόξαρε, εσύ που διαφεντέβεις
» την Κίλλα με το τόσο βιός και το νησί της Χρύσας,
» και που φυλάει την Τένεδο τ’ ανίκητό σου χέρι.
» Κι’ άλλοτες πριν συνάκουσες τη δέησή μου εμένα
» και για το δίκιο μου έστρεξες τους Αχαιούς στον κάμπο
» και παίδεψες σπαραχτικά· και τώρα πάλι, αφέντη, 455
» περικαλώ σε, ακόμα αφτόν τον πόθο ξάκουσέ μου·
» λυπήσου πια τους Αχαιούς και διώξε την πανούκλα. »
Είπε, και την παράκληση ξακούει ο γιος του Δία.
Έτσι σαν είπαν δέηση κριθάρι πασπαλώντας,
πρώτα σηκώνουν των βοδιών τις κεφαλές, τα σφάζουν,
τα γδέρνουν, κόβουν τα νεφρά, και τα διπλοτυλίγουν 460
με σκέπη, πρώτα των θεών σα χώρισαν το μέρος.
Κι’ απάνου ο γέρος τάκαιγε σε σκίζες περιχώντας
ξανθό κρασί· κι’ οι νιοι κοντά πεντόσουγλα κρατούσαν.
Απέ η φωτιά σα χώνεψε και φάγανε τα σπλάχνα,
λιανίζουν τ’ άλλα κρέατα και τα περνάν στις σούγλες, 485
τα ψήνουν όμορφα, όμορφα κι’ απ’ τη φωτιά τα βγάζουν,
Και τη δουλιά σαν τέλιωσαν και τοίμασαν τραπέζι,
τρων, και δε λείπει τίποτα που να ποθεί η καρδιά τους.
Τέλος σα χόρτασαν καλά γερό με φαγοπότι,
πιάνουν οι νιοι κι’ εφτύς πιοτό γιομίζουν τα κροντήρια 470
ίσα ως στα χείλια, κι’ έπειτα γύρω κερνάν να πιούνε,
αφού τ’ Απόλλου τούσταξαν με τα ποτήρια πρώτα.
Έτσι όλη μέρα με χαρές μαλάκωναν το Φοίβο,
του προφυλάχτη ψέλνοντας και το χαριτωμένο
δοξολογώντας γιατρεφτή· κι’ άκουγε αφτός με γλύκα.
Κι’ ο ήλιος σα βασίλεψε και πήρε το σκοτάδι, 475
τότες στου ξύλου πλάγιασαν κοντά το παλαμάρι.
Κι’ έφεξε η ροδοδάχτυλη νυχτοθρεμένη Αβγούλα,
και τότες πια τα πρύμισαν πίσω να παν στον κάμπο.
Κι’ ο Φοίβος τους προβόδισε με ένα αγεράκι πρύμο,
και τότε οι νάφτες έστησαν απάνου το κατάρτι 430
και τ’ άσπρο ανοίξανε πανί, και το πανί στη μέση
απ’ τον αγέρα φούσκωσε, και γύρω στην καρίνα
αχούσε σαν αρμένιζαν τ’ αφροντυμένο κύμα,
κι’ έτρεχε το καράβι ομπρός οργώνοντας το κύμα.
Και πια σαν ήρθαν στον πλατύ των Αχαιώνε κάμπο,
τράβηξαν όξω στην ξηρά το μελανό καράβι, 485
ψηλά στον άμμο, με μακριά το στήλωσαν φαλάγγια,
κι’ ατοί τους γύρω σκόρπισαν στα πλοία και καλύβια.
Ωστόσο εκείνος κάθουνταν στα πλοία χολιασμένος
ο γιος ο φτερουγόποδος του ξακουστού Πηλέα,
δίχως σε προεστών βουλή ποτές του να ζυγώνει, 490
δίχως να πάει σε πόλεμο, μόν τούλιωναν τα σπλάχνα
πούμενε αφτού, και τις σφαγές ποθούσε και τις μάχες.
Μα τέλος πια σαν πέρασαν ως μέρες διό και δέκα,
να κι’ οι παντοτινοί θεοί στον Έλυμπο γυρνούσαν
όλοι μαζί, κι’ ομπρός ομπρός ο Δίας περπατούσε. 495
Κι’ η Θέτη τις παραγγελιές δεν ξέχασε του γιου της,
μόν βγαίνει μέσα απ’ του γιαλού το κύμα, κι’ ανεβαίνει
πρωΐ πρωΐ στον Έλυμπο και στα μεγάλα ουράνια.
Και βρήκε χώρια απ’ τους λοιπούς θεούς το γιο του Κρόνου
πας στου μυριόκορφου βουνού την άκρη καθισμένο.
Και έκαστε ομπρός του, τούπιασε με το ζερβύ της χέρι 500
το γόνα, και με το δεξύ τού αγγίζει το πηγούνι
κι’ έτσι τον πρωταφέντη γιο περικαλάει του Κρόνου
« Αφέντη Δία, αν άλλοτες μες στους θεούς με λόγο
» ή μ’ έργο εγώ σ’ ωφέλησα, αχ κάνε μου μιά χάρη !
» Βοήθα τα γιο μου… αφτός ζωή στον κόσμο σαν τους άλλους 505
» δεν έχει, μα κι’ ο βασιλιάς, τ’ Ατρέα ο γιος, να τώρα
» μεγάλο τούκανε άδικο· γιατί με βιά τού πήρε
» κι’ έχει τη νιά του που πρεσβιό τούχε ο στρατός χαρίσει.
» Μα εσύ καν Δία, βόηθα τον, βαθύβουλε Ελυμπήσε,
» κι’ ως τότες δίνε δύναμη στους Τρώες, δίνε νίκες,
» ως που στο γιο μου οι Δαναοί να παν και να προσπέσουν. » 510
Είπε, μα δεν της έκρινε ο συγνεφοσυνάχτης,
μόν ώρα κάθουνταν πολλή δίχως να βγάζει λέξη.
Κι’ η Θέτη καθώς τούπιασε το γόνα, το βαστούσε
πάντα σφιχτά, και ξαναρχής δεφτέρωσε το λόγο
« Πες πια το ναι έτσι αληθινά και τάξ’ το μου, ή κι’ αρνήσου —
» και τί σε μέλει αν αρνηθείς ; — να μάθω θέλω εμένα 515
» πόσο πιο λίγο απ’ τους λοιπούς θεούς με λογαριάζεις. »
Τότες βαριά στενάζοντας τής είπε ο γιος του Κρόνου
« Κακές, πολύ κακές δουλιές μ’ ανοίγεις με την Ήρα,
« και σύχυσες, σα με κεντάει με τα πικρά της λόγια·
» που κι’ έτσι εκείνη αδιάκοπα μπρος στους θεούς μαλώνει 520
» και μου φωνάζει πως βοηθάω τους Τρώες στους πολέμους.
» Μόνε τραβήξου τώρα εσύ μήπως σε νιώσει η Ήρα,
» κι’ εγώ θαν τα φροντίσω αφτά να γίνουνε. Όμως στάσου
» να σκύψω το κεφάλι μου, για να συχάσει ο νους σου.
» Δεν έχω πιο σημαντικό με τους θεούς σημάδι, 525
» τι το φυλάω ασάλεφτο κι’ αληθινό, και πάντα
» θα γίνει ότι κι’ αν τάξω εγώ κουνώντας το κεφάλι. »
Έτσι είπε ο Δίας, και κουνάει τα μελανά του φρύδια,
και γύρω στο θεοτικό κεφάλι ανασαλέβουν
τ’ αθάνατα του τα σγουρά, κι’ ο βούναρος τραντάζει. 530
Έτσι σαν τα μιλήσανε, χωρίζουνται. Κι’ η Θέτη
πηδά απ’ τ’ ολόφωτο βουνό μες στου γιαλού τα βάθια,
κι’ ο Δίας πάει στον πύργο του. Κι’ όλοι οι θεοί μπροστά του
αντάμα προσηκώθηκαν απ’ τα καθίσματά τους,
μήτε αποκότησε κανείς να μείνει σαν τον είδαν 535
που σίμωνε, μόν όλοι τους στέκουν μπροστά του ολόρθοι.
Τότε έτσι ο Δίας κάθησε στο θρόνο του. Κι’ η Ήρα
τον είδε κι’ ένιωσε βουλές πως σκάρωσε μαζί του
η Θέτη, του θαλασσινού η θυγατέρα γέρου,
κι’ εφτύς με λόγια αγγιχτικά να του μιλάει αρχίζει
« Με πιόν, μαργιόλε, απ’ τους θεούς είχες κουβέντες πάλι; 540
» Πάντα αγαπάς, σα βρίσκουμαι μακριά, ν’ αποφασίζεις
» κρυφά από μένα, και ποτές δε βάσταξε η ψυχή σου
» νάρθεις μονάχος να μου πεις μιά λέξη απ’ τις δουλιές σου. »
Τότες της είπε των θεών κι’ ανθρώπωνε ο πατέρας
« Ήρα, δα κάθε μου σκοπό να μάθεις μην τ’ ολπίζεις· 545
» θαρρώ θαν τόβρεις δύσκολο κι’ ας σ’ έχω και γυναίκα.
» Μα αν είναι τίποτα σωστό ν’ ακούσεις, από σένα
» δε θάν το μάθει πριν κανείς, μήτε θεός μήτ’ άντρας·
» μα κι’ ότι θέλω απ’ τους θεούς να λογαριάσω χώρια,
» αφτό μην το ψιλορωτάς, μην το συχνοξετάζεις. » 550
Τότες τού λέει η δέσποινα, η μαρμαρόλαιμη Ήρα
« Καλέ, τί κάθεσαι και λες, γιε φοβερέ του Κρόνου ;
» Και τόσο δα δε σ’ αρωτώ, δε σε ζαλίζω ως τώρα,
» μόνε ότι θέλεις, ήσυχος μπορείς και συλλογιέσαι.
» Όμως πολύ είμαι ανησυχή μη σ’ έπεισε ν’ αλλάξεις 555
» η Θέτη, του θαλασσινού η θυγατέρα γέρου·
» τι ήρθε κοντά σου σύνταχα και σούπιασε το γόνα,
» και μ’ όρκο εσύ της έταξες, το βλέπω, να βοηθήσεις
» τον Αχιλιά, και Δαναούς πολλούς να ξολοθρέψεις.»
Τότες γυρνάει του Κρόνου ο γιος και με θυμό της κάνει 560
« Καημένη, δε σε ξεγελώ, μόν πάντα κάτι νιώθεις.
» Όμως δε βγάζεις τίποτα, μόν που θα με κρυώσεις
» χειρότερα· και πιο πολύ αφτό θα σου κοστίσει.
» Τάχα κι’ αν έγινε ότι λες, θα πει πως έτσι θέλω.
» Μόν κάτσε κάτου φρόνιμα κι’ αγρίκα μου τα λόγια, 565
» μη σηκωθώ, κι’ όλοι οι θεοί που βρίσκουνται εδώ γύρω
» δε σε γλυτώνουν, έτσι εγώ χουφτιάσω τα μαλλιά σου.»
Είπε, και σκιάχτηκε η κυρά, η γελαδόματη Ήρα,
και την καρδιά της έσφιξε πια λέξη να μη βγάλει.
Βαριόμησαν εκεί οι Θεοί στου Δία το παλάτι, 570
κι’ άρχισε πρώτα ο Ήφαιστος, ο ξακουστός τεχνίτης,
ναν τους μιλάει, και πάσκιζε τη μάννα να βοηθήσει
«Ά πια θα γίνει μισερή κι’ ασήκωτη η ζωή μας,
» αν έτσι οι διό σας σκούζετε εδώ σαν καρακάξες
» και πιάνεστε για τους θνητούς! Και το ξεφάντωμά μας 575
» γλύκα δε θάχει πια καμιά, τι πήρε η φαγομάρα.
» Τη μάννα εγώ περικαλώ, καθώς κι’ αφτή το νιώθει,
» νάναι καλή και μαλακιά με τον πατέρα Δία,
» μην πιάσει τα μαλώματα ξανά, και μας χαλάσει
» κι’ εμάς το φαγοπότι μας. Γιατί μπορεί, σα θέλει, 580
» να μας πετάξει απ’ τα θρονιά ο κεραβνοτινάχτης
» του Κρόνου γιός· τι είναι πολύ πιο δυνατός απ’ όλους.
» Μα εσύ με λόγια μαλακά καλόπιανέ τον, μάννα,
» και τότε εφτύς πονετικό θαν τόνε δεις μαζί μας.»
Έτσι είπε, και στης μάννας του σηκώνεται και βάζει 585
τα χέρια πλουμιστό καφκί, και της λαλεί διό λόγια
« Κάνε, μαννούλα, απομονή, και μ’ όλη σου την πίκρα,
» μήπως σε δουν τα μάτια μου, που σ’ αγαπάω, στρωμένη
» στο ξύλο, και δε θα μπορώ να σε βοηθήσω τότες
» κι’ ας λαχταρίζω. Σα βαρύ ν’ αντιφερθείς του Δία.
» Τι ζήτησα κι’ άλλη φορά εγώ να σε βοηθήσω, 590
» μα από το πόδι μ’ άρπαξε και μ’ έρηξε ίσα κάτου
» οχ το κατώφλι τ’ ουρανού· κι’ ολημερύς γυρνούσα,
» και πια σα βράδιασε, έπεσα πας στο νησί της Λήμνος,
» είχα δεν είχα πια ψυχή· πρόθυμα τότε αμέσως,
» σαν έπεσα, με πήρανε να με νιαστούνε οι Σίντες.»
Είπε, και χαμογέλασε του Κρόνου η θυγατέρα, 595
και μες το χαμογέλιο της απ’ το παιδί της παίρνει
στα χέρια το καφκί. Κι’ αφτός νεχτάρι ζαχαρένιο
απ’ το κροντήρι βγάζοντας, δεξά κερνούσε γύρω
και τους λοιπούς αθάνατους. Και πιάνουν κάτι γέλια
τους τρισμακάριστους θεούς !… ατέλιωτα, σαν είδαν
να συρταφέρνει ο Ήφαιστος κουτσολαχανιασμένος. 600
Έτσι όλη μέρα τρώγανε ώστε να πέσει ο Ήλιος,
και τάχανε όλα όσα ζητάει καλό ‘να φαγοπότι,
λαγούτο θες πεντάμορφο που το βαρούσε ο Φοίβος,
θες Μούσες που τραγούδιζαν με χάρη αράδα αράδα.
Του ήλιου τέλος βούτηξαν οι φωτεινές αχτίδες, 605
και τότες μέσα κίνησαν να παν και να πλαγιάσουν,
οπούχε του τού καθενός χτισμένα ο ξακουσμένος
πρωτοτεχνίτης Ήφαιστος με τη σοφή του τέχνη·
κι’ ο Δίας ο αστραπεφτής ο συγνεφοσυνάχτης
στο στρώμα πάγαινε κι’ αφτός, όπου κοιμούνταν πάντα, 610
ύπνος σαν τούρχουνταν γλυκός. Απάνου εκεί γυρμένος
κοιμούνταν, κι’ η χρυσόθρονη θεά κοντά του, η Ήρα.

Ραψωδία Β
Κι’ οι άλλοι αθρώποι και θεοί κοιμούντανε όλη νύχτα,
μα ο Δίας δεν τη χαίρουνταν του ύπνου τη γλυκάδα,
μόν μες στο νου του ανάδεβε το πώς στον Αχιλέα
δόξα να δώκει, και πολλούς να σφάξει στα καράβια.
Κι’ αφτή η βουλή τού φάνηκε σαν πιο καλή στο νου του· 5
να στείλει τον Ψεφτόνειρο στον Αγαμέμνο κάτου.
Και κράζοντας τον του λαλεί διό φτερωμένα λόγια
« Κάνε, Ψεφτόνειρε, να πάς στ’ Αργίτικα καράβια.
» Να τρέξεις στην καλύβα εφτύς του βασιλιά Αγαμέμνου,
» κι’ όλα σωστά ναν του τα πεις, καθώς σ’ τα παραγγέλνω. 10
» Πες του να κράξει στ’ άρματα τους άντρες κάθε λόχο,
» που τώρα την πλατύδρομη μπορεί να πάρει Τροία,
» γιατί στον Έλυμπο οι θεοί δεν έχουν πια διό γνώμες,
» τι με τα περικάλια της τους γύρισε μαζί της
» όλους η Ήρα, και καημοί τους Τρώες καρτεράνε. » 15
Είπε, και τρέχει ο Όνειρος σαν άκουσε το λόγο,
και χέρι χέρι ως στα γοργά καράβια κατεβαίνει
κι’ εκεί τραβάει κατά το γιο του ξακουσμένου Ατρέα.
Και κοιμισμένο μέσα εκεί τον βρήκε στην καλύβα,
κι’ ύπνος αθάνατος παντού είταν χυμένος γύρω.
Κι’ απάνου απ’ το κεφάλι του πάει στέκει, και μορφή είχε 20
σαν του Νεστόρου, που πολύ παρ’ όλους τους αρχόντους
αφτόν τιμούσε ο βασιλιάς· έτσι αλλαγμένος τότες
του μίλησε ο Ψεφτόνειρος και τούπε αφτά τα λόγια
« Κοιμάσαι, γιε του μαχητή, του φημισμένου Ατρέα;
» Όλη τη νύχτα ο προεστός δεν πρέπει να κοιμάται,
» πούχει πολλά να νιάζεται, λαούς να διαφεντέβει. 25
» Μόν γλήγορα άκου με· έρχουμαι σταλμένος απ’ το Δία,
» που κι’ απ’ αλάργα σε πονάει και σ’ ακριβοφροντίζει.
» Να κράξεις είπε στ’ άρματα τους άντρες κάθε λόχο,
» που τώρα την πλατύδρομη μπορείς να πάρεις Τροία,
» γιατί στον Έλυμπο οι θεοί δεν έχουν πια διό γνώμες, 30
» τι με τα περικάλια της τους γύρισε μαζί της
» όλους η Ήρα, και καημοί προσμένουνε απ’ το Δία
» τους Τρώες. Μόν θυμήσου τα, και τήρα μη σε πιάσει
» αλησμονιά όταν σηκωθείς απ’ το βαθύ τον ύπνο. »
Έτσι είπε κι’ έφυγε, κ’ αφτού τον άφισε με στείρες 35
ολπίδες μέσα στην καρδιά που να γενούν δεν είταν.
Έλεγε τάχα πως θα μπει μονήμερα στην Τροία…
τυφλός! και δε φαντάστηκε σαν τι δουλιές ο Δίας
λογάριαζε. Τι είχε σκοπό στους Αχαιούς και Τρώες
να στείλει ακόμα στεναγμούς και πίκρες και πολέμους. 40
Και ξύπνησε, κι’ η θεϊκιά φωνή είτανε χυμένη
γύρω, κι’ ορθός τινάχτηκε, και βάζει το πανώριο
σκουτί, καινούργιο μαλακό, και την πλατιά του κάπα,
κι’ ώρια αμποδένει σάνταλα στα παχουλά του πόδια,
κι’ ασημοκάρφωτη κρεμάει γύρω στους ώμους σπάθα· 45
έτσι, κρατώντας το ραβδί το γονικό στα χέρια,
τ’ άλιωτο πάντα, κίνησε για το καραβοστάσι.
Και σαν ανέβηκε η θεά στον Έλυμπο, η Αβγούλα,
στο Δία κι’ όλους τους θεούς να πει πως ξημερώνει,
προστάζει τους καλόφωνους τους κράχτες να φωνάξουν 50
σε συντυχιά τους Αχαιούς με τις θρεμένες χήτες.
Κι’ αφτοί λαλούσαν, κι’ έτρεχε το πλήθος χέρι χέρι.
Και πρώτα οργάνιζε βουλή τρανόκαρδων αρχόντων
κοντά στου γερο-Νέστορα το μελανό καράβι.
Κι’ αφού τους έκραξε, έστησε βαθιά βουλή μαζί τους 55
« Ακούστε, αδρέφια. Ο Όνειρος μου φάνηκε ήρθε τάχα
» μες στην αθάνατη νυχτιά, στον ύπνο που κοιμόμουν,
» κι’ απ’ όλους πιο του Νέστορα, του βασιλιά απ’ την Πύλο,
» λες θάμιαζε στο πρόσωπο, στ’ ανάστημα, στα χρόνια.
» Κι’ ήρθε από πάνου στάθηκε στην κεφαλή μου κι’ είπε
« ‘Κοιμάσαι, γιε του μαχητή, του φημισμένου Ατρέα ; 60
» Όλη τη νύχτα ο προεστός δεν πρέπει να κοιμάται,
» πούχει πολλά να νιάζεται, λαούς να διαφεντέβει.
» Μόν γλήγορα άκου με· έρχουμαι σταλμένος απ’ το Δία,
» που κι’ απ’ αλάργα σε πονάει και σ’ ακριβοφροντίζει.
» Να κράξεις είπε στ’ άρματα τους άντρες κάθε λόχο, 65
» που τώρα την πλατύδρομη μπορείς να πάρεις Τροία,
» γιατί στον Έλυμπο οι θεοί δεν έχουν πια διό γνώμες,
» τι με τα περικάλια της τους γύρισε μαζί της
» όλους η Ήρα, και καημοί προσμένουνε απ’ το Δία
» τους Τρώες. Μόν θυμήσου τα.’ Κι’ εκείνος έτσι φέβγει 70
» πετώντας, και ξυπνάω εγώ απ’ το γλυκό τον ύπνο.
» Μόν πάμε, κι’ ίσως βγάλουμε στον πόλεμο τους άντρες.
» Μα πρώτα με διό λόγια εγώ λέω ναν τους δοκιμάσω
» όπως τεριάζει, και θα πω να φέβγουμε απ’ την Τροία
» μαζί με τα πολύσκαρμα καράβια. Μόν τηράτε,
» εσείς τότε άλλος απ’ αλλού ναν τους κρατήστε πίσω.» 75
Είπε και κάθησε. Κι’ εφτύς σηκώθηκε κατόπι
ναν τους μιλήσει ο βασιλιάς της αμμουδάτης Πύλος.
Αφτός με λόγια γνωστικά τους μίλησε έτσι κι’ είπε
« Αδρέφια, πρώτοι οπλαρχηγοί των Αχαιών κι’ αρχόντοι,
» αν άλλος μας τέτιο όνειρο πες είχε δει, να πούμε 80
» είναι ψεφτιά, και πιο πολύ καλιά ας τραβάμε χέρι·
» μα τώρα τόδε τ’ όνειρο αφτός που εδώ παινιέται
» πως είναι ανότερος πολύ απ’ όλους τους Αργίτες.
» Μόν πάμε, κι’ ίσως βγάλουμε στον πόλεμο τους άντρες.»
Είπε, και πρώτος κίνησε απ’ τη βουλή να σύρει.
Κι’ οι άλλοι σηκωθήκανε κατά τη συβουλή του, 85
οι ραβδοφόροι προεστοί. Και πρόστρεχε το πλήθος.
Κ’ όπως παγαίνουν σύννεφα πυκνώνε μελισσώνε,
που βγαίνουν κι’ όλο βγαίνουνε μέσα από κούφια πέτρα,
και στοίβες στοίβες στους ανθούς της άνοιξης πετάνε,
κι’ εδώθες τρέχει ένας σωρός και τρέχει εκείθες άλλος· 90
έτσι σωροί κι’ αφτών πολλοί κοπαδιαστοί απ’ τα πλοία
κι’ απ’ τις καλύβες τρέχανε στη συντυχιά να πάνε,
μπρος στ’ ακρογιάλι τ’ αψηλό. Κι’ η Φήμη ανάμεσό τους
φούντωσε και να περπατάν τους κένταε, η μηνήτρα
του Δία, κι’ αφτοί μαζέβουνταν. Και βούηζε το μεϊντάνι,
βογγούσε κάτωθες κι’ η γης καθώς τοποθετιούνταν, 95
κι’ είταν αντάρα και φωνή. Κι’ εννιά διαλαλητάδες
τους έσκουζαν να κάτσουν πια και τη φωνή να πάψουν,
ίσως ακούσουν τους τρανούς αρχόντους τί θα πούνε.
Με κόπο κάθησε ο λαός, μα στα καθίσματά τους
σύχασαν τέλος κι’ έμειναν.
Και τότε ο Αγαμέμνος 100
σηκώθηκε με το ραβδί το γονικό στα χέρια,
ψιλόφτιαστη Ηφαιστοδουλιά. Αφτός τόχε δοσμένα
στο Δία, τον αφέντη γιο του Κρόνου, πάλε ο Δίας
τόδωκε στον αργοφονιά Ερμή, νεκραγωγιάτη,
και πάλε αφτός στον Πέλοπα, τεχνίτη αμαξολάτη, 105
κι’ ο Πέλοπας στον βασιλιά τόσων λαών Ατρέα·
τ’ άφισε αφτός πεθαίνοντας στο μυριοπλούσιο Θιέστη·
στον Αγαμέμνο τ’ άφισε κι’ εκείνος, που έχοντάς το,
να βασιλέβει σε πολλά νησά και στ’ Άργος όλο.
Σ’ αφτό ακουμπώντας άρχισε ναν τους μιλάει κι’ έτσι είπε 110
« Βλαστάρια τ’ Άρη ξακουστά, Αργίτικα ξεφτέρια,
» ο Δίας μ’ έχωσε βαθιά μες σε ζημιά μεγάλη,
» ο έρμος ! πριν που μούταξε κουνώντας το κεφάλι,
» πως πριν μισέψω εγώ από δω, την Τριά θα την κουρσέψω,
» και τώρα γέλασμα κακό βουλήθηκε στο νου του,
» και στ’ Άργος πίσω μού μηνάει να σύρω ντροπιασμένος 115
» κι’ ας έχασα τόσο λαό … μα φαίνεται ίσως έτσι
» το θέλει ο παντοδύναμος του Κρόνου γιος, που ως τώρα
» πολλών χωρώνε γκρέμισε, κι’ ακόμα θα γκρεμίσει,
» τα κάστρα· τι στο χέρι του να κάνει όπως τ’ αρέσει.
» Μά’ ναι ντροπής ν’ ακούσουνε αφτό και τα παιδιά μας,
» έτσι άδικα τέτιος λαός των Αχαιών και τόσος 120
» να πολεμά ανωφέλεφτο σεφέρι με μιά χούφτα
» μονάχα οχτρούς, κι’ άκρη καμιά δε φάνηκε ως στα τώρα.
» Τι μιά στιγμή αν πες θέλαμε οι Δαναοί και οι Τρώες
» να φιλιωθούμε, κι’ έτσι οι δυό να μετρηθούμε χώρια,
» οι Τρώες κάτου να στρωθούν όσοι είναι χωραΐτες, 125
» και πάλε εμείς σε δεκαριές πες α θε χωριστούμε
» και διάλεγε ναν την κερνάει μιά μιά κι’ από ‘ναν Τρώα,
» θάμεναν δεκαριές πολλές χωρίς τον κεραστή τους.
» Σαν τόσο πιο πολλούς εγώ τους κάνω τους δικούς μας
» απ’ τους οχτρούς που’ κάθουνται στο κάστρο· μα από χώρες 130
» βοηθοί πολλές τους ήρθανε, στρατός κονταρομάχος,
» που μου ζαβώνουν τους σκοπούς και μ’ όλο μου τον πόθο
» αμπόδιο στέκουνε να μπω στη μυριοπλούσια Τροία.
» Εννιά πια χρόνια πέρασαν του Δία, και των πλοίων
» έλιωσαν τώρα τα σκοινιά και σάπισαν τα ξύλα, 135
» και θα μας κάθουνται κλειστές οι δόλιες μας γυναίκες
» με τα παιδιά να καρτεράν, κι’ εμάς ατέλιωτη έτσι
» μένει η δαυλιά μας που ως εδώ μας έφερε στα ξένα.
» Μόν όλοι ελάτε ! ας κάνουμε όπως εγώ προστάξω.
» Ας φύγουμε με τα γοργά καράβια στην πατρίδα, 140
τι πια δεν το κουρσέβουμε το ξακουσμένο κάστρο. »
Έτσι είπε, κι’ όλων την καρδιά την άγγιξε στα στήθια,
όσοι απ’ το πλήθος της βουλής δεν τ’ άκουσαν τα λόγια.
Κι’ η συντυχιά κουνήθηκε σαν κύματα μεγάλα
μες στο Νικάριο πέλαγος, όταν ξεσπάει σιρόκος 145
ή όταν νοτιά απ’ τα σύγνεφα του Δία και το δέρνει.
Κι’ όπως πλακώνει απόσπερος και το βαθύ χωράφι
σαλέβει φυσσομάνιστος και σκύβουνε τ’ αστάχια,
έτσι άκρη ως άκρη σάλεψε ολόκληρο το πλήθος.
Και τρέχανε μ’ οχλοβουή στα πλοία, κι’ από κάτου 150
από τα πόδια ως αψηλά ο κουρνιαχτός πηδούσε,
κι’ έσκουζε ο ένας τ’ άλλου εφτύς ν’ αδράξουν τα καράβια
και ναν τα ρήξουν στο γιαλό, και πάστρεβαν τ’ αβλάκια
κι’ ως στα ουράνια ανέβαινε το σκούξιμο, ζητώντας
πίσω να πάνε, κι’ έβγαζαν των πλοίων τα φαλάγγια.
Τότε οι Αργίτες θάφεβγαν κι’ ας είταν άγραφτό τους, 155
ανίσως και της Αθήνας δεν της λαλούσε η Ήρα
« Ώχου μου, αμάλαγη θεά, του Δία θυγατέρα,
» έτσι λοιπόν οι Δαναοί θα φύγουν στου πελάγου
» τα στήθια απάνου τα πλατιά, να πάνε πίσω στ’ Άργος,
» και την Αργίτισσα Λενιό των Τρώωνε θ’ αφίσουν 160
» και του Πριάμου παίνεμα, που τόσοι απ’ αφορμή της
» στην Τροία Αργίτες χάθηκαν αλάργα απ’ την πατρίδα ;
» Μα σύρε τώρα ως στο στρατό των Αχαιών, και τήρα
» μην τους αφήσεις στο γιαλό να σέρνουν τα καράβια.» 165
Είπε, κι’ αγρίκησε η θεά, του Δία η θυγατέρα,
κι’ απ’ του Ελύμπου με σπουδή κατέβηκε τις άκρες
κι’ ήρθε σε λίγο ως στα γοργά των Αχαιών καράβια
Και το Δυσσέα βρήκε εκεί, άντρα σοφό σα Δία,
πούστεκε δίχως τ’ άφταστο καλόδετο καράβι 170
ν’ αγγίζει, τι είχε στην καρδιά φαρμάκι και στα σπλάχνα.
Εκεί σιμά του στάθηκε του Δία η κόρη κι’ είπε
« Γιε του Λαέρτη θεϊκέ, πολύτεχνε· Δυσσέα,
» έτσι λοιπόν στα σπίτια σας, στο πατρικό σας χώμα,
» θα φύγετε, και στα γοργά καράβια θα ριχτείτε, 175
» και την Αργίτισσα Λενιό των Τρώων θενά αφίστε
» και του Πριάμου παίνεμα, που τόσοι εδώ στην Τροία
» για δάφτη Αργίτες χάθηκαν αλάργα απ’ την πατρίδα;
» Μόν τρέχα τώρα μέσα εσύ στους λόχους και μη στέκεις,
» κι’ αμπόδιζε έναν ένανε με πειστικά σου λόγια 180
» και μην αφίνεις στο γιαλό να ρήχνουν τα καράβια. »
Ένιωσε εκείνος τη φωνή πως η θεά λαλούσε,
και τρέχει, πέρα ρήχνοντας την κάπα· κι’ ο Βρυβάδης
την πήρε, ο κράχτης ο Θιακός, που πλάϊ ακολουθούσε·
κι’ ατός του τρέχοντας κοντά στον Αγαμέμνο, παίρνει 185
εφτύς το γονικό ραβδί απ’ τ’ αρχηγού τα χέρια,
τ’ άλιωτο πάντα, και περνάει τα πλοία πέρα δώθες.
Κι’ όπιο σημαντικό αρχηγό ή πρόκριτο απαντούσε,
σίμωνε και με φιλικά τόνε σταμάταε λόγια
« Ντροπής σου, αδρέφι, να δειλιάς σαν πρόστυχος ! Μον κάθου 190
» κι’ εσύ ήσυχος, περιόριζε και τ’ άλλα παλικάρια.
» Τι δεν καλοκατέχουμε ακόμα σαν τί γνώμη
» έχει στο νου τ’ Ατρέα ο γιος· μας δοκιμάζει τώρα,
» μα θα παιδέψει γλήγορα τους Αχαιούς στον κάμπο.
» Το τι είπε μέσα στη βουλή δεν τ’ αγρικήσαμε όλοι.
» Μήπως θυμώσει ο βασιλιάς τηράξτε και μας βλάψει, 195
» κι’ είναι ο θυμός του φοβερός, και τούδωκε εξουσία
» ο Δίας, και τον αγαπάει αφτόνε ο γιος του Κρόνου.»
Μα όπιο θωρούσε απ’ το λαό να σκούζει, του τραβούσε
μιά δυό ραβδιές, και τούλεγε με θυμωμένα λόγια
« Βρε μη σαλέβεις κι’ άκουγε τους άλλους τί θα πούνε, 200
» πούναι απ’ τα σένα ανότεροι! Εσύ δειλός κι’ ανάξιος,
» μες στη βουλή αλογάριαστος, αψήφιστος στη μάχη.
« Δε θα ορίσουμε όλοι δα εδώ, μικροί μεγάλοι.
» Κακό ‘ναι η πολυκεφαλιά· μιά κεφαλή μονάχα,
» ένας ας είναι ο βασιλιάς, σ’ αφτόν που ο γιος του Κρόνου
αρχής ραβδί του χάρισε και νόμους για να κρίνει.» 205
Έτσι λοιπόν τους πρόσταζε και πίσω τους βαρούσε,
και πάλι αφτοί στη συντυχιά προστρέχανε απ’ τα πλοία
κι’ απ’ τις καλύβες με βουή, παρόμια σαν το κύμα
του πολυτάραχου γιαλού, που σ’ ακρογιάλι απάνου
μεγάλο κοματιάζεται κι’ η θάλασσα μουγκρίζει. 210
Κι’ οι άλλοι κάθουντ’ ήσυχοι στις θέσεις τους και μένουν.
μόνος ακόμα ο φαφλατάς Θερσίτης θορυβούσε,
πούξερε πάντα ένα σωρό παλάβρες ν’ αραδιάζει,
και με τους πρώτους τάβαζε, τρελά με δίχως τάξη,
ότι θα κάνει νόμιζε τους άλλους να γελάσουν. 215
Άλλο πιο μισερό κορμί δεν ήρθε πέρα απ’ τ’ Άργος.
Είταν αλλίθωρος, κουτσός απ’ τόνα πόδι, μ’ ώμους
γυρτούς που μέσα πέφτανε στα στήθια, με χουνήσο
κεφάλι, μόλις λιγοστές πασπαλισμένο τρίχες.
Αφτόνε πια τον μάχουνταν απ’ όλους ο Δυσσέας 220
κι’ ο Αχιλιάς· γιατί μ’ αφτούς φιλονεικούσε πάντα.
Και τότες πάλι με λαλιά στριγκίσα βλαστημούσε
τον Αγαμέμνο· κι’ άκουγαν τα λόγια μ’ αναγούλα
οι Δαναοί, και θύμωναν στα βάθια της καρδιάς τους.
Μα αφτός με βροντερές φωνές δεν έπαβε να σκούζει
« Τ’ Ατρέα γιε, τί φταίξαμε και πάλι ; τί σου λείπει ; 225
» Γιομάτο το καλύβι σου μαθές χαλκό, γυναίκες
» έχεις πολλές και διαλεχτές, που πρώτα πρώτα εσένα
» σ’ τις δίνουμε άμα μπούμε εμείς σε κάνα πλούσιο κάστρο.
» Ή το χρυσάφι ακόμα θες που τύχει να μας φέρει
» και κάνας Τρώας προεστός για ξαγορά του γιου του, 230
» που εγώ δεμένονε ή κανείς εδώ τον έφερε άλλος,
» ή καμιά κόρη πούφερε ναν την κρατήσει χώρια
» και μόνος ναν τη χαίρεται και ναν την αγκαλιάζει;
» Είσαι αρχηγός μας κι’ άπρεπο να μας ποτίζεις πίκρες.
» Ά κολοκύθες, σίχαμα του κόσμου, Αργιτοπούλες, 235
» όχι πια Αργίτες, πάρτε βρε τα πλοία να τραβάμε,
» κι’ ας μένει αφτός το βιός του εδώ κι’ ας το ζεσταίνει μόνος,
» κι’ έτσι θα μάθει κι’ αν εμείς φελάμε ή δε φελάμε.
» Πού τώρα ακόμα πρόσβαλε τον Αχιλιά, έναν άντρα
» πιο δυνατό του και πολύ· τι το πρεσβιό του πήγε
» και τ’ άρπαξε με το στανιό. Μα αλήθια αφτός δεν έχει 240
» λίγη, Αγαμέμνο, μέσα του χολή, μον παραβλέπει·
» αλλιώς, αφτή σου η αρπαγή θενάταν κι’ η στερνή σου. »
Όμως εκεί τον αρχηγό που τον κακολογούσε,
να κι’ ο Δυσσέας στη στιγμή προφταίνει και του ρήχνει
μιά άγρια ματιά, και με θυμό τού σταματάει τη γλώσσα 245
« Θερσίτη παλαβόστομε, που ξέρεις να φωνάζεις,
» στάσου, και μόνος μη ζητάς μ’ εμάς να λογοφέρνεις !
» Γιατί από σένα λέω εγώ κορμί πιο σιχαμένο
» εδώ κανένα με τους γιους δεν άραξε τ’ Ατρέα,
» και δε σου πάει τους αρχηγούς νάχεις εσύ στο στόμα, 250
» κι’ όλο για κείνους μ’ άτσαλα να ρητορέβεις λόγια,
» και στα πανιά να στέκεσαι μη βρεις καιρό να φύγεις.
» Πώς θάβγει ακόμα αφτή η δουλιά κανείς δεν καλοξέρει,
» αν για καλό μας ή κακό θ’ αφίναμε την Τροία. 253
» Μόν ένα λόγο θα σου πω που θα τον δεις να γίνει. 257
» Έτσι αν σε τύχω άλλη φορά σαν τώρα να σαλιάζεις,
» δε θέλω το κεφάλι μου στους ώμους πια να στέκει,
» ή πίσω ζωντανό να βρω στο σπίτι το παιδί μου, 260
» αν δε δε πιάσω κι’ όλα σου τα ρούχα αν δεν σ’τα βγάλω —
» την κάπα, το πουκάμισο, κι’ όσα φοράς στη φύση —
» και μ’ άσκημο απ’ τη συντυχιά στυλιάρι αν δε σε διώξω,
» που έτσι κλαμένος και γυμνός να τρέχεις στα καράβια. »
Έτσι είπε, και με το ραβδί την πλάτη και τους ώμους 265
του κοπανάει γερά, κι’ αφτός τη ράχη καμπουριάζει
και δάκρυ χύνει φλογερό. Και πρήξιμο στην πλάτη
αίμα γιομάτο ανέβηκε απ’ του ραβδιού το χτύπο.
Και ζαρωμένος κάθησε, και νιώθοντας τον πόνο
τούρηξε μίσους μιά ματιά και σφούγγισε το δάκρυ.
Κι’ οι άλλοι χασκογέλασαν κι’ ας είταν πικραμένοι, 270
κι’ έτσι ο καθένας έλεγε στο γείτονα γυρνώντας
« Πόσα καλά κι’ ωφέλιμα κάνει ο Δυσσέας πάντα,
» πρώτος να δίνει συβουλές σοφές και να μας βγάζει
» στη μάχη ! Μα το πιο καλό αφτό ‘ναι τώρα απ’ όλα,
» που τον αφτάδη αφτό λογά του βούβανε τη γλώσσα. 275
» Δε θα κοτήσει γλήγορα και πάλι ο ξεπαρμένος
» των βασιλιάδων μας βρισές να σκούζει και βλαστήμιες. »
Έτσι είπαν. Κι’ ο καταχτητής σηκώθηκε Δυοσέας,
το χρυσοκέντηνο ραβδί κρατώντας· και σιμά του
του Δία η κόρη η Αθηνά, μ’ όψη σα νάταν κράχτης, 230
φώναζε του λαού σωπή να κάνουν, για ν’ ακούσουν
όλοι το λόγο οι Δαναοί, κι’ οι μπροστινοί κι’ οι πίσω,
και τη βουλή του βασιλιά να δουν, να καταλάβουν.
Αφτός με λόγια γνωστικά τους μίλησε έτσι κι’ είπε
« Τ’ Ατρέα γιέ, έβαλαν βουλή να σε κακοντροπιάσουν
» τώρα πια, αφέντη, οι Δαναοί στα μάτια των ανθρώπων, 285
» κι’ όσα σου τάξανε ξεχνούν ακόμα σαν κινούσαν
» στην Τροία απ’ τ’ Άργους νάρθουνε τ’ αλογοθρόφα μέρη,
» να μη γυρίσουν πίσω εξόν σαν πάρουνε το κάστρο·
» τι σαν ανήλικα παιδιά ή σα γυναίκες χήρες
» κλαίγουνται ο ένας τ’ αλλουνού και πίσω θέν να πάνε. 290
» Δε λέω, μπορεί κι’ ο άνθρωπος να βαρεθεί στο τέλος
» τους κόπους, και στο σπίτι του να θέλει να γυρίσει.
» Κι’ ένα φεγγάρι εδώ αν αργείς το τέρι σου να σμίξεις,
» στενάζεις μες στ’ ανάφρυδο καράβι σα σε σπρώχνει
» αλάργα η βαρυχειμωνιά και τ’ αγριεμένο κύμα·
» μα εμείς, μας βρήκε ο έννατος που κυκλοφέρνει χρόνος 295
» ασάλεφτους εδώ. Για αφτό δεν είναι κατηγόρια
» που τα παιδιά ανυπομονούν να φύγουν. Μα και πάλι
» ντροπής καιρό να λείπουμε και να γυρίσουμε άδιοι.
» Θάρρος, παιδιά ! έλα ας μείνουμε μιά στάλα ως που να δούμε,
» τάχα μαντέβει ψέματα ο Κάρχας ή κι’ αλήθια. 300
» Τι το θυμόσαστε καλά ακόμα αφτό — μαρτύροι
» είστε όλοι εσείς που η συνοδιά δεν άρπαξε του χάρου —
» σα χτες προχτές, τη σύναξη σαν είχαν τα καράβια
» μες στην Αβλίδα για να βγουν τους Τρώες να βαρέσουν,
» εμείς στους άγιους τους βωμούς, στο κεφαλάρι γύρω, 305
» σφάζοντας βόδια απ’ τους θεούς ζητούσαμε βοήθια
» στον ήσκιο ομορφοπλατανιάς, όθε έτρεχε καθάριο
» το ρέμα — τότες φάνηκε μεγάλο ένα σημάδι.
» Δράκος με ράχη κόκκινη σαν αίμα, φρίκη τέρας,
» π’ ατός του ο Δίας τόβγαλε στο φως, πηδά από κάτου
» απ’ το βωμό, κι’ ολόισα στην πλατανιά ανεβαίνει 310
» Κι’ εκεϊ είταν νιόσκαστα πουλιά, έτσι μικρούλια ακόμα,
» στην άκρη άκρη, στου δεντρού την πύκνα ζαρωμένα,
» οχτώ, κι’ η μάννα τους εννιά που τάχε κλωσσισμένα.
» Και τ’ άκουγες π’ απάνου εκεί με κλάμα σπαρταρούσαν
» μέσα στο στόμα του φιδιού. Κι’ η μάννα γύρω γύρω 315
» πετούσε, τα πουλάκια της θρηνώντας· μα το φίδι
» γυρνάει, και μες στους θρήνους της την πιάνει απ’ τη φτερούγα.
» Και σαν την αποτέλιωσε κι’ αφτή και τα πουλιά της,
» το θάμα θέλησε ο θεός, που τόδειξε, για πάντα
» γνωστό να μείνει, κι’ ήλλαξε το δράκο σε λιθάρι.
» Κι’ εμείς στεκόμαστε άφωνοι να δούμε τέτιο θάμα. 320
» Μα μόλις είδε των θεών τα φοβερά σημάδια
» ο Κάρχας στους βωμούς, κι’ εφτύς μονολογώντας είπε
» ‘Και τί σας πιάστηκε η λαλιά, Αργίτες παινεμένοι ;
» Σημαντικά ο βαθύβουλος του Κρόνου γιος σημάδια
» για μας αφτά φανέρωσε, κι’ η φήμη τους αιώνια
» θα ζήσει, μα σημάδια αργά αργοκατορθωμένα. 325
» Καθώς και μάννα και πουλιά τάφαγε τώρα ο δράκος,
» οχτώ, κι’ η μάννα τους εννιά που τάχε κλωσσισμένα,
» το ίδιο εννιά κι’ εμείς αφτού θα πολεμάμε χρόνια·
» στα δέκα απάνου, το καστρί στα χέρια μας θα πέσει.’
» Έτσι είπε, και τα λόγια του τώρα αληθέβουν όλα. 330
» Ελάτε, παλικάρια μου, λοιπόν, και μείνετε όλοι
» εδώ, ως που ναν την πάρουμε τη μυριοπλούσια χώρα».
Είπε, και ζητωκράβγασαν οι Δαναοί, και γύρω
χιλιόστομα αντιλάλησε απ’ τη φωνή η αρμάδα,
κι’ όλοι τα λόγια παίνεσαν του θεϊκού Δυσσέα. 335
Τότες τους λέει ο Νέστορας, ο γερο-αλογολάτης
« Ώ Θέ μου ! αλήθια σαν παιδιά στη συντυχιά μιλάτε
» αθώα, που δα δεν πιάσανε ποτές σπαθί στο χέρι.
» Κι’ οι συφωνίες μας λοιπόν τί θα γενούν κι’ οι όρκοι 339
» κι’ οι άδολες δεξές σταλιές που παίρναμε όλοι θάρρος : 341
» Φωτιά να κάψει τις βουλές και σκέψες των ανθρώπων ! 340
» γιατί άκαρπα μαλώνουμε με λόγια, και μιά λύση
» να βρούμε δε μπορέσαμε τόσον καιρό εδώ ακόμα.
» Μα εσύ, Αγαμέμνο, αλύγιστη μ’ απόφαση, σαν πρώτα,
» οδήγα πάντα το λαό στους φονικούς πολέμους, 345
» κι’ εκείνους άσ’ τους να χαθούν, έναν και διό, που χώρια
» απ’ το στρατό βουλήθηκαν στο νου τους —από τέτιους
» δεν έχει προκοπή— να παν στον τόπο τους πριν δούμε
» ψέμα για αλήθια θα φανεί το τάξιμο του Δία.
» Τι ναι μας είπε, εγώ θαρρώ, απ’ τα ουράνια ο Δίας 350
» τη μέρα όταν τα γλήγορα καράβια ξεκινούσαν,
» σφαγή και χάρο φέρνοντας στους Τρώες, και δεξιά μας
» άστραφτε εκείνος και καλά μας έδειχνε σημάδια.
» Ας μη βιαστούμε λέω λοιπόν να πάμε πίσω στ’ Άργος,
» πριχού χορτάσουμε κι’ εμείς των Τρώων τις γυναίκες 355
» και της Λενιός ξοφλήσουμε τις πίκρες και ξαγρύπνιες.
» Μα όπιος να φύγει βάρθηκε καλά και σώνει, ας έβγει
» να βάλει χέρι στο γοργό καλόδετο καράβι,
» για να κατέβει αρχύτερα των αλλωνών στον Άδη.
» Μα, αφέντη, κρίνε ορθά κι’ εσύ, μα αγρίκα και τους άλλους, 360
» κι’ ο λόγος τώρα που θα πω δεν είναι ναν τον ρήξεις.
» Κατά γενιές τους Αχαιούς και κατά έθνη σάξ’ τους,
» γενιά βοήθια σε γενιά κι’ έθνος να φέρνει σ’ έθνος.
» Αν έτσι ορίσεις κι’ ο στρατός δεν παρακούσει, τότες
» θα δεις πιός αρχηγός κιοτής και πιός είναι αντριωμένος, 365
» και πιο απ’ τα σώματα· γιατί θα πολεμάνε χώρια·
» θα πεις κι’ αν θεϊκιά από οργή το κάστρο αν δεν κουρσέβεις
» ή κι’ από δείλια των αντρών κι’ αγνωροσύνη μάχης.»
Τότες γυρνάει στο Νέστορα και λέει ο Αγαμέμνος
« Κανείς αλήθια, γέρο μου, στους λόγους δε σου βγαίνει. 370
» Έτσι κι’ ας είχα, Δία μου κι’ εσύ Αθηνά κι’ Απόλλο,
» ως δέκα συβουλάτορες μονάχα ναν του μιάζουν !
» Γλήγορα τότες θάβλεπαν γονατιστή την Τροία
» και σκλαβωμένη απ’ τα βαριά να ρημαχτεί σπαθιά μας.
» Μα νά ! ο φουρτουνοκράτης γιος μ’ οργίστηκε του Κρόνου. 375
» που σε μαλώματα άκαρπα με ρήχνει και διχόνιες·
» που για μιά νιά πιαστήκαμε εγώ κι’ ο Αχιλέας
» με λόγια δυνατά, κι’ εγώ πρωτάρχισα την έχτρα.
» Μα αν πάλε οι διό μονιάσουμε κάναν καιρό, μιά μέρα
» δε θενά αργήσει η συφορά τους Τρώες να πλακώσει. 380
» Τώρα να φάτε σύρτε εφτύς κι’ ας μπούμε στο κοντάρι.
» Καλά ακονίστε τα σπαθιά και σάξτε τις ασπίδες,
» δώστε κριθάρι κι’ άχερο στα γλήγορα φαριά σας,
» και συγυρίστε ολόγυρα για πόλεμο τ’ αμάξα,
» για να βαστάμε ολημερύς στις κονταριές, στους χτύπους. 385
» Γιατί δεν έχει ανάπαψη μιάς ώρας, ώστε η νύχτα
» να πάρει, και των δυό στρατών τη λύσσα να χωρίσει.
» Θα δρώσουν γύρω τα λουριά της κουφωτής ασπίδας
» στα στήθια, απάνου στα σπαθιά τα χέρια θ’ αποστάσουν,
» τα ζα θα δρώσουν σέρνοντας τα τορνεμένα αμάξα. 390
» Κι’ όπιον να κοντοστέκει εγώ τον δω μακρυά απ’ τη μάχη,
» αφτού στα ταξιδιάρικα καράβια, ας μην τ’ ολπίζει
» πως θα γλυτώσει, μόν σκυλιά θαν τον παστρέψουν κι’ όρνια. »
Είπε, και ζητωκράβγασαν τα πλήθη, όπως βουήζει
το κύμα απάνου σ’ αψηλή ακροβραχιά, σαν έρθει 395
και το θυμώσει ο σίφουνας, σε κάβο που προβάλλει
και τον χτυπάν τα κύματα με κάθε αγέρα πάντα,
απ’ όθε αν τύχει και φυσάει, θέλεις βοριά θες νότο.
Σηκώνουνται έπειτα, σκορπάν, και τρέχουν στις καλύβες
φωτιά ν’ ανάψουν και ψωμί να ψυχοφάν μιά στάλα.
Κι’ έσφαζαν άλλοι σ’ άλλονε θεό, περικαλώντας 400
απ’ τ’ Άρη πίσω ζωντανοί το μακελιό να σώσουν·
μα αφτός στον παντοδύναμο του Κρόνου γιο έναν τάβρο
παχύ πενταχρονιάτικο, ο Αγαμέμνος, σφάζει,
και στο τραπέζι προσκαλνάει τους πρώτους βασιλιάδες,
πρώτα το γερο-Νέστορα, το Δομενιά μαζί του, 405
στερνά τους Αίϊδες τους διό, το φοβερό Διομήδη,
και το Δυσσέα πούφτανε στη γνώση λες το Δία·
μα μόνος του ήρθε ο θαρρετός πολεμιστής Μενέλας,
γιατί ήξερε πολλή δουλιά πως είχε ο αδερφός του.
Και τριγυρνάνε το σφαχτό βαστώντας τα κριθάρια, 410
ενώ άρχιζε τ’ Ατρέα ο γιος παράκληση να κάνει
« Ώ Δία μαβροσύγνεφε μεγάλε δοξασμένε,
» που στα ουράνια κάθεσαι, αχ βόηθα να μην πέσει
» ο ήλιος, και να μη χυθεί της νύχτας το σκοτάδι,
» πριχού το πλούσιο αρχοντικό γκρεμίσω του Πριάμου 415
» και κάψω μ’ άσπλαχνη φωτιά τις πόρτες, και πριν σκίσω
» κομάτια απάνου στο κορμί του γιου του τα τσαπράζα,
» κουρελιασμένα απ’ το χαλκό· και γύρω του στρωμένοι
» πολλοί συντρόφοι πίστομα στο αίμα ας κολυμπάνε. »
Έτσι είπε, μα δεν τούστρεγε ο γιος του Κρόνου ακόμα,
μόν τα σφαχτάρια δέχτηκε και πλήθαινε τις πίκρες. 420
Έτσι σαν είπαν προσεφκή κριθάρι πασπαλώντας,
πρώτα σηκώνουν του βοδιού την κεφαλή, το σφάζουν,
το γδέρνουν, κόβουν τα νεφρά, και τα διπλοτυλίγουν
με σκέπη, πρώτα των θεών σα χώρισαν το μέρος.
Τότες σε σκίζες άφυλλες τα καίνε. Και στη σούγλα 425
περνάν τα σπλάχνα, κι’ έπειτα στην ανθρακιά τα ψήνουν.
Απέ σα χώνεψε η φωτιά και φάγανε τα σπλάχνα,
λιανίζουν τ’ άλλα κρέατα και τα περνάν στις σούγλες,
τα ψήνουν όμορφα όμορφα, κι’ απ’ τη φωτιά τα βγάζουν.
Και τη δουλιά σαν τέλιωσαν και τοίμασαν τραπέζι, 430
τρων, και δε λείπει τίποτα που να ποθεί η καρδιά τους.
Τέλος σα χόρτασαν καλά γερό με φαγοπότι,
πρώτος τους λέει ο Νέστορας, ο γερο-αλογολάτης
« Τ’ Ατρέα ξακουσμένε γιε, πρωτάρχοντα Αγαμέμνο,
» ας μην αργούμε πιο πολύ εδώ με τις κουβέντες 435
» και τη δουλιά αναβάλλουμε που μας ανοίγει ο Δίας,
» μόν στο καραβοστάσι ομπρός! οι κράχτες ας λαλήσουν
» κι’ όλοι όξω οχ τα καλύβια ας βγουν οι λόχοι αρματωμένοι,
» κι’ εμείς στον κάμπο οι αρχηγοί με δίχως χασομέρια
» ας σύρουμε έτσι αχώριστοι, ν’ αρχίζουμε κοντάρι.» 440
Έτσι είπε, και τ’ αγρίκησε το λόγο ο Αγαμέμνος,
και τους διαλαλητάδες του προστάζει εφτύς να κράξουν
στον πόλεμο τους Αχαιούς με τις θρεμένες χήτες·
κι’ αφτοί λαλούσαν, κι’ έτρεχε το πλήθος χέρι χέρι.
Κι’ οι θεογέννητοι αρχηγοί γοργά, κι’ ο γιος τ’ Ατρέα, 445
τους λόχους τους παράταζαν, κι’ η Αθήνα μαζί τους
με την αγέραστη άλιωτη τη μυριοπλούσια ασπίδα,
που ως εκατό της κρέμουνταν μαλαματένια κρόσα
καλοπλεμένα, ως εκατό βοδιώνε το καθένα,
μ’ αφτή στα χέρια αστραφτερή το πλήθος δρασκελούσε 450
κι’ όλους παντού γκαρδιώνοντας στον πόλεμο να πάνε
μες στην ψυχή αναστύλωσε του καθενός το θάρρος,
που έτσι χωρίς αποκοπή να πολεμάν και σφάζουν·
κι’ άξαφνα πιο γλυκιά ολωνών τους ήρθε τότε η μάχη
παρά να παν στην ποθητή πατρίδα με τα πλοία.
Κι’ όπως φουντώνει αχόρταγη φωτιά μεγάλο δάσος 455
στα κορφοβούνια, και θωρείς τη λάμψη μίλια αλάργα,
όμια άστραφτε ως στον ουρανό περνώντας τον αιθέρα
κι’ η λάμψη απ’ το θεόσταλτο χαλκό σα ροβολούσαν.
Πώς και πετάμενων πουλιών αμέτρητα κοπάδια,
κύκνοι λεφκοί μακρόλαιμοι για γερανοί για χήνες, 460
γύρω απ’ του Κάϋστρου τα νερά, μες στ’ Ασινό λιβάδι,
καμαρωμένα εδώ κι’ εκεί πετούν φτεροκοπώντας,
και το λιβάδι απ’ τις φωνές βουήζει σαν καθίζουν·
έτσι έθνη χύνουνταν πολλά κι’ αφτών οχ τις καλύβες
στον κάμπο το Σκαμαντρινό, κι’ η γης βροντοβολούσε 465
τρομάρα κάτου απ’ των αντρών κι’ απ’ των φαριών τα πόδια.
Και στέκουν στο Σκαμαντρινό ανθόστρωτο λιβάδι,
χιλιάδες, σαν της άνοιξης τα λούλουδα και φύλλα.
Και σα μεγάλα σύγνεφα μυιγώνε σωρεφτώνε
που πλημμυρούν την άνοιξη σε προβατήσα στάνη, 470
τότες που γύρω ξεχειλάει το γάλα στις καρδάρες,
τόσοι στον κάμπο στέκουνταν κι’ οι Δαναοί στους Τρώες
αγνάντια, και δεν έβλεπαν την ώρα ναν τους σκίσουν.
Κι’ όπως γιδάδες έφκολα πλατιά γιδιών κοπάδια
τα ξεχωρίζουν στη βοσκή σαν ανακατωθούνε, 475
έτσι κι’ αφτούς παράταζαν κι’ οι καπετάνιοι απ’ τό ‘να
κι’ απ’ τ’ άλλο μέρος, για να παν στη μάχη· και στο κέντρο
ο Αγαμέμνος, μιάζοντας του Ποσειδού στα στήθια,
στην όψη και στην κεφαλή με τον κεραβνοκράτη
του Κρόνου γιο, στη λεβεντιά με το γοργό τον Άρη.
Σαν τάβρο που όλα ξεπερνάει τα βόδια στο κοπάδι 480
κι’ απ’ όλες ξεχωρίζεται στη στάνη τις γελάδες,
τέτιονε ο Δίας έκανε κι’ αφτόν τη μέρα εκείνη,
ξεχωριστό κατάλαμπρο στων αρχηγών τη μέση.
Και τώρα, Μούσες, πέστε μου, των ουρανών νυφούλες—
θέαινες είστε, κι’ είστε εκεί και ξέρετε τα πάντα, 485
μα φήμες μόνο ακούμε εμείς χωρίς να βλέπουμε έργα—
πιοί στρατηγοί των Αχαιών και πιοί είταν βασιλιάδες.
Ειδέ τα πλήθη εγώ να πω και ναν τα νοματίσω,
κι’ αν είχα δέκα στόματα και γλώσσες δε μπορούσα,
κι’ άσπαστη αν είχα τη λαλιά και σίδερο τα στήθια. 490
Όμως θα πω τους αρχηγούς και χώρια κάθε αρμάδα.

Ραψωδία Γ
Σαν έσαξε κάθε αρχηγός τους λόχους τους δικούς του,
οι Τρώες με φωνή κι’ αχό σαν όρνια ροβολούσαν,
όπως στον ουρανό αψηλά οι γερανοί φωνάζουν,
π’ αφού σωθούνε από βαριά βροχή κι’ ανεμοζάλη,
κοπάδι στ’ Ωκιανού πετάν με λαλητά το ρέμα 5
φέρνοντας φόνους κι’ όλεθρο μακριά στους Σπιθαμένιους·
πόλεμο εκεί αρχινούν κακό μόλις χαράξει η μέρα.
Ήσυχοι οι άλλοι βάδιζαν παλικαριά γιομάτοι,
οι Δαναοί, μ’ απόφαση στη μάχη να βοηθιούνται.
Κι’ όπως ο νότος καταχνιά στα ραχοβούνια απλώνει, 10
καταραμένη απ’ τους βοσκούς, καλή για νυχτοκλέφτη,
κι’ όσονε δρόμο πάει πετριά τόσο θωράει το μάτι·
έτσι ενώ βάδιζαν πυκνή σηκώνουνταν η σκόνη
κάτου απ’ τα πόδια, και γοργά διαβαίνανε τον κάμπο.
Και σα ζυγώσανε οι στρατοί με τ’ άρματα στα χέρια, 15
των Τρώων είταν κεφαλή ο παινεμένος Πάρης,
φορώντας παρδαλόπροβια στους ώμους και δοξάρι
και σπάθα· και κοντάρια διό χαλκοπλισμένα σιώντας
προκάλναε τάχα ομπρός να βγουν τα πρώτα παληκάρια
των Αχαιών κι’ αντίκρυ του να μετρηθούν στη μάχη. 20
Και τότε ο πολεμόχαρος Μενέλας σαν τον είδε
που τρανταχτά δρασκέλιζε ολόμπροστα απ’ τους άλλους,
χάρηκε σάμπως λέοντας που βρίσκει ένα μεγάλο
κόματο, ή διπλοκέρατο ζαρκάδι ή αγριογίδι,
πεινώντας· τι μ’ απόφαση το χάφτει κι’ αν ακόμα 25
τον διώχνουν τα γοργά σκυλιά κι’ οι νιοι οι παλικαράδες·
έτσι ο Μενέλας χάρηκε σαν είδε το λεβέντη
Αλέξαντρο — τι είπε στο νου «θα γδικιωθώ τον κλέφτη !» —
και χάμου αμέσως πήδηξε με τ’ άρματα οχ τ’ αμάξι.
Μα μόλις ο θεόμορφος Αλέξαντρος τον είδε 30
μες στους προμάχους άξαφνα, τον πιάνει λες αντράλα,
και πίσω ως στους συντρόφους του κολώνει μη την πάθει.
Πώς ο διαβάτης του βουνού τη λαγκαδιά σα βλέπει
δαγκάρα οχιά, ξανάστροφα τραβιέται τρομασμένος,
και πίσω φέβγει και χλωμιά τα μάγουλά του βάφει· 35
έτσι κι’ αφτός φοβήθηκε τον καστανό Μενέλα
και πίσω χώθηκε ξανά μες στο σωρό των Τρώων.
Και σαν τον είδε ο Έχτορας, του λέει πικρά δυό λόγια
« Βρε σκύλο-Πάρη, ομορφονιέ, γυναικολυσσασμένε,
» ξελογιαστή, που νάχε πας δίχως παντριά και κλήρο! 40
» Κάλια κι’ αφτό, και θάμαστε πολύ πιο κερδισμένοι,
» παρά που σ’ αναθεματάει και σ’ αγριοβλέπει ο κόσμος.
» Πώς θα γελάνε οι Δαναοί, πούλεγαν δα πως είσαι
» κάποιος γενναίος αρχηγός σαν είδαν τη θωριά σου
» την όμορφη … μα πού καρδιά και παλικαροσύνη ! 45
» Μωρέ χαράς στον ήρωα που μούπαιρνε καράβια
» και το γιαλό ταξίδεβε με φίλους της καρδιάς του,
» κι’ έσμιγε μ’ αλλοχωριανούς, κι’ από μακριά οχ τα ξένα
» γυναίκα εδώ μας έφερνε αγγελοκαμωμένη,
» συγγένισσα παλικαριών, για συφορά μεγάλη
» του τόπου κι’ όλου του λαού και του γερογονιού του, 50
» για αιώνια των οχτρών χαρά, πίκρα μου πάντα εμένα!
» Λοιπόν δε θα σταθείς μπροστά στο βασιλιά Μενέλα;
» Θάβλεπες τίνου αντρός βαστάς τη λυγερή γυναίκα…
» Δε θα φελούσε η λύρα σου και της θεάς τα δώρα,
» τα κάλλη αφτά και τα σγουρά, σα σ’ έστρωνε στο χώμα. 55
» Έχε όμως χάρη π’ άκακα τάχουν τα σπλάχνα οι Τρώες·
» αλλιώς, θα σε ξεπάστρεβαν με τα λιθάρια ως τώρα,
» για να ξοφλήσουν τους καημούς που τόσους σου χρωστάνε.»
Και τότε ο θεοκάμωτος απολογιέται Πάρης
« Έχτορα, αφού με μάλωσες όχι άδικα, μόν δίκια…
» Πάντα η καρδιά σου ‘ναι σκληρή σαν το μπαλτά όταν σκίζει 60
» οξιάς κορμό, και την ορμή πληθαίνει του τεχνίτη
» που καραβόξυλο όμορφα την πελεκάει να φτιάσει·
» έτσι καρδιά άσπλαχνη κι’ εσύ έχεις στα στήθια μέσα.
» Μη μου χτυπάς τα ζηλεφτά της Αφροδίτης δώρα·
» δεν είναι δα ακατάδεχτα τα τιμημένα δώρα 65
» που μας χαρίζουνε οι θεοί… ειδέ κανείς μονάχος
» δεν τ’ αποχτάει. Μα αν τώρα θες να πολεμήσω, ας είναι,
» πες τους, των άλλων Αχαιών και Τρώων, να καθήσουν
» και βάλτε εμένα με το γιο τ’ Ατρέα εκεί στη μέση
» για τη Λενιό κι’ όλο το βιος να χτυπηθούμε οι δυό μας. 70
» Κι’ όποιος νικήσει και φανεί πιο άξιος, τη γυναίκα
» κι’ όλο ας το πάρει λέω το βιος κι’ ας πάει στο σπιτικό του
» τότες ν’ αμώστε οι άλλοι σας όρκους πιστούς αγάπης,
» και χαίρεστε την Τροία εσείς, κι’ εκείνοι πίσω ας πάνε
» στ’ Άργος που θρέφει ομορφονιές και ζηλεφτά πουλάρια. » 75
Είπε, κι’ εκείνος χάρηκε σαν άκουσε το λόγο,
και μες στους Τρώες τρέχοντας τους λόχους σταματούσε,
τ’ όπλο απ’ τη μέση σφίγγοντας. Και στάθηκαν οι λόχοι.
Μα άρχισαν κείθε οι Δαναοί ναν τόνε σημαδέβουν,
και σαϊτιές του ρήχνανε και τον πετροβολούσαν. 80
Τότε έκραξε με μιά φωνή μεγάλη ο Αγαμέμνος
« Σταθείτε, παλικάρια μου ! Αργίτες, μη βαράτε !
» Σα να ζητάει ο Έχτορας να μας μιλήσει κάτι. »
Έτσι είπε, κι’ απ’ τον πόλεμο κρατιούνται αφτοί, κι’ αμέσως
σωπαίνουν. Τότε ο Έχτορας και των διονών τους είπε 85
« Τρώες, ακουστέ με, κι’ εσείς, Αργίτες παινεμένοι,
» τί λέει ο Πάρης π’ αφορμή μάς στάθηκε διαμάχης.
» Προβάλλει οι Τρώες οι λοιποί κι’ όλοι οι Αργίτες τώρα
» τα μυριοπλούμιστα άρματα ναν τ’ απιθώσουν χάμου,
» κι’ ατός του με το μαχητή Μενέλα μες στη μέση 90
» για τη Λενιό κι’ όλο το βιός να χτυπηθούν μονάχοι·
» κι’ όπιος νικήσει και φανεί πιο άξιος, τη γυναίκα
» κι’ όλο ας το πάρει λέει το βιός κι’ ας πάει στο σπιτικό του·
» κι’ οι άλλοι εμείς ν’ αμώσουμε όρκους πιστούς αγάπης.»
Έτσι είπε, κι’ όλοι σώπασαν οι άλλοι δίχως λέξη. 95
Μα πρόβαλε ο πολεμιστής Μενέλας και τους είπε
« Κι’ εμένα τώρα ακούστε με ! τι πιο πολύ η δική μου
» καρδιά πικραίνεται. Θαρρώ πως να χωρίστε τώρα
» οι διό σας πια, γιατί πολλά περάσατε μαρτύρια
» για τη δική μου διαφορά και τ’ άδικο του Πάρη. 100
» Κι’ όπιου μας είναι εδώ απ’ τους διό γραφτό του να πεθάνει,
» ας πέσει ! μόνε οι άλλοι σας αμέσως να χωρίστε.
» Πρόβατο φέρτε ολόασπρο και προβατίνα μάβρη,
» του Ήλιου και της Γης, κι’ εμείς ένα άλλο για το Δία.
» Φέρτε όμως και τον Πρίαμο, ατός του για ν’ αμώσει 105
» τον όρκο, τι είναι αψήφιστοι, με δίχως πίστη, οι γιοί του,
» μήπως τους όρκους του Διός αλόγιαστα πατήσουν.
» Πάντα αλαφρόμιαλοι είναι οι νιοί, μα μ’ όσους σμίξει ο γέρος,
» ο γέρος βλέπει πίσω του, βλέπει κι’ ομπρός του ο γέρος,
» πώς πιο καλύτερα η δουλιά να βγει και για τους διό τους.» 110
Είπε, κι’ εκείνοι χάρηκαν, οι Δαναοί κι’ οι Τρώες,
με την ολπίδα απ’ τους σκληρούς πολέμους να γλυτώσουν.
Σταίνουν αράδες τ’ άλογα, και βγαίνουνε απ’ τ’ αμάξια,
έπειτα βγάζουν τ’ άρματα κι’ εκεί τ’ αφίνουν χάμου,
σιμά κι’ οι διό, και λίγη γης τους χώριζε στη μέση. 115
Κι’ ο Έχτορας τότε έστειλε διό κράχτες μες στη χώρα
να φέρουν γλήγορα τ’ αρνιά, το γέροντα να κράξουν.
Κι’ ο Αγαμέμνος πρόσταξε τον κράχτη του Ταρθύβη
να πάει στα πλοία τα γοργά και το σφαχτό να φέρει·
κι’ ο κράχτης πρόθυμα άκουσε του βασιλιά το λόγο. 120
Τότες η Ίριδα πετάει την είδηση να δώκει
στην αρχοντόκορμη Λενιό, με μιά της αντραδέρφη,
τη Λαοδίκη, μιάζοντας, του Ελικά το τέρι,
την πιο όμορφη του βασιλιά Πριάμου θυγατέρα.
Κι’ έφτασε, και στον αργαλιό την ήβρε που μεγάλο 125
σκουτί τότε έφαινε διπλό, αλικοπλουμισμένο
με ξόμπλια που ζουγράφιζαν των διό στρατών τα πάθια,
που τόσα με τον πόλεμο για λόγου της τραβούσαν.
Κι’ η γληγορόποδη Ίριδα σιμώνει και την κράζει
« Για σήκω, νύφη μου καλή, κι’ έλα να δεις κομάτι 130
» δουλιές, που δε σ’ τις βάνει ο νους, των Αχαιών και Τρώων·
» που πρώτα αφτοί σφαζόντουσαν δίχως σπλαχνιά στον κάμπο
» κι’ άγριο διψούσαν πόλεμο, μα τώρα χωρίς μάχες
» ήσυχοι στέκουν, στις λαμπρές ακουμπισμένοι ασπίδες,
» κι’ έχουν σιμά τους μες στη γης μπηγμένα τα κοντάρια. 135
» Και τώρα ο πολεμόχαρος Μενέλας με τον Πάρη
» για σένα παν να χτυπηθούν με τα μακριά κοντάρια,
» κι’ όπιος νικήσει, τέρι του αφτός θα σε κερδίσει.»
Είπε, κι’ αποθυμιά γλυκιά μες στην ψυχή της χύνει
τον πρώτο για τον άντρα της, τη Σπάρτη, τους γονιούς της. 140
Και ρήχνει απάνου βιαστικά την κάτασπρή της μπόλια,
κι’ απ’ το γιατάκι ξεκινάει στα δάκρια βουτημένη,
όχι μονάχη, πάγαιναν μαζί διό παρακόρες,
η Αίθρα η κόρη του Πιθιά, κι’ η καστανιά Κλυμένη.
Κι’ απέ σε λίγο σώσανε κοντά στο Ζερβοπόρτι. 145
Κι’ εκεί είταν —με τον Πρίαμο, τον Πάνθο, το Θυμοίτη.
το Λάμπο, τ’ Άρη ξακουστό βλαστάρι, τον Κλυτίο,
τον Ικετά— ο Αντήνορας κι’ ο Ουκαλέγος, άντρες
με νου κι’ οι διό και πρόκριτοι, στον πύργο καθισμένοι.
Σα γέροι, πια δεν έβγαιναν στις μάχες, μα ρητόροι 16
σπουδαίοι, σα διό λες τσίντζικες που κάθουνται σε δέντρο
και μες στο δάσος με φωνή λαλούν κατιφεδένια·
τέτιοι στον πύργο κάθουνταν κι’ οι προεστοί των Τρώων.
Αφτοί σαν είδαν τη Λενιό π’ ανέβαινε τον πύργο,
μίλησε ο ένας τ’ αλλουνού αγάλια αγάλια κι’ είπε 155
« Όχι! για πλάσμα σαν κι’ αφτή δεν είναι κατηγόρια
» τόσον καιρό που σφάζονται οι Δαναοί κι’ οι Τρώες !
» Αλήθια αθάνατη θεά λες είναι σαν τη βλέπεις.
» Μα κι’ έτσι ας πάει, και μ’ όλα της τα κάλλη, πίσω στ’ Άργος
» με τα καράβια τα γοργά, πάρα στερνά να μείνει
» και να μας φέρνει συφορές κι’ εμάς και των παιδιών μας.» 160
Έτσι είπανε, κι’ ο Πρίαμος φωνάζει την Ελένη
«Πέρασε εδώθες, κόρη μου, και κάθησε κοντά μου
» να δεις τον πρώτονε άντρα σου, τους φίλους, τους δικούς σου—
» τίποτα εσύ δε μούφταιξες, πάρα οι θεοί μου φταίνε
» που μούστειλαν τον πόλεμο και τα πολλά του δάκρια— 165
» κι’ εκείνο το θεόρατο για πες μου εκεί τον άντρα,
» πιός νάναι αφτός ο Δαναός, σφανταχτερός μεγάλος.
» Σ’ ανάστημα, κι’ άλλοι είναι εκεί και πιο αψηλοί· μα τέτιο
» λεβέντη ακόμα εγώ ποτές δεν είδα, μήτε τόσο
» αρχοντικό ναι, βασιλιάς μα την αλήθια μιάζει.» 170
Τότες τ’ απάντησε η Λενιό, η λατρεφτή γυναίκα
« Σε κλαίει, καλέ μου πεθερέ, σε συμπονά η ψυχή μου . . .
» Άχ άμποτε έτσι θάνατο κακό να προτιμούσα,
» τότες που ξέκοψα κι’ εδώ μαζί ήρθα με το γιο σου,
» κι’ άφισα σπίτι και δικούς κι’ απάρθενή μου κόρη
» και τόσες μου συντρόφισσες, λαχταριστές νυφούλες ! 175
» Όμως δε γένηκε … για αφτό και λιώνω μες στα δάκρια.
» Όσο για αφτό που με ρωτάς, εγώ να σ’ το ξηγήσω.
» Αφτός εκεί είναι ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος,
» δίκιος αντάμα βασιλιάς κι’ ακοντιστής παράξιος·
» κουνιάδο εγώ η κακόσουρτη έναν καιρό τον είχα.» 180
Είπε, κι’ ο γέρος τον τηράει με θιαμασμό και κράζει
« Ώ καλομοίρη ζηλεφτέ πλουτόθρεφτε Αγαμέμνο,
» πόσους αλήθια Δαναούς ορίζει η δύναμή σου !
» Και στην αμπελωτή Φρυγιά μούτυχε εγώ να σύρω,
» και Φρύγες είδα αμέτρητους με παρδαλά πουλάρια, 185
» του ξακουσμένου Μύγδονα και του Οτριά τ’ ασκέρια
» που τότες είχαν σύνοδο στου Σαγγαριού τους όχτους·
» τι πήγα εκεί βοηθός κι’ εγώ κι’ ενώθηκα μαζί τους
» το χρόνο που οι αντρόκαρδες πλακώσανε Αμαζόνες·
» μα τόσοι σαν τους Δαναούς δεν είταν μήτε εκείνοι. » 190
Και το Δυσσέα βλέποντας ξαναρωτάει ο γέρος
« Τήρα κι’ εκείνον, κόρη μου, και πες μου αφτός πιός είναι.
» Δεν έχει την κορμοστασά του βασιλιά Αγαμέμνου,
» μα φαίνεται σαν πιο φαρδύς στις πλάτες και στα στήθια.
» Τάχει βαλμένα κατά γης τα πλουμιστά άρματά του, 195
» και πηγαινόρχεται κοντά στους λόχους σα μπροστάρης.
» Έτσι ναι μιάζει, ακούρεφτο σαν κριάρι που διαβαίνει
» κοπάδι λες αρίφνητο απ’ άσπρες προβατίνες. »
Τότες τ’ απάντησε η Λενιό, του Δία η θυγατέρα
« Αφτόν τον λεν πολύξερο Δυσσέα του Λαέρτη. 200
» Στο Θιάκι, ένα πετρόνησο, γεννήθηκε, και ξέρει
» θες πονηριές κάθε λογής θες δύσκολες σοφίες. »
Γυρνάει τότε ο Αντήνορας και της Λενιός της κάνει
« Ναι, κόρη μου, πολύ σωστά το λόγο αφτό τον είπες.
» Γιατί ήρθε μιά φορά κι’ εδώ ο θεϊκός Δυσσέας, 205
» σταλμένος με το βασιλιά Μενέλα απ’ αφορμή σου.
» Κι’ έγινα εγώ προστάτης τους, τους φίλεψα στο σπίτι,
» κι’ είδα τη γνώμη και των διό και τις βαθιές τους σκέψες.
» Τότες σαν πήγαν κι’ έσμιξαν τη συντυχιά των Τρώων,
» όρθιοι, τους ώμους πιο αψηλά τους κράταε ο Μενέλας, 210
» κάθουνταν, και πιο αρχοντικός φαινότανε ο Δυσσέας·
» Κι’ όταν απέ έφτασε η στιγμή στο πλήθος να λαλήσουν,
» τότε ο Μενέλας γλήγορα και λίγα μίλαε λόγια,
» μα λίγα και καλά, επειδής πολύλογος δεν είταν
» και φωνακλάς μωρόγλωσσος … ή σαν πιο νιος στα χρόνια. 215
» Μα ολόρθος σαν τινάζουνταν ο γνωστικός Δυσσέας,
» έστεκε, χάμου βλέποντας, με μάτια στυλωμένα
» στη γης, και το ραβδί μπροστά για πίσω δεν κουνούσε,
» παρά το βάσταε ασάλεφτο σαν άπραχτος κανένας·
» λες είταν άθρωπος ζαβός, ξεκουτιασμένος έτσι. 220
» Μα τη μεγάλη όμως φωνή σαν έχυνε απ’ τα στήθια
» κι’ οι λόγοι τούβγαιναν πυκνοί σα χιόνια το χειμώνα,
» θνητό δεν είχε πουθενά να φτάνει το Δυσσέα.
» Τότ’ όχι ! δεν τον βλέπαμε με τόση καταφρόνια. »
Τρίτο τον Αία βλέποντας ρωτάει ο γέρος πάλι 225
« Κι’ αφτός πιός είναι ο Δαναός, ο αψηλός κι’ ασίκης,
» που στο κεφάλι ξεπερνάει τους άλλους και στους ώμους;»
Τότες τ’ απάντησε η Λενιό με το συρτό φουστάνι
« Ο γίγας Αίας είναι αφτός, των Αχαιώνε πύργος.
» Και κοίτα εκεί το Δομενιά που στέκει απ’ τ’ άλλο μέρος 230
» όμιος μ’ αθάνατο θεό στων λόχων του τη μέση
» με γύρω του των Κρητικών τα πρώτα παλικάρια.
» Συχνά τον φιλοξένεβε ο καστανός Μενέλας
» σπίτι μας, πέρα οχ το νησί σαν έρχουνταν της Κρήτης.
» Και τώρα αχ ! όλους βλέπω εγώ τους άλλους στρατολάτες,
» όσους γνωρίζω και να πω κατέχω τ’ όνομά τους· 235
» μα διό δε βρίσκω μοναχά, τον αλογοτεχνίτη
» τον Κάστορα και το γερό στους γρόθους Πολυδέφκη,
» τους διό μου σύσπλαχνους που μιά μας γέννησε μητέρα.
» Καν απ’ τη λουλουδόστρωτη δε βγήκαν ίσως Σπάρτη,
» καν φτάσανε ως εδώ κι’ αφτοί με τα θαλάσσια πλοία, 240
» μα τώρα στων αντρών δε θεν τη μάχη να προβάλουν
» σα ντροπιασμένοι απ’ τις πολλές πομπές μου κι’ ατιμίες.»
Έτσι είπε, μα τους διό αδερφούς το χώμα τους κρατούσε
στη Σπάρτη εκεί μες στης γλυκιάς πατρίδας τους τον κόρφο.
Και μέσα τότες στο καστρί οι διό διαλαλητάδες 245
κατέβαιναν με των θεών τα σεβαστά ορκιστήρια,
με διό σφαχτά και πρόσγλυκο κρασί, της γης το θρέμμα,
μες σ’ ένα ασκί γιδίτικο. Και τα χρυσά ποτήρια
μ’ ένα κροντήρι π’ άστραφτε κρατώντας ο Νιδαίος,
πήγε στο γέροντα σιμά και τον παρακινούσε
« Σήκω, του Λαουμέδου γιε, οι στρατηγοί σε κράζουν 250
» των αντριωμένωνε Αχαιών, των αλογάδων Τρώων,
» να πάς στον κάμπο με σκοπό όρκους πιστούς να πάρτε.
» Τι τώρα ο πολεμόχαρος Μενέλας με τον Πάρη
» για τη Λενιό θα χτυπηθούν με τα μακριά κοντάρια,
» κι’ ο νικητής λεν τη Λενιό κι’ όλο το βιός ας πάρει, 255
» κι’ όρκους εμείς ας κάνουμε αγάπης και φιλίας·
» έτσι την Τριά εμείς θάχουμε, κι’ εκείνοι θα γυρίσουν
» στ’ Άργος που θρέφει ομορφονιές και ζηλεφτά πουλάρια. »
Είπε, κι’ ο γέρος σκιάχτηκε και κράζει στους συντρόφους
να ζέψουν τ’ άλογα· κι’ αφτοί τα ζέβουν χέρι χέρι. 260
Απάνου τότε ανέβηκε και τα βοϊδήσα γκέμια
τέντωσε πίσω, κι’ έπειτα στο πλουμισμένο αμάξι
ανέβηκε ο Αντήνορας του βασιλιά από δίπλα·
και μέσα απ’ τη Ζερβόπορτα τραβάν κατά τον κάμπο.
Κι’ όταν σε λίγο φτάσανε σιμά στα διό τ’ ασκέρια,
τότες ξεπέζεψαν στη γης που θρέφει κάθε πλάσμα, 265
και μες στη μέση πρόβαιναν των Αχαιών και Τρώων.
Τότ’ όρθιος τ’ Άργους μονομιάς σηκώθηκε ο αφέντης,
όρθιος και του Λαέρτη ο γιος. Κι’ οι φημισμένοι κράχτες
τα βάλανε όλα των θεών τα ορκιστήρια αντάμα,
και το κρασί ανακάτωσαν μες στο λαμπρό κροντήρι,
κι’ έχυσαν να χεροπλυθούν νερό των βασιλιάδων. 270
Και σέρνοντας τ’ Ατρέα ο γιος την κάμα πούχε πάντα
κοντά στης σπάθας το μακρύ φηκάρι κρεμασμένη,
τρίχες αρχίζει απ’ των αρνιών να κόβει τα κεφάλια.
Κι’ οι κράχτες σαν τις μοίρασαν στους πρώτους καπετάνιους
των Τρώων και των Αχαιών, στη μέση ο Αγαμέμνος
αψά παράκληση άρχισε με σηκωμένα χέρια 275
« Δία πατέρα π’ αψηλά ορίζεις απ’ την Ίδα,
» μεγάλε μυριοδόξαστε ! κι’ εσύ Ήλιε που τα πάντα
» βλέπεις κι’ ακούς ! και Ποταμοί και Γης ! κι’ εσείς στον Άδη
» που σαν πεθάνει ο ψέφτορκος θνητός τον τιμωράτε,
» μαρτύροι νάστε και πιστούς φυλάτε εσείς τους όρκους! 280
» Αν λάχει ο Πάρης σήμερα και σφάξει το Μενέλα,
» αφτός ας έχει τη Λενιό μ’ όλο το βιός, και πίσω
» να πάμε εμείς στα σπίτια μας με τα θαλάσσια πλοία.
» Μα πες τον Πάρη ο καστανός πώς έσφαξε Μενέλας,
» οι Τρώες πίσω τη Λενιό μ’ όλο το βιός να δώσουν 285
» πλερώνοντάς μας πρόστιμο καθώς τεριάζει κιόλας,
» που να σταθεί παράδειγμα και των στερνών ανθρώπων.
» Μα αν δε θελήσει ο Πρίαμος κι’ οι γιοί του να πλερώσουν
» το πρόστιμο, σα σκοτωθεί ο Πάρης, τότε ακόμα
» εγώ και για την πλερωμή θα μείνω εδώ, και πάντα 290
» θα πολεμάω ως που να βρω την άκρη του πολέμου. »
Είπε, και κόβει των αρνιών με τ’ άσπλαχνο λεπίδι
τους λάρυγγες, και κατά γης σπαρταριστά τ’ αφίνει
ενώ ψοφούσαν· τι ο χαλκός τους πήρε τη ζωή τους.
Κι’ απ’ το κροντήρι βγάζοντας κρασί με τα ποτήρια, 295
στάζουν και τους παντοτινούς θεούς περικαλιούνται.
Κι’ αφτούς τους λόγους έλεγε κάθ’ Αχαιός και Τρώας
« Δία κι’ αθάνατοι θεοί, μεγάλοι δοξασμένοι!
» όπιοι τους όρκους βλάψουνε και πρωτοκακουργήσουν,
» έτσι όπως τρέχει το κρασί αφτό, και τα μιαλά τους 300
» χάμου να τρέξουνε στη γης, κι’ αφτών και των παιδιών τους,
» και το γυναικολόγι τους ας το χορτάσουν άλλοι. »
Και τότε ο γερο-Πρίαμος τους μίλησε δυό λόγια
« Τρώες, ακούστε με, κι’ εσείς Αργίτες παινεμένοι!
» Εγώ στ’ ανεμοφύσητο καστρί γυρίζω πίσω, 305
» τι δε βαστάν τα μάτια μου να δούνε το παιδί μου
» όταν με τον παληκαρά Μενέλα θα χτυπιέται.
» Μα αφτό, θαρρώ, του Κρόνου ο γιος το ξέρει, κι’ οι αιώνιοι
» άλλοι θεοί, σε πιόνε τους γραφτό ‘ναι να πεθάνει.»
Είπε ο ισόθεος θνητός, και στ’ όμορφο του αμάξι 310
έβαλε μέσα τα σφαχτά, κι’ ανέβηκε κι’ ατός του,
έπειτα πίσω τέντωσε τα γιαλισμένα γκέμια.
Σιμά του κι’ ο Αντήνορας ανέβηκε στ’ αμάξι.
Αφτοί έτσι γύριζαν λοιπόν στο κάστρο ξαναπίσω·
Κι’ ο Έχτορας κι’ ο θεϊκός Δυσσέας πρώτα πρώτα
μετρούσαν την απόσταση. Και τους λαχνούς κατόπι 315
παίρνουν και μες σε χάλκινη περικεφαλιά τους σείνουν,
πιός θα πρωτόρηχνε απ’ τους διό το κοφτερό κοντάρι.
Εκεί οι στρατοί τότ’ άρχισαν παράκληση να κάνουν,
προς τους αθάνατους θεούς σηκώνοντας τα χέρια.
Κι’ αφτούς τους λόγους έλεγε κάθε Αχαιός και Τρώας
« Δία πατέρα π’ αψηλά ορίζεις απ’ την Ίδα, 320
» μεγάλε μυριοδόξαστε ! όπιος αφτά τα πάθια
» ανάμεσό μας τάβαλε, ναι κάνε αφτός να πέσει
» και στ’ Άδη τα εφτάβαθα ως μέσα να κατέβει,
» κι’ εμείς ας κάνουμε ξανά όρκους πιστούς αγάπης.»
Έτσι είπανε. Και τους λαχνούς ο Έχτορας κουνούσε
τηρώντας πίσω· κι’ αλαφρός του Πάρη πήδησε’ όξω. 325
Κάθουνται τότες στη σειρά οι άλλοι, εκεί καθένας
πούχε αφισμένα τ’ άρματα, τα πίλαλά του ζώα.
Κι’ εκείνος βάζει στο κορμί την πλούσια αρματωσά του,
της ομορφόμαλλης Λενιός ο ζηλεμένος άντρας.
Έβαλε πρώτα τα γερά τουσλούκια στα καλάμια, 330
πανώρια, πούταν μ’ αργυρά θηλύκια αρμοδεμένα.
Κατόπι γύρω φόρεσε τα δίχουφτα στο στήθος
τσαπράζα τ’ αδερφού Λυκά, και τούρθαν στο κορμί του.
Έπειτα γύρωθε κρεμάει στους ώμους του τη σπάθα,
μ’ ασημοκάρφια κεντητή και λεπιδοχαλκένια,
κρεμάει και τη θεόρατη στεριόφτιαστή του ασπίδα. 335
Κι’ έβαλε στο λεβέντικο κεφάλι τη φαντούσσα
περκεφαλιά, που έτσι αγριωπή η αλογόφουντά της
πας στην κορφή κυμάτιζε, και πήρε τ’ αντριωμένο
κοντάρι που του πάγαινε στη χούφτα του. Παρόμια,
φορούσε κι’ ο παλικαράς Μενέλας τ’ άρματά του.
Σαν αρματώθηκαν λοιπόν, στο μέρος του ο καθένας, 340
μέσα στη μέση πρόβαιναν των Αχαιών και Τρώων,
ρήχνοντας φοβερές ματιές, που πήγαν να παγώσουν
οι Δαναοί οι χαλκόπλιστοι κι’ οι αλογάδες Τρώες.
Και τ’ άρματα ανεμίζοντας, να φαγωθούν λυσσώντας,
σταθήκανε, κοντά κοντά, στο μετρημένον τόπο. 345
Πρώτος ο Πάρης έρηξε το γλήγορο κοντάρι,
και βρήκε την ολόιση ασπίδα του Μενέλα·
μά δεν την τρύπησε ο χαλκός, μόν στην ασπίδα μέσα
στράβωσε η μύτη. Δέφτερος κινάει ο γιος τ’ Ατρέα
με το κοντάρι, κι’ έκανε παράκληση στο Δία 350
« Αφέντη Δία, αχ βόηθα με τον άντρα να ξοφλήσω
» π’ άρχισε πρώτος τ’ άδικο, το θεϊκόνε Πάρη,
» και σκότωσ’ τον τον άπιστο με το δικό μου χέρι,
» έτσι να μην κοτάει κανείς κι’ απ’ τους στερνούς αθρώπους
» να βλάφτει το φιλόξενο που δείχνει καλοσύνη ! »
Είπε, και σιώντας τίναξε το γλήγορο κοντάρι, 355
και χτύπησε τη στρογγυλή ασπίδα τ’ Αλεξάντρου.
Και το κοντάρι του περνάει τη φωτοβόλα ασπίδα,
και μες στα μαστροδούλεφτα τού χώνεται τσαπράζα,
και το σκουτί ίσα εκεί κοντά του σκίζει στο λαγγόνι·
μά ‘γυρε αφτός και σώθηκε απ’ τον πικρό το χάρο. 360
Τότε ο Μενέλας βγάζοντας τη σπάθα, τη σηκώνει
και μιά του ζάφτει εκεί σπαθιά στου κράνου του το γρόμπο·
μα τ’ αργυρόκαρφο σπαθί τσακίστη απά στο γρόμπο
σε τρία σε τέσσερα, κι’ εφτύς του ξέπεσε απ’ τα χέρια.
Τότες τηράει τον ουρανό και ρήχνει μιά βλαστήμια
« Δία, από σένα λέω θεό δεν έχει πιο γρουσούζη ! 365
» Είπα δα πως την απιστιά θα γδικιωθώ του Πάρη·
» μα δές ! στα χέρια μούσπασε η σπάθα, κι’ απ’ τη χούφτα
» τίναξα τ’ όπλο έτσι άδικα χωρίς νάν τον καρφώσω! »
Είπε, και μ’ ένα πήδημα τον άδραξε απ’ τη φούντα,
κι’ έστριψε και στων Αχαιών το μέρος τον τραβούσε. 370
Και τ’ ολοκέντητο λουρί τον έπνιγε από κάτου
απ’ τα καλόθρεφτα λαιμά, που τεντωτό κρατούσε
τη χάλκινη περκεφαλιά δεμένη στο πηγούνι.
Και τότες θαν τον έπαιρνε και θ’ αποχτούσε δόξα
αφάνταση, μόν στη στιγμή τον είδε η Αφροδίτη
και το βοϊδόλουρο τού σπάει· κι’ η περικεφαλαία 375
έτσι άδια πάγαινε μαζί με τ’ αντριωμένο χέρι.
Τότες αφτή την τίναξε στριφογυρίζοντάς την
προς τους δικούς του, όπου οι πιστοί την πήρανε συντρόφοι·
κι’ ατός του πίσω πήδησε με το χαλκένιο φράξο,
ναν τον σκοτώσει αφρίζοντας. Μα αντίκρυ η Αφροδίτη 380
τον άρπαξε έφκολα έφκολα, σα θέαινα, απ’ τη μέση,
τον σκέπασε μ’ ένα πυκνό σκοτάδι, και τον πήγε
και μες το μοσκομύριστο τον κάθισε γιατάκι.
Έπειτα πήγε τη Λενιό να κράξει. Και τη βρήκε
στον πύργο απάνου με πολλές τριγύρω παρακόρες,
και με το χέρι την τραβάει οχ τ’ αραχνιό φουστάνι, 385
όμια με μιά παλαιϊκιά γηριά μαλλοτεχνίτρα,
που τα πολύτιμα μαλλιά τής δούλεβε σαν είταν
στον τόπο της, και πιο πολύ την αγαπούσε απ’ όλες·
όμια μ’ αφτή, της μίλησε η ρόδινη Αφροδίτη
« Έλα, κι’ ο Πάρης σε ζητάει στον πύργο να γυρίσεις. 390
» Αχ στολισμένο α θε τον δεις απ’ ομορφιά πώς λάμπει
» μες το γιατάκι, απάνου εκεί στο τορνεφτό κρεβάτι !
» Λες από μάχη δε γυρνάει, λες σε χορό πως βγαίνει,
» ή το χορό πως τέλιωσε και τώρα πάει να κάτσει.»
Έτσι είπε, και της τάραξε τα σπλάχνα μες στα στήθια. 395
Σαν ένιωσε όμως της θεάς τ’ αχτιδοβόλα μάτια.
τα χαριτόμορφα λαιμά, τα στήθια που μαγέβουν,
σκιάχτηκε τότες κι’ άνοιξε τα χείλια ναν της κρίνει
« Καλότυχη, τί θες μ’ αφτά το νου να μου πλανέσεις;
» Μη θες πιο πέρα να με πας σε κάμια πλούσια χώρα, 400
» στη Μαιονιά είτε στη Φρυγιά με τα πολλά τ’ αμπέλια,
» αν έχεις κάνα νιο κι’ εκεί ακριβαγαπημένο ;
» Πώς τάχα τώρα νίκησε τον Πάρη ο γιος τ’ Ατρέα
» και θέλει πίσω σπίτι του την έρμα να με πάρει,
» τώρα γι’ αφτό μού κόπιασες με τα πλανέματά σου ; 405
» Σύρε σιμά του κάθησε και τους θεούς παραίτα,
» κι’ ας μη σε παν τα πόδια σου στον Έλυμπο πια πίσω,
» μόν πάντα τυραγνιού μ’ αφτόν και βλέπε τον στα μάτια
» ως που ή γυναίκα ή σκλάβα του στο τέλος να σε κάνει.
» Εγώ όμως δεν πηγαίνω εκεί μαζί του να πλαγιάσω. 410
» Ντροπή είναι, και τί θάλεγαν οι Τρώϊσσες για μένα
» νά θε τ’ ακούσουν;… Φτάνει πια όσα με τρων σκουλήκια.»
Τότες του Δία θύμωσε η κόρη και της είπε
« Μη μ’ ερεθίζεις, άμοιρη, κι’ απ’ το θυμό σ’ αφήκω,
« και τόσο σ’ οχτρεφτώ όσο πριν σ’ αγάπησα περίσσα, 415
» και πλέξω τρομερούς σκοπούς ανάμεσα στους διό τους,
» τους Τρώες και τους Αχαιούς, κι άσκημα εσύ τελειώσεις.»
Είπε, και τρόμαξε η Λενιό η διογεννημένη,
κι’ έφυγε αγάλια —σκεπαστή με την κατάσπρη μπόλια—
κρυφά απ’ τους Τρώες· κι’ η θεά πήρε το δρόμο πρώτη. 420
Κι’ άμα στου Πάρη φτάσανε τον τρισπανώριο πύργο,
τρέξανε αμέσως στη δουλιά οι άξιες παρακόρες,
κι’ εκείνη απάνω ανέβηκε, η λατρεφτή γυναίκα.
Και πήρε τότε ένα σκαμνί η χρυσωπή Αφροδίτη
και πήγε και τ’ απίθωσε καταντικρύ του Πάρη. 425
Εκεί τότε έκατσε η Λενιό, του Δία η θυγατέρα,
με μάτια προς τη γης σκυφτά, και τάψαλε τ’ αντρός της
« Ξανάρθες απ’ τον πόλεμο… που έτσι να σ’ είχε σφάξει
» στην μάχη ο λεβεντόκαρδος π’ άντρα μου εγώ τον είχα !
» Εσύ παινιόσουν δα άλλοτες τον καστανό Μενέλα 430
» πως τον νικάς στη δύναμη, στα χέρια, στο κοντάρι·
» μα σύρε κι’ αντροκάλεσ’ τον στήθος με στήθος τώρα
» να ξαναβγείτε … Όμως εγώ σ’ το λέω για το καλό σου,
» να πάψεις, κι’ ασυλλόγιστα πολέμους μη γυρέβεις
» και μάχες με το βασιλιά Μενέλα να μου σταίνεις,
» μήπως σε στρώσει γλήγορα με το κοντάρι χάμου.»
Κι’ ο Πάρης τότε απάντησε και της Λενιός της είπε
« Γυναίκα, μη με κατεχάς με τα πικρά σου λόγια.
» Τι τώρα με την Αθήνα με νίκησε ο Μενέλας,
» μα άλλοτε αφτόν κι’ εγώ. Θεοί κι’ εμάς μας παραστέκουν. 440
» Μόν πάμε τώρα το φιλί στο στρώμα να χαρούμε·
τι τέτια φλόγα στην καρδιά δεν ένιωσα ποτές μου,
» μήτ’ όταν πρώτα σ’ άρπαξα απ’ την πανώρια Σπάρτη
» και με τα πελαγόδρομα ταξίδεβα καράβια
» και στην Κρανιά εκεί σ’ έσφιξα στην αγκαλιά, όσο τώρα 445
» σε λαχταράω κι’ αποθυμιά γλυκιά με κυριέβει. »
Έτσι είπε, και ξεκίνησε μπροστά κατά το στρώμα,
και πίσωθε η ροδόθωρη Λενιό τον ακλουθούσε.
Αφτοί λοιπόν πλαγιάσανε στο τορνεφτό κρεβάτι,
κι’ ο γιος τ’ Ατριά λες σα θεριό γυρνούσε μες στο πλήθος,
ίσως ξανοίξει πουθενά το θεϊκόνε Πάρη.
Μα δε μπορούσε απ’ τους βοηθούς κανείς μήτ’ απ’ τους Τρώες
να δείξει τον Αλέξαντρο στον καστανό Μενέλα.
Κι’ όχι τον είδαν, και να πεις τον κρύβανε απ’ αγάπη,
τι σαν το μάβρο θάνατο τόνε μισούσαν όλοι.
Τότες τους είπε ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος 455
« Ακούστε, Τρώες και βοηθοί, κι’ ακούστε με, Δαρδάνοι!
» Ξάστερα η νίκη φάνηκε του βασιλιά Μενέλα,
» και τώρα βγάλτε δώστε μας το βιός με την Ελένη,
» κι’ έτσι όσο πρέπει πρόστιμο πλερώστε ακόμα, τέτιο
» που να σταθεί παράδειγμα και των στερνών ανθρώπων. » 460
Έτσι τους είπε, κι’ οι λοιποί ζητωκραβγάνε Αργίτες.

Ραψωδία Δ
Και στο χρυσόστρωτο οι θεοί τον πύργο με το Δία
κάθουνταν κι’ είχανε βουλή, και τους κερνούσε γύρω
νεχτάρι η Ήβα· κι’ οι θεοί με τα χρυσά ποτήρια
ένας τον άλλο φίλεβε, κατά την Τριά τηρώντας.
Άξαφνα ο Δίας βάλθηκε την Ήρα να κεντήσει 5
μ’ ένα διό λόγια αγγιχτικά, κι’ ορθά κοφτά μιλούσε
« Έχει προστάτρες διό θεές ο βασιλιάς Μενέλας,
» την Ήρα την Αργίτισσα, την Αθηνά τη Σώστρα.
» Μα αφτές μακριά του κάθουνται και μόνο κάνουν χάζι
» τον κάμπο, μα η ροδόγελη όμως θεά Αφροδίτη 10
» στον Πάρη πάντα ‘ναι κοντά, τον βγάζει οχ τους κιντύνους,
» και τώρα μέσα απ’ του φιδιού τον γλύτωσε το στόμα.
» Δεν έχει ωστόσο, νίκησε ο καστανός Μενέλας.
» Κι’ εμείς ας δούμε αφτή η δουλιά πώς πρέπει να τελειώσει·
» θ’ ανάψουμε άγριο πόλεμο και μάχες ξαναπίσω, 15
» για λέτε πια να βάλουμε αγάπη ανάμεσό τους ;
» Μα αν πάλι σας καλόρχεται και δε σας πολυνιάζει,
» ας μείνει η χώρα απείραγη του βασιλιά Πριάμου,
» και πίσω στ’ Άργος η Λενιό ας πάει με το Μενέλα.»
Είπε, κι’ αφτές κατσούφιασαν, η Αθηνά κι’ η Ήρα. 20
Οι διό τους κάθουνταν, η μιά κοντά κοντά στην άλλη,
και για τους Τρώες συφορές στο νου τους μελετούσαν.
Κι’ η Αθηνά δεν έβγαλε μιά λέξη, μόν σωπούσε,
κι’ άγρια ας την έπιανε ο θυμός σκασμένη με το Δία·
μα απ’ το θυμό ξεχείλισε η Ήρα και του κάνει
» Τί είναι που κάθεσαι και λες, γιε φοβερέ του Κρόνου; 25
» Πώς θες τους κόπους άδικα στη μέση να μ’ αφήκεις,
» όσο ίδρωσα ίδρο κι’ έσπασα τα ζα στρατολογώντας,
» τι του Πριάμου είχα στο νου το σόι να ξεκληρίσω.
» Κάν’ το ! όμως μερικοί θεοί, σ’το λέω, θα πικραθούμε. »
Τότες ο Δίας απαντάει βαριά αγαναχτισμένος 30
« Καλότυχη, μα τί λοιπόν ! τόσα κακά σου κάνουν
» ο Πρίαμος κι’ όλοι του οι γιοί, που πολεμάς αιώνια
» να τους ρημάξεις σύριζα τη μυριοπλούσια χώρα;
» Ας δύνουσουν μονάχα εσύ να μπεις στο κάστρο μέσα
» κι’ ωμό να φας τον Πρίαμο, να φας και τα παιδιά του 35
» μ’ όλους τους Τρώες, τότες πια θα χόρταινε ο θυμός σου.
» Κάνε όπως θες! μα κοίταζε μη βγάλει αφτή η διχόνια
» ανάμεσό μας έπειτα καμιά μεγάλη αμάχη.
» Μα άκου, ένα λόγο θα σου πω και να μου τον θυμάσαι.
» Σαν κάνω απόφαση κι’ εγώ και θέλω να ρημάξω 40
» κάστρο κανένα όπου ίσως ζουν αθρώποι αγαπητοί σου,
» να μη μου φέρνεις στο θυμό αμπόδια, μόν ν’ αφήκεις.
» Σούδωκα θέλοντας κι’ εγώ, και μ’ άθελα όμως σπλάχνα.
» Γιατί όσες χώρες βρίσκουνται στον ήλιονε από κάτου
» και στον αστρόφωτο ουρανό θνητοκατοικημένες, 45
» απ’ όλες πιο πολύτιμη αφτή είταν της καρδιάς μου,
» η Τρία η μεγάλη, ο Πρίαμος, κι’ ο ξακουστός λαός του.
» Τι προσφορές δεν έλειπαν ποτές απ’ το βωμό μου,
» σταλιές και τσίκνα· αφτό κι’ εμάς μας έλαχε πρεσβιό μας.»
Τότες τ’ απάντησε η κυρά, η μαρμαρόλαιμη Ήρα 50
« Τώρα τρεις χώρες έχω εγώ πολύ πιο λατρεμένες,
» τ’ Άργος, και την πλατύδρομη Μυκήνα, και τη Σπάρτη,
» και ρήμαξε τες αν ποτές τις οχτρεφτεί η καρδιά σου·
» κι’ αφτές δε σ’ τις αρνιέμαι εγώ και δεν τις διαφεντέβω.
» Τι κι’ αν αρνιέμαι κι’ αν ζητώ αμπόδια να σου βάλω, 55
» τί κατορθώνω πούσαι εσύ πολύ πιο δυνατός μου ;
» Όμως δεν πρέπει να χαθεί μήτε ο δικός μου ο κόπος,
» τι είμαι θεά μαθές κι’ εγώ, ίδια μαζί σου φύτρα,
» και πιο ολωνώνε σεβαστή γεννήθηκα απ’ τον Κρόνο,
» κι’ ως πρώτη γέννα κι’ επειδής με λεν δικό σου τέρι, 60
» εσένα π’ όλων των θεών είσαι οριστής κι’ αφέντης.
» Μα παραχώρησες σ’ αφτά θα κάνουμε κι’ οι διό μας,
» εμένα εσύ και πάλι εγώ εσένα θα σου κάνω,
» κι’ οι άλλοι αθάνατοι θεοί θα παν κατά πώς πάμε.
» Μόν τώρα πες της, μην αργείς, της Αθηνάς να τρέξει
» στους πολυτάραχους στρατούς των Αχαιών και Τρώων, 65
» κι’ έτσι να κάνει π’ άπιστα ν’ αρχίσουν πρώτοι οι Τρώες
» και να χτυπάν τους Αχαιούς που κέρδισαν τη νίκη. »
Έτσι είπε, και την άκουσε ο κεραβνοτινάχτης,
και λέει εφτύς της Αθηνάς δυό φτερωμένα λόγια
« Πήγαινε κάτου στο στρατό δίχως στιγμή να χάσεις, 70
» κι’ έτσι να κάνεις π’ άπιστα ν’ αρχίσουν πρώτοι οι Τρώες
» και να χτυπάν τους Αχαιούς που κέρδισαν τη νίκη. »
Έτσι είπε, και ξαπόστειλε την Αθηνά στα πλήθη,
όπως κι’ εκείνη ώρα πολλή να τρέξει λαχταρούσε,
κι’ απ’ του Ελύμπου χύθηκε, τα κορφοβούνια κάτου.
Πώς τ’ άστρο φαίνεται που ο γιος του Κρόνου σφεντονίζει, 75
κι’ είναι σημάδι ή σε λαό πολύστρατο ή σε νάφτες,
λαμπρό, και σπίθες άπειρες στο δρόμο του σκορπάνε·
σαν τέτιο αστέρι χύθηκε κι’ αφτή ίσια προς τον κάμπο,
κι’ έπεσε ανάμεσα στους διό. Και κοίταζαν με τρόμο
οι φτερουγόποδοι Αχαιοί κι’ οι αλογάδες Τρώες. 80
Κι’ έτσι ο καθένας έλεγε, στο γείτονα γυρνώντας
« Για πάλι πόλεμος κακός θ’ ανάψει κι’ άγρια μάχη,
» για βάζει ανάμεσα στους διό αγάπη ο γιος του Κρόνου,
» πούναι στον κόσμο μοιραστής στημένος του πολέμου. »
Έτσι ο καθένας έλεγε των Αχαιών και Τρώων. 85
Κι’ εκείνη μ’ άντρα μιάζοντας, μ’ ακοντιστή ψημένο,
το Λαοδόκο, χώθηκε μες στο σωρό των Τρώων,
παντού τον άξιο Πάνταρο πούθε να βρει ζητώντας.
Και βρήκε του Λυκά το γιο, λεβεντονιό πανώριο,
πούστεκε, κι’ είχε τους γερούς των ασπιστάδων λόχους 90
τριγύρω, π’ απ’ τα ρέματα τους έφερε του Ναίσπου.
Και πάει σιμά και του λαλεί διό φτερωμένα λόγια
« Τάχατες θες το λόγο μου, γιε του Λυκά, ν’ ακούσεις :
» Γοργή σαΐτα σου βαστάει να ρήξεις του Μενέλα;
» Θα σ’ τόχουν χάρη οι Τρώϊδες, θα σε παινέσουν όλοι, 95
» κι’ απ’ όλους χάρη πιο πολύ θα σ’ το γνωρίζει ο Πάρης,
» και πρώτος μ’ αξετίμωτα θα σε πλουτίσει δώρα
» αν δει τον πολεμόχαρο Μενέλα ξαπλωμένο
» πας στην πολύπικρη φωτιά, της σαϊτιάς σου θύμα.
» Μόν έλα, ομπρός ! σαΐτεψ’ τον το βασιλιά Μενέλα, 100
» και κάνε τάμα του θεού, τ’ αχτιδοστάλτη Απόλλου,
» πλήθος αρνιά πρωτόλουβα να σφάξεις στο βωμό του,
» πίσω σαν πας στον τόπο σου, τη βλογημένη Ζέλια.»
Μ’ αφτά τα λόγια τ’ άμιαλου του πείθει το μιαλό του.
Ίσα γυμνώνει στη στιγμή τ’ ωριόξυστο δοξάρι, 105
τ’ αγριοτραγήσο, π’ άλλοτες αφτός τον άγριο τράγο
κάτου απ’ τα στήθια βάρεσε, εκεί που τον καρτέραε
κι’ απ’ το ποδόχι στον γκρεμό τον είδε να προβάλει·
κι’ έπεσε χάμου ανάσκελα τ’ αγρίμι εκεί στο βράχο.
Κατάκορφα ‘χε κέρατα μακριά δεκάξη χούφτες,
που ο κερατοπελεκητής του τάδεσε με τέχνη 110
τα γιάλισε όλα, και χρυσό τους έβαλε κοράκι.
Έτοιμο αφτό σα βόλεψε σφιχτά τεντώνοντάς το,
μπηχτό στη γης το στύλωσε. Κι’ ενώ μπροστά του ασπίδες
κρατούσανε οι συντρόφοι του, μήπως τυχόν πλακώσουν
πριν οι γενναίοι Δαναοί πριν δούνε χτυπημένο 115
τον ξακουστό τ’ Ατρέα γιο, τον καστανό Μενέλα,
έβγαλε αφτός το σκέπασμα της θήκης, και σαΐτα
πήρε καινούργια φτερωτή, πηγή των μάβρων πόνων·
και τη σαΐτα απάνου εφτύς στερέωσε στην κόρδα,
κι’ έκανε τάμα του θεού, τ’ αχτιδοστάλτη Απόλλου,
πλήθος αρνιά πρωτόλουβα να σφάξει στο βωμό του, 120
πίσω σαν πάει στον τόπο του, στη βλογημένη Ζέλια.
Κι’ έπιασε κόρδα και λαβές αντάμα και τραβούσε·
την κόρδα αγγίζει στο βυζί, τ’ αγκύλι στο δοξάρι.
Και πια σαν πισωτέντωσε το λυγιστό δοξάρι,
σφύριξε τ’ όπλο… η κόρδα αψά βογγάει… πηδά η σαΐτα… 125
γοργόσταλτη, μες στο σωρό να πέσει λαχταρώντας.
Όχι όμως δε σε ξέχασαν, Μενέλα, μήτε εσένα
οι τρισμακάριστοι θεοί, κι’ η Αθηνά πιο πρώτη,
που μπήκε ομπρός και σούδιωξε την άχαρη σαΐτα.
Απ’ όλο τ’ άλλο του κορμί την έδιωξε, σα μάννα 130
που διώχνει μυΐγα απ’ το μωρό σαν της γλυκοκοιμάται·
μα το ζουνάρι ναν του βρει την έστειλε, ίσα ίσα
εκεί που σμίγανε τα διό χρυσά θηλυκωτήρια
με πίσω διπλοτσάπραζο. Στο τεριαστό ζουνάρι
πέφτει η πικρή και το τρυπάει σαΐτα πέρα πέρα, 135
και μες στα μαστροδούλεφτα του χώνεται τσαπράζα,
και στη φασκιά που του κορμιού την είχε φυλαχτήρι
και φράχτη κάθε κονταριού, και πιο πολύ τον είχε
προφυλαγμένο, μα κι’ αφτή την πέρασε ίσα πέρα.
Χάραξε εκεί έτσι ξώσαρκα του στρατηγού το κρέας,
κι’ έτρεχε εφτύς απ’ την πληγή μαβρόθολο το αίμα. 140
Σαν όταν φίλντισι καμιά γυναικά αλικοβάφει,
Λακώνισσα καν Κάρισσα, ατιού μαγουλοφόρι,
και φυλαγμένο βρίσκεται μες στο κελάρι κάτου·
πολλοί στα ζά ναν τόχανε στολίδι λαχταρούνε,
μα αφτό προσμένει βασιλιά μιά μέρα να στολίσει,
να δίνει του φαριού ομορφιά, τιμή και του αλογάρη· 145
έτσι σου ματοβάφηκαν, Μενέλα, τα θρεμένα
μεριά, και κάτου τα κανιά κι’ οι όμορφοι αστράγαλοι.
Τρόμαξε τότε ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος,
αίμα σαν είδε μελανό οχ την πληγή να τρέχει·
τρόμαξε ακόμα κι’ ο γερός παλικαράς Μενέλας. 150
Όμως σαν είδε τ’ άντερο απ’ όξω και τ’ αγκίδια,
μέσα η καρδιά συνέφερε στα στήθια πίσω πάλι.
Τότες βαριά στενάζοντας τους είπε ο Αγαμέμνος,
ο δοξασμένος βασιλιάς, κρατώντας απ’ το χέρι
τον αδερφό του, ενώ μαζί βογγούσανε οι συντρόφοι
« Άχ αδερφέ μου, ορκίστηκα λοιπόν το θάνατό σου 155
» που μόνο σ’ έστησα μπροστά για μας να πολεμήσεις,
» και να οι οχτροί σε λάβωσαν και πάτησαν τους όρκους.
» Μα άχρηστοι οι όρκοι έτσι δεν παν και των αρνιών το αίμα,
» κι’ οι άδολες δεξές σταλιές που παίρναμε όλοι θάρρος.
» Γιατί κι’ αν δεν παιδέψει εφτύς ο Δίας, μα παιδέβει 160
» ύστερα αργά, και με βαριές ζημιές ξεπαγαδιάζουν,
» με τις δικές τους κεφαλές, τα γυναικόπαιδά τους.
» Τι μου το λέει αλάθεφτα εμένα αφτό η ψυχή μου·
» θα φέξει η μέρα μιά φορά που θα χαθεί κι’ η Τροία
» κι’ ο βασιλιάς ο Πρίαμος κι’ ο ξακουστός λαός του, 165
» κι’ αφτούς του Κρόνου ατός του ο γιος, θυμό γιομάτος μ’ όλους,
» τη σκοτεινή απ’ τα σύγνεφα θαν τους τραντάει φουρτούνα,
» αφτού του δόλου παιδεφτής. Ναί, αφτά θα βγουν αλήθια·
» μονάχα η λύπη σου, αδερφέ, τα σπλάχνα θα μου σφάζει
» αν πάς εσύ και της ζωής αν σου κοπεί το νήμα, 170
» τι ντροπιασμένος κι’ άτιμος θα σύρω πίσω στ’ Άργος,
» τι την πατρίδα οι Δαναοί θα θυμηθούν σε λίγο
» και την Αργίτισσα Λενιό των Τρώων θενά αφίσουν
» και του Πριάμου παίνεμα. Κι’ εσένα εδώ θαμένο
» με δίχως όφελος, η γης θα τρώει τα κόκκαλά σου. 175
» Κι’ έτσι κανείς περήφανος οχτρός θα πει μιά μέρα,
» ποδοπατώντας του λαμπρού Μενέλα το μνημούρι
» ‘Έτσι ναί! πάντα τους θυμούς ας βγάζει ο Αγαμέμνος,
» όπως και τώρα στράτεμα έφερε εδώ του κάκου,
» μα πίσω στ’ Άργος γύρισε, στην ποθητή πατρίδα, 180
» μ’ άδια καράβια, αφίνοντος τον ξακουστό Μενέλα. ‘
» Έτσι ίσως πει … το χάσμα του τότε ας μ’ ανοίξει ο Άδης!»
Μα τότες τούδωκε καρδιά ο καστανός Μενέλας
« Θάρρος ! και μη φοβίζεις πια τους Αχαιούς και τόσο.
» Δε μπήκε μες στο ψυχικό η κοφτερή σαΐτα· 185
» μ’ έσωσε ομπρός το πλουμιστό ζουνάρι, κι’ από κάτου
» με γλύτωσε η ζωστή η φασκιά που φτιάσανε οι χαλκιάδες.»
Τότες του λέει ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος
« Άμποτες νάναι αληθινό, Μενέλα αγαπημένε.
» Και τη λαβωματιά ο γιατρός θα πιάσει, και βοτάνια 190
» θα βάλει απάνου τούς πικρούς να σταματήσει πόνους.»
Έτσι είπε, και το θεϊκό διαλαλητή του κράζει
« Ταρθύβη, τρέχα το Μαχά εφτύς εδώ να φέρεις,
» τ’ άξιο βλαστάρι τ’ Ασκληπιού, τ’ ασύγκριτου χερούργου,
» για να κοιτάξει την πληγή του βασιλιά Μενέλα 195
» που κάπιος τον σαΐτεψε, του δοξαριού τεχνίτης,
» Τρώας ή σύμμαχος, τιμή για αφτόν, για μας λαχτάρα.».
Είπε, κι’ ο κράχτης άκουσε του βασιλιά το λόγο,
και τράβηξε να πάει γοργός, μες στου στρατού την πύκνα
γυρέβοντας τον αρχηγό Μαχά. Και νά! τον είδε 200
πούστεκε, κι’ είχε τους γερούς των ασπιστάδων λόχους
τριγύρω, π’ οχ τα Τρίκκαλα τους έφερε μαζί του.
Και πάει σιμά και του λαλεί διό φτερωμένα λόγια
« Μη στέκεις, θρέμμα τ’ Ασκληπιού ! Σε κράζει ο Αγαμέμνος,
» για να κοιτάξεις την πληγή του βασιλιά Μενέλα 205
» που κάπιος τον σαΐτεψε, του δοξαριού τεχνίτης,
» Τρώας ή σύμμαχος, τιμή για αφτόν, για μας λαχτάρα.»
Έτσι είπε, και του τάραξε τα σπλάχνα μες στα στήθια.
Κι’ αμέσως κίνησαν οι διό να παν μέσα απ’ το πλήθος,
του μάκρους τον απλόχωρο ακολουθώντας κάμπο.
Κι’ εκεί σαν ήρθαν πούφαγε τη σαϊτιά ο Μενέλας, 210
κι’ όλοι είτανε τριγύρω του οι πρώτοι μαζεμένοι,
τότε ο ισόθεος γιατρός προβάλλει ανάμεσό τους.
Κι’ εφτύς τραβούσε απ’ το λαμπρό ζουνάρι τη σαΐτα·
και τράβα τράβα πίσω, σπάν τα κοφτερά τ’ αγκίδια.
Και τούλυσε το πλουμιστό ζουνάρι, κι’ από κάτου 215
λει τη ζωσμένη του φασκιά που φτιάσανε οι χαλκιάδες.
Τότες σαν είδε την πληγή που τ’ άνοιξε η σαΐτα,
ρουφάει το αίμας, κι’ ύστερα κάτι καλά βοτάνια
της βάζει απάνου πούξερε, και μιά φορά που τάχε
από φιλία ο Χείρωνας δοσμένα του γονιού του.
Μα εκεί τον ξακουστό αρχηγό π’ αφτοί γιατρολογούσαν, 220
να κι’ έφτασαν τα τάγματα των ασπιστάδων Τρώων·
κι’ αφτοί ξαναρματώθηκαν να μπούνε στο κοντάρι.
Τότες δεν είδες να δειλιά το βασιλιά Αγαμέμνο,
μήτε να χάσκει δένοντας τα χέρια, μόν να τρέχει
στον πόλεμο που τα καλά δοξάζει παλικάρια. 225
Τ’ αμάξι το χαλκόλαμπρο με τα φαριά του αφίνει·
λαχανιασμένα ο παραγιός πίσω βαστούσε τ’ άτια,
του Φτόλεμου ο πιδέξος γιος, ο δυνατός Βρυμέδος,
που σαν τον καλορμήνεψε κοντά ναν του τα φέρει
άμα αποστάσει βγάζοντας τόσο λαό στη μάχη, 230
πήγε πεζός και διάβαινε των Αχαιών τους λόχους.
Όσους Αργίτες πρόθυμα να ροβολάν θωρούσε,
ναν τους παινέσει στέκουνταν και ναν τους δώσει θάρρος
« Θάρρος, παιδιά, κι’ απόφαση ! και μη σας πιάνει δείλια !
» Δε θα μας δώσει ψέφτικη βοήθεια ο γιος του Κρόνου, 235
» τι αφτοί που πρώτοι βλάψανε, τους όρκους αθετώντας,
» αφτών τα τροφαντά κορμιά οι σκύλοι θα χορτάσουν,
» και στ’ Άργος με τα πλοία εμείς τα γυναικόπαιδά τους
» θα πάμε, σαν τους πάρουμε τη μυριοπλούσια χώρα. »
Όσους πάλε έβλεπε χωρίς ψυχή ν’ αναμελάνε, 240
αφτούς τους έβριζε άσκημα με θυμωμένα λόγια
« Ντροπής, κιοτήδες Αχαιοί, δοξάρια που σας πρέπουν !
» Πού βόσκετε έτσι με το νου χαμένο, σα ζαρκάδια
» που σα διαβούν πηλαλητά μεγάλο κάμπο, στέκουν
» αποσταμένα, κι’ η καρδιά τους παραλεί στα στήθια ; 245
» Έτσι κι’ εσείς νεκρώσατε και χέρι δεν κουνάτε !
» Για καρτερείτε τους οχτρούς εδώ κοντά ως να φτάσουν
» που τα γοργά μας έχουμε καράβια τραβηγμένα,
» στης αφρισμένης θάλασσας την άκρη, για να δείτε
» τάχα θ’ απλώσει απάνου σας ο Δίας το δεξύ του ; »
Έτσι προστάζοντας παντού τα τάγματα περνούσε, 250
κι’ έφτασε ομπρός στους Κρητικούς σα διάβαινε το πλήθος.
Αφτοί φορούσαν τ’ άρματα στου Δομενιά τριγύρω·
αφτός σαν άγριο ατρόμητος καπρί μ’ ομπρός τους πρώτους,
πίσω ο Μηριόνης τους στερνούς τού γκάρδιωνε ανομάτους.
Και σαν τους είδε, χάρηκε ο πρωταφέντης τ’ Άργους, 255
και στάθηκε είπε φιλικά του Δομενιά δυό λόγια
« Εσένα απ’ όλους, Δομενιά, τους Αχαιούς πιο πρώτα
» στον πόλεμο εγώ σε τιμώ και στις δουλιές τις άλλες,
» και στο τραπέζι όταν κρασί αρχοντικό φλογάτο
» οι προεστοί νερώνουμε μες στο βαθύ κροντήρι. 260
» Ναι μεν, κι’ οι άλλοι πρόκριτοι θα πιουν το ταχτικό τους,
» μα εσένα πάντα ξέχειλο σου στέκει το ποτήρι,
» σαν το δικό μου, για να πιεις άμα ορεχτεί η καρδιά σου.
» Μα ομπρός ! ροβόλα ατρόμητος, σαν που παινιέσαι ως τώρα!»
Τότες του λέει κι’ ο Δομενιάς, των Κρητικώνε ο πρώτος 265
« Πιστό, αρχηγέ μου, σύντροφο, θα μέ βρεις πάντα εμένα
» κατά πώς σ’ τόταξα αρχικώς και σούδωκα το χέρι.
» Τους άλλους πήγαινε άκουρους Αργίτες να σηκώσεις,
» κι’ ας μπούμε εφτύς στον πόλεμο, τι πάτησαν τους όρκους
» οι Τρώες… όμως θάνατος τους καρτεράει και κλάψες, 270
» που πρώτοι αφτοί μας βλάψανε, τους όρκους αθετώντας. »
Είπε, κι’ εκείνος πέρασε με τη χαρά στα στήθια.
Και προχωρώντας φτάνει ομπρός στους Αίϊδες, κι’ εκείνοι
οπλίζουνταν, και σύγνεφο πεζών τους ακλουθούσε.
Κι’ όπως σα βλέπει σύγνεφο βοσκός ψηλά οχ τη ράχη 275
π’ ογρό με φύσημα νοτιά στο πέλαγο αρμενίζει,
και λες σαν πίσσα μελανό του φαίνεται απ’ αλάργα
καθώς πλακώνει οχ το γιαλό σιφουνογκαστρωμένο,
κι’ ανήσυχος μες στη σπηλιά τα θρέμματά του μπάζει·
έτσι των θεογέννητων αντρών πυκνοί κι’ οι λόχοι 280
κινούσαν με τους Αίϊδες στον πόλεμο να πάνε,
θολοί, από πλήθος άρματα κι’ ασπίδες δασωμένοι.
Και σαν τους είδε, χάρηκε ο πρωταφέντης τ’ Άργους,
και στέκεται και τους λαλεί δυό φτερωμένα λόγια
« Αίϊδες των χαλκόφραχτων αρχόντοι Δαναώνε, 235
» σ’ εσάς τους διό προστάγματα δεν παν, και μήτε λέξη
» δε θα σας πω· τι μόνοι σας με προθυμιά, το ξέρω,
» στήθος με στήθος το λαό να πολεμάει κεντάτε.
» Έτσι κι’ ας είταν, Δία μου κι’ εσύ Αθηνά κι’ Απόλλο,
» σαν τη δική τους την καρδιά μες σ’ ολωνών τα στήθια !
» Γλήγορα τότες θάβλεπαν να γονατίσει η Τροία 290
» και σκλαβωμένη απ’ τα βαριά να ρημαχτεί σπαθιά μας. »
Είπε, κι’ αφίνει αφτούς εκεί και προχωράει στους άλλους.
Αφτού το Νέστορα απαντάει, το ρήτορα της Πύλος
με τη γλυκόφωνη λαλιά, την ώρα που τους λόχους
έσαζε, και να πολεμάν τους έλεγε σαν άντρες,
με λοχαγούς τον Αίμονα, το Βίαντα, το Χρόμη, 295
τον αντριωμένο Ελάτορα, τον αψηλό Πέλαγο.
Τους αλογάδες είχε ομπρός με τ’ άλογα κι’ αμάξα,
και να φυλάν πισώστησε πολλή και διαλεγμένη
πεζούρα, και τους αχαμνούς τους έρηξε στη μέση,
που θεν δε θένε στανικώς να πολεμάν κι’ εκείνοι. 300
Των αλογάδων στην αρχή τους ξήγαε να κρατάνε
τ’ άλογα, μες στην ταραχή μην τύχει και τους φύγουν.
« Κι’ ας μη ζητάει κανένας σας, απ’ αξιοσύνη τάχα
» κι’ αντριά, να πολεμάει μπροστά μονάχος απ’ τους άλλους,
» μήτε ας κωλώνει· δύναμη θα χάνετε μονάχα. 305
» Κι’ όπιος μακριά απ’ τ’ αμάξι του κάνα άλλο αμάξι σμίξει,
» αφτός ας ρήχνει, τι πολύ καλύτερα συφέρνει.
» Κούρσεβαν έτσι κι’ οι παλιοί τα κάστρα και τις χώρες,
» τέτια έχοντας απόφαση στα στήθια, τέτια γνώμη.»
Έτσι στον πόλεμο έβγαζε τα παλικάρια ο γέρος, 110
τι κάτεχε πως πολεμάν απ’ τα παλιά τα χρόνια.
Κι’ άμα τον είδε, χάρηκε ο πρωταφέντης τ’ Άργους,
και κράζοντάς τον του λαλεί διό φτερωμένα λόγια
« Άχ, γέροντα, όπως μέσα ο νους σούναι μεστός στα στήθια.
» έτσι το χέρι ας σ’ άκουγε, τα κότσα ας σου βαστούσαν!
» Μόνε τα έρμα γερατιά σε τρων… που νά θε πιάσουν 315
» κάνα άλλονε, και με τους νιους να σ’ έβλεπαν εσένα ! »
Τότες του λέει κι’ ο Νέστορας, ο βασιλιάς της Πύλος
« Τ’ Ατρέα γιε, έτσι νάμουνα θάν τόθελα κι’ ατός μου
» σα στον καιρό όταν σκότωσα το θεϊκό Ρεφτάλη.
» Μα έλα που πάντα νά ! οι θεοί δε μας τα δίνουν όλα· 320
» νιός τότε αν είμουν, σεβασμό κερδίζω τώρα ως γέρος.
» Μα κι’ έτσι εγώ με τα φαριά θα πάω, και θα βοηθήσω
» μ’ αρμήνιες, όπως τόχουμε δικαίωμα οι γερόντοι.
» Ειδέ κοντάρια οι νιότεροι θα παίξουν, που δεν έχουν
» τα χρόνια μου και που γερά νογάν τα κόκκαλά τους.» 325
Είπε, κι’ εκείνος πέρασε με τη χαρά στα στήθια,
κι’ ήβρε το γιο του Πετεού, που στέκουνταν με γύρω
λόχους των Αθηνιών πυκνούς, τεχνίτες του πολέμου.
Σιμά του εκεί ο πολύξερος Δυσσέας καρτερούσε,
και δίπλα των Κεφαλληνιών το δυνατό φουσάτο. 330
Όχι πως δίσταζαν να μπουν στο μακελιό της μάχης,
πάρα οι ατρόμητοι οι στρατοί των Αχαιών και Τρώων
ότι άρχιζαν να ξεκινούν, κι’ εκείνοι καρτερούσαν
κάνα άλλο τάγμα Αχαιϊκό να δουν να προχωρήσει,
να δώσει τράκο των οχτρών κι’ ο πόλεμος ν’ ανάψει. 335
Κι’ άμα τους είδε ο βασιλιάς, ναν τους μαλώνει αρχίζει,
και κράζοντος τους τούς λαλεί διό φτερωμένα λόγια
« Ώ θεοπαίδι Μενεστιά, του Πετεού βλαστάρι,
» κι’ εσύ ώ απάτης μάστορη, παμπόνηρο κεφάλι,
» τί κρύβεστε κι’ από μακριά τους άλλους καρτεράτε ; 340
» Έπρεπε εσείς να στέκεστε μες στη σειρά των πρώτων
» και με τους πρώτους τη φωτιά της μάχης ν’ αντικρύστε.
» Γιατί και πρώτοι τρέχετε στο μήνημά μου πάντα
» σαν τόχει και τοιμάζουμε των προεστών τραπέζι,
» όπου να τρώτε βρίσκετε σφαχτά καλοψημένα, 345
» και πλόσκες ξέχειλες κρασί να πίνετε όταν θέτε.
» Τώρα θα βλέπατε ήσυχοι κι’ αν τάγματά μας δέκα
» πριν από σας με τα βαριά κοντάρια αν πολεμούσαν. »
Τότες τον αγριοκοίταξε κι’ απάντησε ο Δυσσέας
« Τί λόγο σού ξεστόμισαν, τ’ Ατρέα γιε, τα χείλια ; 350
» Πώς τάχα λες αναμελάω τη μάχη ; Σα μετρούνε
» τις σπάθες τους οι Δαναοί με των οχτρών τις σπάθες,
» θα δεις, αν θες κι’ αποθυμάς, τον ξακουστό Δυσσέα
» τους πρώτους να καταπιαστεί των αλογάδων Τρώων
» στήθος με στήθος… Μόν εσύ πετάς χαμένα λόγια!» 355
Τότες με χείλια γελαστά του κάνει ο Αγαμέμνος
σαν είδε πως πειράχτηκε, και ξείπε εφτύς το λόγο
« Γιε του Λαέρτη θεϊκέ, πολύτεχνε Δυσσέα,
» μήτε σε παρακατεχώ μήτε ορισμούς σου δίνω.
» Ξέρω πως κρύβει φιλικιά μέσα η ψυχή σου γνώμη, 360
» γιατί ότι θέλω θες κι’ εσύ. Μόν πήγαινε ! Ειδέ ετούτα,
» κάνα κακό αν ειπώθηκε, τα σάζουμε κατόπι,
» κι’ έτσι όλα ο Δίας σαν καπνό ας τ’ ανεμοσκορπήσει. »
Είπε, κι’ αφίνει αφτούς εκεί και προχωράει στους άλλους.
Εκεί ήβρε το λιοντόψυχο Διομήδη, του Τυδέα 365
τον άξιο γιο, που στέκουνταν μες στο ζεμένο αμάξι,
κι’ είχε κοντά το Στένελο, το γιο του Καπανέα.
Κι’ άμα τον είδε ο βασιλιάς, ναν τον μαλώνει αρχίζει,
και κράζοντάς τον του μιλεί δυό φτερωμένα λόγια
« Ώ κρίμας, γιε του ξακουστού παλικαρά Τυδέα! 370
» Τί τρέμεις κι’ αχαμνοτηράς τα διάβατα της μάχης;
» Έτσι ο Τυδέας σύστημα δεν τόχε να ζαρώνει,
» μόν πρόθυμα να πολεμάει για τους δικούς του πάντα,
» καθώς το λέγανε όλοι τους που στη δουλιά τον είδαν.
» Τι δεν τον είδα εγώ ποτές, μήτε έσμιξα μαζί του,
» μα λεν πως στην παλικαριά θνητός δεν τούβγαινε άλλος. 375
» Τί δίχως ήρθε πόλεμο, σα φίλος, στη Μυκήνα
» στρατολογώντας μιά φορά, αφτός κι’ ο Πολυνείκης,
» που τότες βγήκαν το καστρί της Θήβας τα πατήσουν.
» Απ’ τους δικούς μας ήρθανε βοήθια να γυρέψουν,
» κι’ αφτοί να δώσουν ήθελαν και τάζουν τη βοήθια, 380
» μα ο γιος του Κρόνου μ’ αχαμνά τους άλλαξε σημάδια.
» Έτσι το δρόμο πήρανε και φέβγουν· και γυρνώντας
» στον αψηλόβουρλο Ασωπό με τα παχιά λιβάδια,
» πάλι ο στρατός τον έστειλε στη Θήβα τον Τυδέα.
» Κι’ αφτός παγαίνει, και πολλούς Θηβαίους πετυχαίνει 385
» πούτρωγαν μες στου βασιλιά Ετεοκλή τον πύργο.
» Κι’ εκεί είταν ξένος ο γοργός Τυδέας, κι’ οι Θηβαίοι
» πολλοί κι’ αφτός μονάχος του, μα πάλι δε φοβούνταν,
» παρά τους αντροκάλεσε στα χέρια, κι’ έναν ένα
» όλους τους νίκησε έφκολα, τι τόσο τον βοηθούσε 350
» του Δία η κόρη, η Αθηνά. Κι’ εκείνοι απ’ το κακό τους
» παν και του σταίνουν δυνατή στο δρόμο του μπροσκάδα,
» σα γύριζε, πενήντα νιους με δυό αρχηγούς μαζί τους,
» το Μαίο, το γιο του Αίμονα, πούταν θεός μονάχος,
» τον Πολυφόντη δέφτερο, βλαστάρι τ’ Αφτοφόνου. 395
» Όμως το λάκκο κι’ αφτωνών τους έσκαψε ο Τυδέας·
» τους σκότωσε όλους, μα ένα τους αφήκε να γυρίσει,
» το Μαίο μονάχα, στρέγοντας σε θεϊκά σημάδια.
» Νά σου ο Τυδιάς το τί είτανε; μα γέννησε το γιο του
» χειρότερό του στο σπαθί, καλύτερο στους λόγους! » 400
Είπε, μα λέξη ο δυνατός δεν έβγαλε Διομήδης,
τι σα στρατιώτης τ’ αρχηγού σεβάστηκε το λόγο.
Όμως του Καπανέα ο γιος γυρίζει και του κάνει
« Ψεφτιές μη λες, τ’ Ατρέα γιε, και ξέρεις την αλήθια.
» Ναί, εμείς απ’ τους πατέρες μας πολύ πιο παλικάρια 405
» λέμε πως είμαστε. Τι εμείς ακόμα και της Θήβας
» την πολιτεία πήραμε την εφταπορτωμένη,
» με πιο λιγότερο στρατό πιο στεριωμένο κάστρο, 407
» μα άσκημα εκείνοι τέλιωσαν με τις πολλές περφάνιες. 409
» Έτσι ίσους μας μην τάχα θες να βγάλεις τους γονιούς μας » 410
Τότες με μιά λοξή ματιά του λάλησε ο Διομήδης
«Αδρέφι, κλείσ’ το στόμα σου, τ’ ακούς ; Τον Αγαμέμνο
» εγώ δεν τον κατηγοράω, πούναι αρχηγός μας όλων,
» αν τους γενναίους Αχαιούς να πολεμάν προστάζει.
» Τι πρώτα αφτός θα δοξαστεί αν νικηθούνε οι Τρώες 415
» κι’ οι Δαναοί αν σκλαβώσουνε τη βλογημένη Τροία,
» για αφτόν και θάναι η συφορά μεγάλη αν νικηθούμε.
» Μόν έλα τώρα ας πιάσουμε κι’ εμείς την άγρια μάχη !»
Είπε, και χάμου πήδηξε με τ’ άρματα οχ τ’ αμάξι,
και βρόντησε ο χαλκός φριχτά στ’ αρματωμένα στήθια 420
καθώς κινούσε· θάπιανε κι’ ένα άφοβο τρομάρα !
Κι’ όπως στην πολυτάραχη ακρογιαλιά το κύμα
δίχως πλακώνει ανακοπή, βοριάς σαν το ξυπνήσει,
και πρωταρχύς στο πέλαγο φουσκώνει, μα κατόπι
σπάει στην ξηρά μουγκρίζοντας, κι’ ολύγυρα στους κάβους 425
θεριέβει καθώς έρχεται κορφοστρογγυλωμένο,
κι’ όξω απ’ τα σπλάχνα του ξερνάει της θάλασσας την άχνη·
έτσι και τότε απανωτοί των Αχαιών οι λόχοι
μ’ απόφαση να παν ομπρός στον πόλεμο κινούσαν.
Και πρόσταζαν οι στρατηγοί, καθένας τους δικούς του,
κι’ άφωνοι οι άλλοι βάδιζαν —δε θάλεγες πως τόσος 430
λαός ροβόλαε έχοντας και μιά φωνή στα στήθια—
με πειθαρχία κι’ ήσυχα. Κι’ απ’ τα κορμιά ολωνώνε
αστράφτανε οι αρματωσές που πάγαιναν φορώντας.
Κι’ οι Τρώες, όπως στέκουνται σε νοικοκύρη μάντρα,
για ν’ αρμεχτούν το γάλα τους, χιλιάδες προβατίνες,
π’ ακούν το κλάμα των αρνιών κι’ ατέλιωτα βελάζουν, 435
τέτιος στον κάμπο ακούγουνταν κι’ ο λαλητός των Τρώων.
Τι ίδια δεν είχαν τη λαλιά, μήτ’ όλοι μιά τη γλώσσα,
μόν πλήθος γλώσσες σα στρατός από πολλές πατρίδες.
Κι’ ο Άρης οδηγούσε αφτούς, η Αθηνά τους άλλους,
κι’ ο Φόβος και το Σκιάξιμο κι’ η λυσσασμένη Αμάχη, 440
η αδερφή και βλάμισσα του θνητοσφάχτη τ’ Άρη,
που πρώτα μικροσταίνεται, μα σε κομάτι αγγίζει
τον ουρανό με την κορφή, τη γης με τα ποδάρια,
πούρηξε μίσος άσβυστο και τότε ανάμεσό τους
και τρέχοντας μες στο στρατό τους πλήθαινε τα πάθια. 445
Και σα ζυγώσανε οι στρατοί με τ’ άρματα στα χέρια,
κουντρούν τομάρια και σπαθιά, κουντρούνε παλικάρια
χαλκοπλισμένα, και κοντά κοντά οι αφαλωμένες
είτανε ασπίδες, κι’ άναψε μιά ταραχή μεγάλη.
Και κλάμα ακούς και παίνεμα αντάμα αντρών που σφάζουν 450
και σφάζουνται, κι’ η γης παντού στο αίμα κολυμπούσε.
Πώς διό ποτάμια, οχ τα βουνά που κατεβούν χειμώνα,
ρήχνουν μαζί στη διχαλιά τα βρόχινα νερά τους,
από πλατιά διό στόματα μες σε βαθιά σκισμάδα,
κι’ ακούει αλάργα ο πιστικός τον κρότο απάς στις ράχες· 455
έτσι κι’ αφτοί, σαν έσμιγαν, φωνάζανε χτυπιούνταν.
Πρώτος οχτρό ο Αντίλοχος χαλκόπλιστο σκοτώνει,
το Χέπωλο, ένα απ’ τα καλά των Τρώων παλικάρια·
αφτόνε πρώτος βάρεσε στου φουντερού του κράνους
τη λάμα ομπρός, και τούμπηξε στο κούτελο του τ’ όπλο, 460
κι’ ως μέσα η μύτη χώθηκε το κόκκαλο περνώντας,
και του σκοτείνιασε το φως· σαν πύργος τότες χάμου
γκρεμίστη ο νιός μες στην καρδιά της λυσσασμένης μάχης.
Και τότε ο Ελεφήνορας τον έπιασε απ’ τα πόδια,
και τον τραβούσε —ο αρχηγός των άφοβων Αβάντων— 465
όξω απ’ τους χτύπους, τι ήθελε, δίχως καιρό να χάσει,
ναν τον γυμνώσει· μα πολύ δε βάσταξε ο σκοπός του . . .
Τι το νεκρό ο Αντήνορας τον είδε που τραβούσε,
και στα πλεβρά —που φάνηκαν, σαν έσκυψε, από δίπλα
απ’ την ασπίδα — τον βαρεί με το μακρύ κοντάρι,
και τόνε στρώνει κατά γης. Τότε έτσι αφτός πεθαίνει. 470
Μα άρχισε απάνου του σφαγή σκυλήσα πεισματάρα
των Τρώων και των Αχαιών, και χοίμιξαν σα λύκοι
ένας να φάει τον άλλονε, κι’ άντρας κοπάνιζε άντρα.
Τότες καρφώνει τ’ Αθεμιού το γιο ο μεγάλος Αίας,
το Σιμοήσο, λέφτερο χαριτωμένο αγόρι,
που η μάννα του τον γέννησε στην άκρη του Σιμόη,
καθώς την Ίδα μιά φορά κατέβαινε, όπου πήγε 475
με τους γονιούς της να νιαστεί τα γιδοπρόβατά της
—για τούτο κι’ είχε τ’ όνομα—, μα να γεροκομήσει
τη μάννα δεν τ’ αξιώθηκε, μόν τούκοψε τη νιότη
με το κοντάρι τ’ άσπλαχνο ο γιος του Τελαμώνα.
Τι πρώτος καθώς έρχουνταν, τα στήθια στο δεξύ του 480
κοντά βυζί, του τρύπησε, κι’ αντίκρυ το κοντάρι
βγήκε ως στον ώμο, κι’ έπεσε στη γης ο νιός, σα λέφκα
που σε πλατύ είναι και χλωρό λιβάδι φυτρωμένη,
γλιστρή, με κλώνους στην κορφή ψηλά ψηλά απλωμένους,
κι’ αμαξοφτιάστης σύριζα με το μπαλτά την κόφτει, 485
τι θέλει σ’ όμορφου αμαξιού κουτί να βάλει γύρο,
κι’ αφτή στην ακρορεματιά ξεραίνεται στρωμένη·
όμιο με λέφκα ξάπλωσε το Σημοήσο ο Αίας,
θρέμμα του Δία. Τότε ο γιος του βασιλιά Πριάμου,
ο Άντιφος, μες στο σωρό του ρήχνει το κοντάρι, 490
μα δεν τον βρήκε, μόν βαράει το Λέφκο, του Δυσσέα
ένα συντρόφι, στ’ αχαμνά, καθώς τραβούσε εκείθες
του Σιμοήσου το κορμί. Έτσι απάς στο κουφάρι
έπεσε εκείνος, κι’ ο νεκρός του γλίστρησε απ’ τα χέρια.
Τότε ο Δυσσέας, βλέποντας το φίλο σκοτωμένο,
ανάφτει, και τους μπροστινούς λαμπρά χαλκοπλισμένος 495
περνάει, και τρέχει στέκεται σιμά σιμά, και ρήχνει
τηρώντας γύρω. Κώλωσαν οι Τρώες μόλις είδαν
κάπιον που ρήχνει. Μα άδικα δεν πήγε το κοντάρι,
παρά χτυπάει το Δημοκό, γιο του Πριάμου νόθο,
που τούχε έρθει οχ την Άβυδο, πέρα οχ τ’ αλογοθρόφι. 500
Αφτόν εκεί στο μάγουλο ακόντισε ο Δυσσέας,
που για το φίλο του άναψε· κι’ ως στα μηλίγγι τ’ άλλο
βγήκε ο χαλκός, και χύθηκε στα διό του μάτια η νύχτα.
Και πέφτοντας βροντάει, αχούν και τ’ άρματα από πάνου.
Πόδισε τότε ο Έχτορας κι’ οι στρατηγοί των Τρώων, 505
κι’ οι Δαναοί ζητωκραβγούν και τους νεκρούς τραβάνε,
και πάνε ακόμα πιο μπροστά. Μα σαν τους είδε ο Φοίβος
από ψηλά οχ την Πέργαμο, χολόσκασε και σκούζει
« Τρώες, ομπρός ! Μη δείχνετε στους Αχαιούς τις πλάτες !
» Δεν έχουν σίδερο κορμιά, δεν τάχουνε από πέτρα, 510
» που να βαστάνε όταν χαλκό τους ρήχνουν σαρκοσφάχτη.
» Λείπει απ’ τον πόλεμο κι’ ο γιος της χρυσομάλλως Θέτης
» και τον πνιγόκαρδο θυμό χορταίνει στα καράβια. »
Έτσι ο πολύσκιαχτος θεός τους φώναξε απ’ το κάστρο.
Και γκάρδιωνε τους Αχαιούς η Τριτογεννημένη, 515
η μυριοδόξαστη θεά, του Δία η θυγατέρα,
κι’ είταν στη μέση όθε έβλεπε οκνά και πολεμούσαν.
Τότες το Διώρη μάτιασε το μάβρο ριζικό του.
Τι μιά κοτρώνα μυτερή τον πήρε στο δεξύ του
αστράγαλο, απ’ τον αρχηγό ρηγμένη των Θρακώνε,
τον Πείρο, πούρθε οχ την Αινό, βλαστάρι του Νιμπράσου. 520
Ως πέρα πέρα τ’ άπονο λιθάρι τα διό νέβρα
τούσπασε και τα κόκκαλα, κι’ ανάσκελα στο χώμα
έπεσε απλώνοντας τα διό τα χέρια στους συντρόφους,
κι’ αγκομαχούσε. Ορμάει ξανά ο Πείρος και του δίνει
μιά κονταριά στον αφαλό σιμά, που τ’ άντερά του 525
χύθηκαν όλα κατά γης και σβύστηκε το φως του.
Μα και τον Πείρο ακόντισε ο Αιτωλός ο Θόας
στα στήθια εκεί απάς στα βυζί, και το χαλκό του μπήγει
μες στα πλεμόνια, κι’ έπειτα ζυγώνει κι’ οχ τα στήθια
όξω τινάζει τ’ όπλο εφτύς· και το σπαθί τραβώντας 530
του μπήγει μιά μες στην κοιλιά και τόνε ξεμπερδέβει.
Δεν τούβγαλε όμως τ’ άρματα· τί τρέξανε τριγύρω
οι Θράκες, σιώντας τα μακριά στα χέρια τους κοντάρια,
κι’ όσο κι’ αν είταν δυνατός φανταχτερός μεγάλος,
πίσω τον άμπωξαν· κι’ αφτός ανοίγει και κωλώνει. 535
Έτσι έμειναν κοντά κοντά οι διό τους ξαπλωμένοι
στις σκόνες μέσα, των Θρακών ο ένας καπετάνιος,
ο άλλος των χαλκόπλιστων πρωτάρχος Επειγώνε·
μα κι’ άλλα πέφτανε πολλά τριγύρω παλικάρια.
Που νάταν τότε εκεί κανείς να δει και να σαστίσει,
κάπιος π’ ακόμα αλάβωτος από σπαθί ή κοντάρι 540
να γύριζε καταμεσύς, κι’ η Αθηνά απ’ το χέρι
κρατώντας τον, τις κονταριές μακριά του να σκουντούσε·
τι Τρώων κι’ Αχαιών πολλά κορμιά τη μέρα κείνη
χάμου στα βούρκα θάβλεπε στρωμένα δίπλα δίπλα.

Ραψωδία Ε
Πάλι καρδιά και δύναμη του φοβερού Διομήδη
τούδωκε η κόρη του Διός, για να φανεί μες σ’ όλους
τους Αχαιούς κι’ αθάνατο να κάνει τ’ όνομά του.
Απ’ την ασπίδα τούκαιγε κι’ απ’ το χαλκένιο κράνος
φωτιά άσβυστη, λες είτανε το θερινό τ’ αστέρι, 5
π’ απ’ όλα αστράφτει πιο λαμπρό αφού λουστεί στο κύμα·
τέτια απ’ τους ώμους τούκαιγε κι’ απ’ το κεφάλι φλόγα !
Και μες στη μέση, όθ’ άπειροι χτυπιούνταν, τόνε στέλνει.
Ζούσε ένας πλούσιος άρχοντας στην Τριά, ένας κάπιος Δάρης,
Ηφαιστολειτουργός, κι’ αφτός είχε διό γιούς —Νιδιόνε 10
τους λέγαν και Φηγιά— καλούς σε πάσα μάχης είδος.
Βγήκανε τότε αφτοί μπροστά να χτυπηθούν μαζί του,
αφτοί οχ τ’ αμάξι, και πεζός ξεκίνησε ο Διομήδης.
Κι’ ορμώντας σα ζυγώσανε με τ’ άρματα στα χέρια,
τίναξε πρώτος ο Φηγιάς το τροχιστό κοντάρι· 15
όμως η μύτη απάνωθες περνάει απ’ του Διομήδη
τον ώμο τον αριστερό με δίχως ναν τον βλάψει.
Δέφτερος ρήχνει τότε αφτός, μα απ’ το δικό του χέρι
τ’ όπλο δεν πέταξε άδικα, μόν του χτυπάει τα στήθια
μεσόβυζα, κι’ οχ τα φαριά τόνε γκρεμίζει χάμου.
Τότε όξω πήδηξε ο Νιδιός και παραιτάει τ’ αμάξι, 20
μήδ’ ήβρε θάρρος να σταθεί και το κορμί να σώσει
του σκοτωμένου του αδερφού. Τι θάτρωγε κι’ αφτόνε
το μάβρο φίδι, μοναχά ο Ήφαιστος τον σώζει,
και τον γλυτώνει —απλώνοντας σκοτάδι ολόγυρά του —
μήπως κι’ ο γέρος με χωρίς παρηγοριά του μένει. 24
Κι’ οι Τρώες όταν είδανε τους γιους του γερο-Δάρη 27
που ο ένας μόλις σώθηκε, τον άλλο πούπεσε όμως
δίπλα στ’ αμάξι, απ’ το κακό τους μάτωσε η καρδιά τους.
Ωστόσο η κόρη του Διός, η Αθηνά η Παλλάδα,
παίρνει απ’ το χέρι και λαλεί του λυσσασμένου τ’ Άρη 30
« Άρη φονιά, ματόβρεχτε, Άρη καστροτινάχτη,
» δεν τους αφίνουμε τους διό να πολεμάνε τώρα,
» σ’ όπιον του Κρόνου θέλει ο γιος τη νίκη να χαρίσει,
» κι’ ας τραβηχτούμε πίσω εμείς, μη μας θυμώσει ο Δίας. »
Είπε, και βγάζει απ’ τη σφαγή το γιγαντόκορμο Άρη. 35
Και κάθισε τον Άρη αφτή εκεί απάς στου Σκαμάντρου
τη χλοερή ακροποταμιά τη μιμιτσοστρωμένη·
κι’ οι Δαναοί τσακίζουνε τους Τρώες, και σκοτώνει
πάσα αρχηγός κάπιον οχτρό. Κι’ ο Αγαμέμνος πρώτος
όξω απ’ τ’ αμάξι γκρέμισε τον Όδη το μεγάλο,
των Αλιζώνων στρατηγό. Γιατί καθώς γυρνούσε 40
πρώτος να φύγει, τούμπηξε στη ράχη το κοντάρι,
των ώμων του καταμεσύς, και τόβγαλε ως στα στήθια.
Και πέφτοντας βροντάει, αχούν και τ’ άρματα από πάνου.
Κι’ ο Δομενιάς ξεπάστρεψε το Φαίστο, γιο του Βώρου,
π’ απ’ τη λιγδεροχώραφη είταν φτασμένος Τάρνο·
αφτόν στον ώμο το δεξύ με το μακρύ του φράξο 45
τον βρήκε εκεί π’ ανέβαινε στ’ αμάξι του, και χάμου
έπεσε ο μάβρος, κι’ άχαρο τον σκέπασε σκοτάδι.
Κι’ όσο το Φαίστο οι Κρητικοί γυμνώνανε, ο Μενέλας
καρφώνει με το μυτερό κοντάρι το Σκαμάντρη,
του Στρόφη γιο, που γύριζε τα δάση για κυνήγι, 50
παράξο κυνηγό, επειδής η Άρτεμη έτσι ατή της
τον είχε μάθει να χτυπάει κάθε λογής αγρίμι
π’ απάνου θρέφει στα βουνά ο δεντρωμένος λόγγος.
Μα τότες δεν τον βοήθησε η σαϊτέφτρα η κόρη
και τα σημάδια οπούτανε ως τότες προικισμένος,
πάρα ο πολεμοδόξαστος Μενέλας σαν τον είδε 55
κι’ έφεβγε ομπρός του, τούστειλε στους ώμους το κοντάρι,
ίσα στη μέση, κι’ αντικρύ τού τόβγαλε ως στα στήθια.
Κι’ έπεσε μπρούμτα, κι’ άχησε βαριά η αρματωσά του.
Του μαστρο-Κολλητή το γιο θανάτωσε ο Μηριόνης,
το Φέρεκλο, που κάτεχε να φτιάνει με τα χέρια 60
κάθε λογής ψιλοδουλιά, τί η Αθηνά σα μάννα
τον αγαπούσε. Αφτός τα διό μαστόρεψε καράβια
του Πάρη τα πρωτόκακα, που σ’ όλους τους Δαρδάνους
και στο δικό του φέρανε κεφάλι τόσες πίκρες·
τι των θεώνε τα γραφτά δεν τάχε σκολιασμένα.
Τότε ο Μηριόνης τρέχοντας κατόπι τον προφταίνει, 65
και μιά του δίνει κονταριά δεξά στο κωλομέρι,
π’ αντίκρυ ο στόκος πρόβαλε, στο κόκκαλα από κάτου,
κατά τη φούσκα. Κι’ έπεσε στο γόνα ξεφωνώντας,
και χάρος κατασκότεινος του σφάλησε τα μάτια.
Τον Πήδιο ο Μέγης σκότωσε, γιο τ’ Αντηνόρου νόθο,
νόθονε μα που η Θεανό τ’ αντρός της για χατίρι, 70
μ’ αγάπη τον μεγάλωσε, σαν ένα απ’ τα παιδιά της·
αφτόν στη μάχη ο ξακουστός γιος τότες του Φυλέα
ζυγώνει και στου κεφαλιού κατά το σνίχι πίσω
τόνε χτυπάει, που θέρισε ίσα ως στα δόντια αντίκρυ
κάτου απ’ τη γλώσσα του ο χαλκός. Και πέφτει μες στις σκόνες,
και σφίγγει με τα δόντια του το μέταλλο το κρύο. 75
Το θεϊκόνε Υψήνορα τότες ο γιος του Βαίμου,
γιο του γενναίου Δολοπιού, πούτανε του Σκαμάντρου
βαλμένος λειτουργός και λες θεό ο λαός τον είχε,
τότε ο λεβέντης Βρύπυλος τον πήρε κυνηγώντας,
κι’ εκεί μπροστά του πούφεβγε, πηδάει και του καθίζει 80
στον ώμο μιά με το σπαθί κι’ ως πέρα ξει το χέρι.
Και ματωμένο τούπεσε στη γης το χέρι χάμου,
κι’ αφτόν τον πήρε ο θάνατος κι’ η άπονή του η μοίρα.
Σαν έτσι οι άλλοι δούλεβαν μες στη φωτιά της μάχης·
μα το Διομήδη ανάμεσα σε πιούς να πολεμούσε 85
δεν τόξερες, στων Αχαιών τη μέση για των Τρώων.
Τι μες στον κάμπο χύνουνταν σα ρέμα φουσκωμένο,
που το χειμώνα αβάσταχτο σαρώνει κάθε αμπόδιο·
φράχτης πολύβλαστης φυτιάς το δρόμο δεν του κόβει 90
κι’ ούτε γιοφύρια αρμαθιαστά, σαν ξαφνοκατεβάσει
τότες που πιάνει η πολυμπριά, κι’ απ’ το στηθάτο κύμα
πολλά χαλιούνται χτήματα καλά νυκοκυραίων·
έτσι ο Διομήδης σκόρπιζε τους πυκνωμένους λόχους,
μηδέ κανείς του αντίστεκε κιάς είταν τόσο πλήθος.
Μα σαν τον είδε ο ξακουστός γιος του Λυκά στον κάμπο 95
που σάρωνε έτσι ανέμποδος τα τάγματα μπροστά του,
τεντώνει απάνου του γοργά το γυριστό δοξάρι,
κι’ εκεί στον ώμο το δεξύ, στου τσαπραζού τη χούφτα,
καθώς ορμούσε τον βαράει. Κι’ η κοφτερή σαΐτα
μέσα πετάει κι’ αντίπερα προβάλλει, και το αίμας 100
πασπάλιζε του τσαπραζού τη μεταλλένια χούφτα.
Έσκουξε τότε ο Πάνταρος με μιά φωνή μεγάλη
« Τρώες, ομπρός, λιοντόκαρδοι, αλόγων ‘μερωτάδες !
» Βρήκα τον πρώτο απ’ τους οχτρούς! Πολύ δε θα βαστάξει
» θαρρώ στη γοργοσαϊτιά, αλήθια αν ο αφέντης
» του Δία ο γιος με σήκωσε, όταν ναρθώ κινούσα ! » 105
Έτσι είπε και παινέφτηκε. Μα το Διομήδη η άγρια
σαΐτα δεν τον δάμασε, μόν ως μπροστά στ’ αμάξι
πίσω γυρνάει και στέκεται, και του συντρόφου κράζει
« Έλα, αδερφέ μου Στένελε, κατέβα οχ τ’ αμάξι,
» για να μου βγάλεις την πικρή που μ’ ήβρε εδώ σαΐτα. » 110
Είπε, και χάμου ο Στένελος ευτύς πήδα οχ τ’ αμάξι,
και πάει σιμά του στέκεται, και τη γοργή σαΐτα
όξω απ’ τον ώμο του σκουντάει κι’ ίσα τη βγάζει πέρα.
Και πήδαε μες απ’ τα στριφτά το αίμας του τσαπράζα.
Τότε έκανε παράκληση ο δυνατός Διομήδης
« Άκου με, αμάλαγη θεά, του Δία θυγατέρα! 115
« Στην έρμα μάχη αν άλλοτες με την καλή σου γνώμη
» βοηθούσες τον πατέρα μου, δείξε μου τώρα, αφέντρα,
» κι’ εμένα την αγάπη σου, και κάνε να τσακώσω
» αφτόν τον άντρα, κι’ ας τον βρω στου κονταριού το δρόμο,
» που να μου ρήξει πρόκανε, και σκούζει με περφάνια
» πως πια δε θα πολυχαρώ τ’ αγνό το φως του ήλιου. » 120
Είπε, και την παράκληση τού ξάκουσε η Παλλάδα.
Τα μέλη τούκανε αλαφριά, πόδια και χέρια απάνου,
και στέκοντας σιμά του λέει, δυό φτερωμένα λόγια
«Άφοβα τώρα τους οχτρούς πολέμα τους, Διομήδη.
Τι μες στα στήθια σούσταξα το πατρικό σου θάρρος, 125
» ατρόμητο, σαν πούκλεινε μες στην καρδιά ο Τυδέας,
» και σκόρπισα την καταχνιά πούχες πριχού στα μάτια
» και τώρα αλάθεφτα θεό θα ξεχωρίζεις κι’ άντρα.
» Λοιπόν αν έρθει εδώ κανείς θεός να δοκιμάσει,
» μη θες εσύ με τους θεούς να πολεμάς τους άλλους 130
» έτσι ανοιχτά· μα αν του Διός η κόρη η Αφροδίτη
» έρθει στη μάχη, τρύπα την αφτή με το κοντάρι. »
Έτσι είπε, και τον άφισε η φοβερή Παλλάδα,
κι’ εκείνος πάει στους μπροστινούς και ξανασμίγει πάλι.
Και πριν του γύρεβε η καρδιά να πολεμάει τους Τρώες, 135
μα τότες λύσσα τρίδιπλη τον πήρε, σα λιοντάρι
που πέρα, αλάργα απ’ το χωριό, πηδά αψηλή μιά μάντρα
να φάει αρνιά πυκνόμαλλα, κι’ ο πιστικός τού ρήχνει
και το ματώνει, μα νεκρό στον τόπο δεν τ’ αφίνει·
το πάθος του έτσι πλήθηνε, μα δε βοηθάει κατόπι
παρά τρυπώνει εδώ κι’ εκεί, κι’ έρμα τ’ αρνιά σκορπάνε· 140
αφτά τα βλέπεις κατά γης σωρούς σωρούς στρωμένα,
και το λιοντάρι απ’ το μαντρί πηδάει ξαγριεμένο·
με τέτια οργή τους μπήχτηκε των Τρώων κι’ ο Διομήδης.
Τότε έσφαξε τους αρχηγούς Απείρονα κι’ Αστύνο·
τον ένα στο βυζί τρυπάει, τον άλλο με τη σπάθα 145
μιά του καθίζει στον αρμό, εκεί κοντά στον ώμο,
π’ απ’ το λαιμό τού χώρισε τον ώμο κι’ απ’ την πλάτη.
Κι’ άφισε αυτούς και κυνηγάει τον Άβα, τον Πολύδο,
τ’ Ανοιχτομάτη τα παιδιά, του γερο-ονειροκρίτη.
Τα ονείρατά τους ξέχασε ναν τους ξηγήσει ο γέρος 150
σαν ξεκινούσαν, κι’ έπεσαν στα χέρια του Διομήδη.
Έπειτα χοίμηξε τους γιους του Φαίνοπα να πιάσει,
το Θόνα και τον Ξάνθονε, λέφτερα αγόρια ακόμα·
αφτόν τα έρμα γερατιά τότε έτρωγαν, και πια άλλον
ο δόλιος γιο δεν έκανε ν’ αφήκει κληρονόμο. 155
Γιατί ο Διομήδης έκοψε και των διονών τα νιάτα,
κι’ άφισε κλάψες και πικρά φαρμάκια του πατέρα,
τι δεν τους είδε ζωντανούς στο σπίτι να γυρίσουν
οχ τη σφαγή, μόν μοίρασαν το βιός του οι συμπεθέροι.
Έπειτα τσάκωσε δυό γιους του βασιλιά Πριάμου,
διό σ’ ένα αμάξι, που Χρομιό τους λέγανε κι’ Εχέμο. 160
Κι’ όπως λιοντάρι χύνεται σε βόδια εκεί που βόσκουν,
και σπάει το σβέρκο μοσκαριού στο λόγγο και γελάδας,
έτσι σκιαγμένους γκρέμισε κι’ εκιούς τους διό ο Διομήδης
μέσα απ’ τ’ αμάξι, κι’ έπειτα και τ’ άρματα τούς πήρε,
κι’ έδωκε ναν του παν τα ζα οι φίλοι στα καράβια. 165
Τότε ο Αινείας τον θωράει που λιάνιζε τους λόχους,
και τρέχει μέσα απ’ τη σφαγή και των σπαθιών τους χτύπους,
τον παινεμένο Πάνταρο πούθε να βρει ζητώντας.
Και βρήκε του Λυκά το γιο, αρχοντονιό αντριωμένο,
και πάει μπροστά του στέκεται και του μιλεί διό λόγια 170
« Πάνταρε, πούναι η φήμη σου, πού οι φτερωτές σαΐτες
» και το δοξάρι, όπου κανείς εδώ άντρας δε σου βγαίνει
» μήτε παινιέται στη Λυκία πως σούναι ανότερός σου ;
» Μόνε στο Δία σήκωσε τα χέρια, κι’ έλα τώρα
» τον άντρα αφτόν σαΐτεψ’ τον που βλέπεις νά ! εκεί κάτου 175
» όλους νικάει, κι’ αφάνισε σημαντικά τους Τρώες,
» γιατί πολλών παλικαριών τους έχει φάει το μάτι,
» εξόν αν είναι αφτός θεός, που τούλειψαν σφαχτά μας
» και θύμωσε έτσι. Των θεών βαριά η οργή πλακώνει.»
Τότε ο λεβέντης Πάνταρος γυρίζει και του κάνει
« Αινεία, δημογέροντα των αλογάδων Τρώων, 180
» σαν το Διομήδη αφτόν εγώ τον απεικάζω σ’ όλα,
» απ’ την ασπίδα κρίνοντας κι’ απ’ το χαλκένιο κράνος
» κι’ απ’ τ’ άτια· μα καλά θεός κι’ αν είναι δεν κατέχω.
» Μα αν είναι αφτός που εγώ θαρρώ, αν ο Διομήδης είναι,
» με δίχως χέρι αφτός θεού δεν κάνει τόσο θρήνος, 185
» μόν κάπιος δίπλα τον βοηθάει θεός, κουκουλωμένος 186
» με καταχνιά. Τι τούρηξα πολιώρα και τον βρήκα 188
» δεξά στον ώμο, διάμεσα του τσαπραζού ως αντίκρυ·
» κι’ έλεγα εγώ πως τούσκαψα το λάκκο, μα στον τόπο 190
» δεν έμεινε… κάπιος μαθές θεός μας κατατρέχει.
» Έπειτα εδώ με πιά άλογα κι’ αμάξι θες να σύρω ;
» Έ στου Λυκα τ’ αρχοντικό ως έντεκά ‘ναι αμάξα
» γερά καινούργια διαλεχτά, μ’ ολόγυρα απλωμένα
» σεντόνια, και στου καθενός το πλάι από ‘να στέκει 195
» ζεβγάρι, βίκο τρώγοντας κι’ ασπρόγλυκο κριθάρι.
» Σαν ξεκινούσα νάρθω εδώ, πολλές φορές μου τόπε
» ο γερο-ακοντιστής Λυκάς μες στ’ όμορφό μας σπίτι·
» μες στο ζεμένο μούλεγε αμάξι να καθήσω
» κι’ έτσι στης μάχης την καρδιά να τρέχω με τους πρώτους. 200
» Μα εγώ δεν άκουγα, και νά! σα σκύλος μετανιώνω.
» Τα ζα λυπόμουν πούμαθαν να μου καλοχορταίνουν,
» μήπως τους λείψει εδώ ταγή μέσα σε τόσον κόσμο.
» Έτσι τ’ αφήκα, κι’ ήρθα εδώ πεζός, κι’ απ’ το δοξάρι
» όλπιζα· μα από ‘φτό καλό τα μάτια μου δεν είδαν. 205
» Σε διό απ’ τους πρώτους έρηξα ως τώρα, στο Διομήδη
» και το Μενέλα, και τους διό τους βρήκα, κι’ αίμα μάβρο
» τους έβγαλα, μα πιο πολύ τους πύρωσα μονάχα.
» Για αφτό δεν πήρα σε καλό το γυριστό δοξάρι
» τη μέρα εκείνη απ’ το καρφί, σαν ξεκινούσα ο έρμος 210
» να φέρω εδώ στον Έχτορα βοήθια και στους Τρώες.
» Μα να γυρίσω μιά φορά και να θωρήσω πάλι
» τη λατρεφτή πατρίδα μου, τ’ αγαπητό μου τέρι,
» και στ’ αψηλόσκεπο να μπω μεγάλο αρχοντικό μας,
» κι’ ας μου το κόψει χέρι οχτρού αμέσως το κεφάλι,
» αν δεν το σπάσω εγώ σε διό και στη φωτιά αν δε ρήξω 215
» τ’ όπλο που βλέπεις, επειδής το κουβαλάω του κάκου !»
Τότε ο Αινείας απαντάει, ο στρατηγός των Τρώων
« Μην κλαίγεσαι έτσι!… Η ατυχιά δε θα γυρίσει ωστόσο
» πριν βγούμε εμείς μπροστά σ’ αφτόν τον άντρα με τ’ αμάξι
» κι’ άφοβοι εδώ μετρήσουμε μαζί του τα κοντάρια. 220
» Μόν έλα ανέβα δίπλα μου, να μάθεις σαν τί ζώα
» είναι του Τρώα τ’ άλογα, που ξέρουν μες στον κάμπο
» απάνου κάτου σαν αητοί να κυνηγάν και φέβγουν,
» που και στο κάστρο θα μας παν γερούς, αν πάλι ο Δίας
» τη νίκη στο λεβέντη γιο χαρίσει του Τυδέα. 225
» Μόν έλα πάρ’ το καμοτσί στα χέρια και τα γκέμια,
» κι’ εγώ στ’ αμάξι θ’ ανεβώ και θα τον πολεμήσω·
» ή εσύ καρτέρα τον, κι’ εγώ τα νιάζουμαι τα ζώα. »
Τότες πάλι είπε του Λυκά ο γιος ο παινεμένος
« Αινεία, ατός σου βάσταξτ’ τα τα γκέμια κι’ άλογά σου. 230
» Τι κάλια με τον αμαξά που ξέρουν θα τραβήξουν
» να ίσως πάλι φέβγουμε τον τολμηρό Διομήδη,
» μήπως σκιαχτούνε κι’ έπειτα κολλήσουν, κι’ απ’ τη μάχη
» δε θέλουν να μας βγάλουνε, ποθώντας τη φωνή σου,
» και τότε εμάς του αντρόκαρδου Τυδέα ο γιος χοιμήξει 235
» και πάρει τα γοργά άλογα κι’ εμάς μας πετσοκόψει.
» Μόν τράβα τα εσύ τα φαριά και τ’ όμορφό σου αμάξι,
» κι’ αφτόνε εγώ τον καρτεράω με τ’ όπλο … κι’ ας ορίσει!»
Είπαν αφτά κι’ ανέβηκαν στο σκαλισμένο αμάξι,
κι’ απάνου τράβηξαν, φωτιά γιομάτοι, στο Διομήδη· 240
μόν ο καμαρωμένος γιος του Καπανιά τους είδε
και του Διομήδη λέει εφτύς δυό φτερωμένα λόγια
« Διομήδη, του Τυδέα γιε, μυριάκριβό μου αδρέφι,
» άντρες διό βλέπω δυνατούς και τρέχουνε αφρισμένοι
» να σε βαρέσουν· σα βουνό έχουν αντριά κι’ οι διό τους. 245
» Ο ένας τους, σαΐτεφτής παράξος, καμαρώνει
» που του Λυκά ‘ναι τάχα γιος· κι’ ο άλλος, ο Αινείας,
» παινιέται πως τον έσπειρε ο ξακουστός Αχίσας,
» κι’ έχει και μάνα λέει θεά, τη χρυσωπή Αφροδίτη.
» Μόν έλα πια ας ποδίσουμε με τ’ άτια, και μην τρέχεις
» ομπρός έτσι ασυλλόγιστα και τη ζωή μού χάσεις. » 250
Τότες τον τήραξε λοξά και τούκανε ο Διομήδης
« Μην ξεστομίσεις καν φεβγιό, μόνο τα λόγια χάνεις !
» Δε βρήκα απ’ τους γονιούς μου εγώ στον πόλεμο να τρέμω,
» ή να ξεκόφτω … βρίσκεται καρδιά εδώ μέσα ακόμα ! 254
» Μα αφτοί κι’ οι διό απ’ τα χέρια μας τα γλήγορα άλογά τους 257
» πίσω δε θαν τα παν, αν δα κι’ ο ένας μας ξεφύγει.
» Τώρα άλλο λόγο θα σου πω και τήρα μην ξεχάσεις.
» Αν η πολύβουλη Αθηνά τους διό τους μ’ αξιώσει 260
» να σφάξω, τότε εσύ εκειδά σταμάτα το δικό μας
» γοργό ζεβγάρι, δένοντας τα γκέμια απ’ το στεφάνι,
» και στο δικό σου νιάσου εφτύς να πεταχτείς ζεβγάρι,
» και χτύπα το ως των Αχαιών απ’ των οχτρών το μέρος.
» Γιατί απ’ το σόϊ που χάρισε του Κρόνου ο γιος στον Τρώα 265
» για του παιδιού του πλερωμή, του Γανυμήδη, τι είταν
» τα πιο περίφημα άλογα σ’ ανατολή και δύση,
» δεν έκλεψε απ’ το σόϊ αφτό ο βασιλιάς Αχίσας,
» στ’ άτια φοράδες βάζοντας κρυφά απ’ το Λαομέδο.
» Έξη πουλάρια τούκαναν στους στάβλους του οι φοράδες· 270
» τέσσερα ο ίδιος στο παχνί κρατάει κι’ ακριβοθρέφει,
» και τ’ άλλα διό τα χάρισε του γιου του τ’ αντριωμένου.
» Αφτά αν τα πάρουμε, λαμπρό θα γίνει τ’ όνομά μας! »
Αφτά κουβέντιαζαν οι διό. Κι’ οι άλλοι σε λιγάκι
κοντοζυγώνουν, τα γοργά χτυπώντας άλογά τους. 275
Κι’ έπιασε πρώτος του Λυκά ο γιος ναν του μιλήσει
« Σκληρόκαρδε πολεμιστή, γιε του λαμπρού Τυδέα,
» λοιπόν δε σ’ έφαγε η γοργή ρηξά, η πικρή σαΐτα·
» μα ας δούμε πάλι αν θα σε βρω με το κοντάρι τώρα ! »
Είπε, και σιώντας τίναξε το σουγλερό κοντάρι 280
και στην ασπίδα τον βαράει· κι’ εκείνη ως πέρα πέρα
πετάει, η μύτη η χάλκινη, και μπαίνει στα τσαπράζα.
Κι’ έσκουξε τότε ο Πάνταρος με μιά φωνή μεγάλη
« Σούσκισα ως μέσα την κοιλιά! Πολύ δε θα βαστάξεις
» λέω όρθιος πια, και μούδωκες μεγάλη εμένα δόξα !» 285
Μα δίχως φόβο απάντησε ο δυνατός Διομήδης
« Δε βρήκες, πάρα αστόχησες. Μα εσείς θαρρώ ποτές σας
» δε θα τελιώστε, μοναχά σαν πέσει ο ένας χάμου
» κι’ η γης ρουφήξει αχόρταγη το αίμας του το μάβρο.»
Είπε και ρήχνει. Κι’ έστειλε του Δία η κόρη τ’ όπλο 290
στη μύτη, εκεί στο μάτι του σιμά, κι’ αντίκρυ ο στόκος
βγήκε στο σνίχι κόβοντας τα δυό σβερκοποντίκια.
Και πέφτει, κι’ η αρματωσά βροντάει απάνωθές του, 294
πλούμια χαλκένια ολόλαμπρη, και φέβγουν δίπλα τ’ άτια· 295
κι’ άγλυκος χάρος την ψυχή τού πήρε και τη νιότη.
Τότ’ ο Αινείας πήδησε με το κοντάρι χάμου
και την ασπίδα (το νεκρό σκιάχτηκε μην του πάρουν
οι Δαναοί) και στήθηκε σιμά του σα λιοντάρι
θάρρος γιομάτος, και μπροστά τη στρογγυλή του ασπίδα
και το κοντάρι πρόβαλε — μ’ απόφαση να σφάξει 300
όπιον κι’ ενάντια αν τούβγαινε — τρομαχτικά αλυχτώντας.
Κι’ αφτός, κοτρώνα του Τυδιά αρπάζει ο γιος στα χέρια,
μεγάλο βάρος, π’ άντρες διό σαν τους θνητούς τούς τώρα
δε θαν τη σήκωναν — μα αφτός την αλαφροπετούσε
και μόνος — και του σφίγγει μιά στο γοφό, εκεί που μέσα 305
γυρνάει στο γόφο το μερί και που το λένε γούβα·
307 308 κι’ η πέτρα τούσπασε η τραχιά τη γούβα, και στο γόνα
πέφτει, και μένει ακουμπιστός με τ’ αντριωμένο χέρι
στη γης, και νύχτα σκοτεινή του χύνεται στα μάτια. 310
Και τότε εκεί θα χάνουνταν ο βασιλιάς Αινείας,
μόν νά! τον είδε η μάννα του, η χρυσωπή Αφροδίτη,
που στις βοσκιές τον έκανε με τον αφέντη Αχίσα,
και με τ’ αφράτο χέρι της αγκάλιασε το γιόκα,
κι’ άπλωσε ομπρός του απ’ το λαμπρό μιά δίπλα φόρεμά της 315
ναν τον φυλάξει απ’ τις ρηξές, μην τύχει οχτρός προκάνει
και της τον σφάξει μπήγοντας στα στήθια το κοντάρι.
Αφτή μακριά απ’ τις κονταριές το γιο της κουβαλούσε,
και τις ορμήνιες δεν ξεχνάει ο γιος του Καπανέα,
αφτές που του παράγγειλε ο φοβερός Διομήδης, 320
μόν τα μονόνυχά του ζα τα σταματάει αλάργα,
όξω απ’ τη μάχη, δένοντας τα γκέμια απ’ το στεφάνι,
κι’ ορμάει και το καλότριχο ζεβγάρι του Αινεία
πέρα τραβάει απ’ των οχτρών στων Αχαιών το μέρος.
Και τόδωκε του Δήπυλου, του γκαρδιακού του βλάμη — 325
π’ απ’ όλους πιο καλύτερα τον είχε τους συντρόφους,
κι’ είχαν μιά γνώμη πάντα οι διό— στα πλοία ναν τ’ αφήκει·
κι’ ο ίδιος πάλι ανέβηκε στ’ αμάξι του, κι’ αδράζει
τα γκέμια, κι’ ίσα αβάσταχτος προς το Διομήδη τρέχει.
Κι’ αφτός στην Κύπρη χοίμηξε με τ’ άσπλαχνο κοντάρι, 330
γιατί την ήξερε άτολμη κι’ όχι θεά από κείνες
που στρατηγέβουν στων αντρών τους φονικούς πολέμους,
μήτε ρημάχτρα Σκοτωσού μήτε Αθηνά μ’ ασπίδα.
Και μέσα σαν την έφτασε στο πλήθος κυνηγώντας,
τότες τη σημαδέβει ο γιος του ξακουστού Τυδέα, 335
κι’ ορμάει και ξέσκουρα χτυπά με το χαλκό το χέρι
τ’ αφράτο· κι’ έφκολα ο χαλκός τής τρύπησε το δέρμα —
περνώντας το θεοτικό σκουτί π’ αφτές οι Χάρες
τής τόφτιασαν—στη ρίζα εκεί πιο απάνου από τη χούφτα.
Κι’ έτρεχε πια το αίμα της τ’ αθάνατο, ο νιχώρας,
τέτιος που τρέχει απ’ τους θεούς τους μυριοβλογημένους, 340
γιατί δεν πίνουν φλογωπό κρασί, δεν τρώνε στάρι,
κι’ είναι για κείνο αναίματοι κι’ αθάνατους τους λένε.
Κι’ έρηξε αφτή με τις φωνές το γιο της οχ τα χέρια.
Αφτόν εκεί τον γλύτωσε στην αγκαλιά του ο Φοίβος
μες σ’ ένα μάβρο σύγνεφο, μην τύχει οχτρός προκάνει 345
και τον σκοτώσει μπήγοντας στα στήθια το κοντάρι·
και της θεάς βροντόφωνα της έκραξε ο Διομήδης
« Παραίτα, κόρη του Διός, τις μάχες και τους φόνους·
» τάχα δε σώνει που δειλές γυναίκες ξελογιάζεις;
» Μα αν θες πολέμους και καλά, θαρρώ μα την αλήθια 350
» θα τρέμεις έτσι κι’ αν αλλού πώς πολεμάνε ακούσεις. »
Είπε, και σα λωλή η θεά τραβήχτη, τι πονούσε.
Κι’ η ανεμόποδη Ίριδα την πιάνει, κι’ απ’ το πλήθος
τη βγάζει, ψυχολίγωτη με τους πολλούς τους πόνους·
κι’ έβλεπες το ροδόθωρο κορμί να μελανιάζει.
Κατόπι βρήκε στα ζερβά της μάχης καθισμένο 355
τον Άρη, μ’ άρματα και ζα σε σύγνεφο κρυμένα·
και πέφτοντας γονατιστή, πολλά με περικάλια
τα χρυσοστέφανα άλογα ζητούσε τ’ αδερφού της
«Άχ αδερφέ μου, νιάσου με, και δώσ’ μου τ’ άλογά σου
» για ν’ ανεβώ στον Έλυμπο, στα θεϊκά λημέρια. 360
» Πολύ με τυραγνά η πληγή που μούδωκε ο Διομήδης,
» θνητός που και το Δία πια θα πολεμούσε τώρα.»
Είπε, κι’ ο Άρης τ’ όμορφο της έδωκε ζεβγάρι.
Έτσι στ’ αμάξι ανέβηκε με την καρδιά κλαμένη,
και δίπλα η ανεμόποδη θεά τα πλούσια γκέμια 365
παίρνει στα χέρια, και χτυπάει τα δυό φαριά να τρέξουν.
Κι’ αφτά πετούσαν πρόθυμα. Έτσι σε λίγο φτάνουν
στο χιονοσκέπαστο Έλυμπο, στα θεϊκά λημέρια.
Εκεί η θεά τα σταματάει, τα λει και τα ξεζέβει,
και την αθάνατη ταγή τους έβαλε να φάνε.
Κι’ αφτή στης Διώνης έπεσε τα πόδια, η Αφροδίτη, 370
στης μάννας της· στην αγκαλιά την πήρε τότε η Διώνη,
την πήρε και τη χάιδεψε και τρυφερά της είπε
« Πιός, φως μου, σ’ έκανε σ’ αφτά τα χάλια απ’ τους ουράνιους,
» αψήφιστα, σα νάκανες κάνα άπρεπο στο φόρο ; »
Τότες η γελιαγάπητη της απαντά Αφροδίτη 375
« Με λάβωσε ο λιοντόκαρδος Διομήδης του Τυδέα,
» γιατί έβγαζα όξω απ’ τη σφαγή το γιο μου, τον Αινεία,
» την πιο πολύτιμη ψυχή που λαχταρώ στον κόσμο.
» Γιατί δεν είναι η μάχη πια τώρα Αχαιών και Τρώων,
« μα αν αγαπάς οι Δαναοί και με θεούς χτυπιούνται.» 380
Κι’ η Διώνη, η σεβαστή θεά, της απαντάει διό λόγια
« Παρ’ το, παιδί μου, απόφαση, και μη σε τρώει η λύπη.
» Πάθαμε εμείς πολλά οι θεοί ως τώρα απ’ τους αθρώπους,
» τα μάτια ο ένας τ’ αλλουνού να βγάλουμε ζητώντας.
«Έπαθε ο Άρης, τότε οι γιοί που τ’ Αλωγέα, ο Ώτος 385
» κι’ ο σκληρό-Φιάλτης, στις τριχιές τον είχαν βαλημένα,
» κλεισμένο μήνες δώδεκα μες σε κελί χαλκένιο.
» Και τότε εκεί ίσως χάνουνταν ο θνητοφάγος Άρης,
» μόν στον Ερμή το πρόφτασε η γλυκομάτα Ερίβια,
» η μητρυιά τους, κι’ ο Έρμης τον κλέβει από κει μέσα 390
» σ’ άσκημα χάλια, κι’ η σκληρή τον έτρωγε τριχιά του.
» Έπαθε η Ήρα τον καιρό που στο δεξύ βυζί της
» ο θεριομάχος Ηρακλής με τρίγλωσση σαΐτα
» την κάρφωσε, που πήγε πια ναν την τρελάνει ο πόνος.
» Έπαθε ο Άδης ο βαθύς μιά σαϊτιά κι’ εκείνος, 395
» όταν στη μέση των νεκρών, στην Πύλο, ο ίδιος πάλι
» του Δία ο γιος τον πλήγωσε κι’ αφάνισε στους πόνους.
» Ο Άδης τότε ανέβηκε στα θεϊκά λημέρια
» και στον απέραντο Έλυμπο με την καρδιά θλιμένη,
» πονώντας σ’ όλο το κορμί· και τ’ όπλο καρφωμένο
» στην πλάτη τη βασταγερή τον κατατυραννούσε. 400
» Μα βάζοντας ο Γιρτρεφτής μαλαχτικά βοτάνια
» τον γιάτρεψε· τι δα θνητός δεν είτανε πλασμένος.
» Τώρα η κουκουβαγιόματη θεά Αθηνά κι’ εσένα
» σούστειλε αφτόν … Θεότρελος! που δε λογιάζει ο νους του,
» σαν πολεμάς με τους θεούς πως δεν πολυχρονίζεις,
» ούτε απ’ τον πόλεμο γυρνάς κι’ απ’ τη σφαγή ν’ ακούσεις
» στα γόνατά σου τα γλυκά λογάκια των παιδιών σου.
» Έτσι ας προσέξει, όσο πολύ κι’ αν είναι παλικάρι,
» μήπως στη μάχη άλλος κανείς του βγει πιο δυνατός του,
» κι’ η Γιάλα η αρχοντόθρεφτη καμιά νυχτιά απ’ τον ύπνο
» σηκώσει με τα κλάματα το σπιτικό της όλο,
» το τέρι της γυρέβοντας, τον πρώτο απ’ τους Αργίτες,
» η γνωστικιά του φοβερού Διομήδη γυναικούλα. »
Ετσι είπε, και της σφούγγιζε το θεϊκό νιχώρα
με τα διό χέρια· κι’ έγιανε το χέρι, κι’ οι βαριοί της
πόνοι μαλάκωσαν. Κι’ αφτές, η Αθηνά κι’ η Ήρα,
θωρούσαν, κι’ έτσι αγγιχτικά πειράζανε το Δία.
Και πρώτη πήρε του Διός ναν του μιλήσει η κόρη
« Πατέρα Δία, κάτι τι θα πω, και μη θυμώσεις.
» Σαν κάπια η Κύπρη Αργίτισσα ξελόγιαζε να φύγει
» με κάναν Τρώα —γιατί αφτοί την έχουν μαγεμένα–
» κάπια από ‘φτές χαϊδέβοντας τις όμορφες νυφούλες
» τ’ αφράτο χέρι στη χρυσή θα μάτωσε καρφίτσα.»
Γέλασε τότες των θεών κι’ αθρώπωνε ο πατέρας,
και τη ροδόσταχτη θεά φωνάζει και της κάνει
« Δεν είναι, κόρη μου, οι δουλιές για σένα του πολέμου.
» Εσύ τις γλυκοπόθητες κοίτα δουλιές του γάμου,
» κι’ άφισ’ τα αφτά στης Αθηνάς τα χέρια και στον Άρη.» 430
Τέτια μιλούσανε οι θεοί ανάμεσό τους λόγια.
Και στον Αινεία χοίμηξε ο φοβερός Διομήδης,
ξέροντας πως τον φύλαγε όχι άλλος, μόνε ο Φοίβος
με το δεξύ του· μα κι’ αφτόν τον αψηφούσε, κι’ έτσι
θεό μεγάλο, κι’ έβλεπε πώς πάντα τον Αινεία
να σφάξει, και την ξακουστή να πάρει αρμάτωσα του.
Τρεις έτσι χύθηκε φορές ζητώντας να τον σφάξει,
και τρεις ο Φοίβος τούσπρωξε την λαμπρισμένη ασπίδα·
μα κι’ όταν τέταρτη όρμησε σα δαίμονας μονάχος,
μπήγει ο Απόλλος μιά φωνή μεγάλη και του κράζει
« Για στάσου, λιοντόκαρδε Διομήδη και στοχάσου, 440
» και μη ζητάς με τους θεούς να γίνεσαι ίσα κι’ ίσα !
» Όμια η γενιά δεν πλάστηκε μαθές των αθανάτων
» θεώνε και των κατά γης σερνόμενων αθρώπων.»
Είπε, και του Τυδέα ο γιος πισώκανε μιά στάλα
για να γλυτώσει απ’ το θυμό του προφυλάχτη Απόλλου.
Κι’ αφτός αλάργα απ’ τη σφαγή αφίνει τον Αινεία 445
μέσα στην άγια Πέργαμο, οπούχανε χτισμένα
την εκκλησιά του. Εκεί η Λητό κι’ η Άρτεμη στο μέσα
πλατύ ιερό τον φρόντιζαν και τον γιατρολογούσαν.
Κι’ ο Φοίβος ένα φάντασμα σοφίστηκε, όμιο σ’ όλα
με τον Αινεία, και μ’ αφτόν και στ’ άρματα το ίδιο, 450
κι’ ολόγυρα στο φάντασμα οι Δαναοί κι’ οι Τρώες
τρυπούσαν τις βοϊδόπετσες στρογγυλωτές ασπίδες,
και τις φτερόλαφρες προβιές στα στήθια ο ένας τ’ άλλου.
Τότες πια ο Φοίβος φώναξε του λυσσασμένου τ’ Άρη
« Άρη φονιά, ματόβρεχτε, Άρη καστροτινάχτη, 455
» έλα απ’ τον πόλεμο λοιπόν τον άντρα αφτόν να βγάλεις,
» πούναι άξιος και τον Δία πια να πολεμήσει τώρα.
» Την Κύπρη πρώτα πλήγωσε από κοντά στο χέρι,
» έπειτα ακόμα σαν στειχειό μου ρίχτηκε κι’ εμένα.»
Έτσι είπε αφτός και κάθησε στης Πέργαμος την άκρη. 460
Μα ο Άρης πήγε το στρατό και γκάρδιωνε των Τρώων
όμιος σα νάταν των Θρακών ο στρατηγός Ακάμας,
και στους θεοσπαρμένους γιους φωνάζει του Πριάμου
« Γιοί του Πριάμου, των θεών βλαστάρια, ως πότε ακόμα
» θ’ αφίνετε έτσι απ’ τους οχτρούς να σφάζεται ο λαός σας ; 465
» Για λέτε ως να ζυγώσουν πια στις στεριωμένες πόρτες ;
» Χάσαμε ένα άντρα ισότιμο του Έχτορα εδωπέρα,
» το γιο του μεγαλόψυχου Αχίσα, τον Αινεία.
» Ομπρός ! τον άξιο σύντροφο να σώσουμε απ’ τους χτύπους !»
Μ’ αφτά τα λόγια προθυμιά τους έβαλε και θάρρος. 470
Τότε άσκημα κι’ ο Σαρπηδός τον Έχτορα μαλώνει
« Έχτορα, πού ‘ναι —δε μου λες ;— η τόλμη πούχες πρώτα ;
» Λες ίσως πως χωρίς βοηθούς και φίλους θα βαστάξεις
» το κάστρο, με τ’ αδέρφια σου και τους γαμπρούς μονάχα.
» Μα τώρα εγώ κανένα τους δε βλέπω να προβάλλει, 475
» μόνε ζαρώνουν σα σκυλιά τριγύρω σε λιοντάρι,
» κι’ εδώ όλοι εμείς, όσοι είμαστε βοηθοί σας, πολεμάμε.
» Τι είμαι κι’ εγώ βοηθός εδώ κι’ από πολύ ήρθα αλάργα.
» Τι αλάργα βρίσκεται η Λυκιά πας στο χοχλάτο Ξάνθο,
» κι’ εκεί ‘να γόρι ανήλικο και νιά αφήκα γυναίκα, 480
» και βιός μεγάλο π’ ο καθείς το λαχταρά αν δεν τόχει.
» Μα κι’ έτσι τους συντρόφους μου τους στέλνω ομπρός, κι’ ατός μου
» τρέχω μ’ οχτρούς να χτυπηθώ· ωστόσο εγώ δεν έχω
» δικό μου εδώ ν’ αρπάξουν βιός, γυναίκες να σκλαβώσουν.
» Κι’ εσύ μου στέκεις, μήτε καν στα παλικάρια κράζεις 485
» να μείνουν και τα τέρια τους απ’ τη σκλαβιά να σώσουν.
» Τήρα μην πέστε στων οχτρών τα χέρια, σαν πιασμένοι
» σε λινοβρόχι αδιάβατο, και στο σακκί σας βάλουν·
» γλήγορα τότε η πλούσια σας θα σβύσει πολιτεία.
» Μα πρέπει μέρα νύχτα αφτά στο νου σου εσύ ναν τάχεις, 490
» και να θερμοπερικαλείς τους πρώτους των βοηθώνε
» πιστοί να μείνουν, τη βαριά φοβέρα παραιτώντας. »
Είπε, κι’ ο λόγος δάγκασε τον Έχτορα στα σπλάχνα,
και πήδηξε οχ’ τ’ αμάξι εφτύς αρματωμένος χάμου,
και σιώντας τα διό στομωτά κοντάρια, ολούθε τρέχει 495
δίνοντας θάρρος, κι’ άναψε πεισματωμένη μάχη.
Γυρνάν οι Τρώες, τους οχτρούς με θάρρος αντικρύζουν,
μα αχώριστοι κι’ οι Δαναοί βαστούν και δεν τσακάνε.
Κι’ όπως λιχμίζουν χωρικοί, και τ’ άχερο στ’ αλώνια
παίρνει ο αγέρας, σα φυσούν άνεμοι κι’ η ξανθούλα 500
θεά χωρίζει Δήμητρα απ’ τ’ άχερο το στάρι,
κι’ ασπρολογάνε οι θημωνιές· όμια άσπρισε τους άντρες
απ’ άκρη ως άκρη ο κουρνιαχτός, που σύγνεφα λες τότες
ως στον πολύχαλκο ουρανό τον τίναζαν τα πόδια
των ζώνε, σα ματάσμιγαν — τι πίσω τα γυρνούσε 5
κάθε αμαξάς — κι’ οι δυό στρατοί ξανά στη μάχη ορμούσαν.
Κι’ ο Άρης νύχτα ξάπλωσε στον πόλεμο τριγύρω,
κι’ έτρεχε ακούραστος παντού βοηθώντας τους Δαρδάνους,
και τις αρμήνιες τέλιωνε του χρυσοσπάθη Απόλλου,
που τούχε πει και σύστησε ν’ αναστυλώσει πάλι
των Τρώων την παλικαριά, σαν είδε την Παλλάδα 51
φεβγάτη· γιατί αφτή είτανε των Αχαιών προστάτρα.
Κι’ απ’ το βαθύπλουτο ιερό κι’ ο Φοίβος τον Αινεία
τους στέλνει, κι’ έβαλε ζωή μες στ’ αρχηγού τα στήθια.
Κι’ αφτός στους φίλους πάγαινε, και χάρηκαν οι φίλοι
άμα τον είδαν ζωντανός που ζύγωνε κι’ ακέριος, 51
θάρρος γιομάτος, μα χωρίς και ναν του πουν δυό λόγια·
τι η άλλη αμπόδιζε δουλιά που ο άγριος σήκωσε Άρης,
κι’ η Έριδα η αχόρταγη κι’ ο Αργυροδοξάρης.
Τους άλλους του Λαέρτη ο γιος κι’ ο θαρρετός Διομήδης
κι’ οι δυό γκαρδιώνανε Αίϊδες, τους Αχαιούς, στη μάχη· 520
όμως κι’ οι ίδιοι οι Δαναοί μήτ’ από τις φοβέρες
των Τρώων κρυφοδείλιαζαν και μήτε απ’ τα γιρούσα,
μόν στέκανε απαράλλαχτοι σα σύγνεφα που σταίνει
ο Δίας σε βιδιάς καιρό στα κορφοβούνια απάνου,
ασάλεφτα, όταν του βοριά η λύσσα και πάσα άλλου
κοιμάται ανέμου ζωηρού, που με βουή μεγάλη 525
φυσούν και κάθε σύγνεφο μαβρόχρωμο σκορπίζουν·
έτσι οι Αργίτες σταθεροί τους Τρώες καρτερούσαν
δίχως να φέβγουν. Και παντού ο πρωταφέντης τ’ Άργους
γυρνούσε μέσα στο σωρό και φώναζε ολοένα
« Άλα! παιδιά, και βάρτε τους ! Μ’ ατρόμητα τα στήθια
» φιλοτιμάστε τους οχτρούς πιός πρώτος να σκορπήσει. 530
» Όπου ντροπής, και πιότεροι γλυτώνουν παρά πέφτουν·
» φέβγεις, και ξεπετά η τιμή με δίχως να γλυτώσεις. »
Είπε κι’ αμέσως τίναξε μιά κονταριά πιδέξια,
και βάρεσε έναν αρχηγό και του Αινεία βλάμη,
το γιο του Πέργασου Δηκό, που τον τιμούσαν ίσα 535
οι Τρώες σαν του βασιλιά τους γιους, γιατί παράξος
είταν στων πρώτων τη σειρά να πολεμάει και σφάζει
κατάσπιδα τον βάρεσε, κι’ ανόφελη η ασπίδα
φάνηκε τότες, τι ο χαλκός τη διαπερνάει και μπαίνει
στα κάτου μέρη της κοιλιάς τρυπώντας το ζουνάρι.
Και πέφτοντας βροντάει, αχούν και τ’ άρματα από πάνου. 540
Τότε ο Αινείας σκότωσε κι’ αφτός διό παλικάρια
των Αχαιώνε, του Διοκλή τους γιους· τον ένα Κρήθο
τον λέγανε κι’ Ορσίλοχο τον άλλονε. Ο γονιός τους
κάθουνταν στην καλόχτιστη Φηρή, σε βιός βαρβάτος,
κι’ απ’ το Ρουφιά κατάγουνταν, απ’ το φαρδύ ποτάμι,
που κατεβαίνει διάμεσα της γης των Πυλιωτώνε, 545
και τον Ορσίλοχο έσπειρε, πολλών αφέντη ανθρώπων,
γονιό τ’ ατρόμητου Διοκλή· κι’ αφτός παιδιά του πάλι
έκανε εκείνους δίδυμα, σε κάθε πόλεμο άξιους.
Και σαν αντρώθηκαν οι διό, στη μυριοπλούσια Τροία 550
πήγανε με των Αχαιών τα μελανά καράβια,
βοηθώντας τ’ Ατρεόπουλα να γδικιωθούν τους Τρώες·
όμως αφτού τους σκέπασε του χάρου το σκοτάδι.
Πώς μεγαλώνει η μάννα τους πας σε βουνού κορφάδες
λιοντάρια διό μες στην καρδιά δεντροπνιγμένου λόγγου, 555
κι’ αρνιά και βόδια πρόσπαχα αρπάζουν, και τις στάνες
ρημάζουνε των χωριανών ώστε κι’ αφτά να πέσουν
απ’ τα μυτεροτρόχιστα των χωριανών κοντάρια·
έτσι απ’ τα χέρια σφάχτηκαν κι’ εκείνοι του Αινεία,
κι’ έπεσαν όπως έλατα μεγάλα γέρνουν χάμου. 560
Μα τους λυπήθηκε ο γερός Μενέλας σαν τους είδε
πεσμένους, κι’ όξω ρήχτηκε απ’ τη γραμμή των πρώτων,
αστράφτοντας μες στο χαλκό και παίζοντας το φράξο·
κι’ ο Άρης με τη γνώμη αυτή του πλήθαινε την τόλμη,
για ναν τον σφάξει τ’ άσπλαχνο κοντάρι του Αινεία.
Όμως τον είδε ο γλήγορος Αντίλοχος, και βγήκε 565
όξω απ’ τους πρώτους, τρέμοντας μην τίποτα τους πάθει
ο βασιλιάς και χάσουνε του κάκου τόσους κόπους.
Οι διό τους τότες στέκουνταν αντικρυστοί, με χέρια
και μ’ άρματα τους έτοιμα, να χτυπηθούν διψώντας,
κι’ έτρεξε αφτός σιμά σιμά, του βασιλιά από δίπλα. 570
Τότε ο Αινείας πόδισε κι ας είταν παλικάρι,
άντρες σαν είδε αντίκρυ διό να στέκουν δίπλα δίπλα·
κι’ αφτοί τραβάνε τους νεκρούς στων Αχαιών το μέρος,
κι’ όταν τους μάβρους στων δικών τους έβαλαν τα χέρια,
γύρισαν πάλι και μπροστά στη μάχη πολεμούσαν. 575
Τον Πυλομένη τότε οι διό, άντρα άξιο σαν τον Άρη
και πρώτο των λιοντόκαρδων σκοτώνουν Παφλαγόνων.
Αφτόν εκεί που στέκουνταν, του ρήχνει το κοντάρι
ο ξακουσμένος σκοπεφτής Μενέλας, και τον βρίσκει
απάς στην κλείδωση. Κι’ ο γιος κατόπι του Νεστόρου 580
τον αμαξά του Μύδονα χτυπάει, τον αντριωμένο
τ’ Ατύμνη γιο —τ’ αλόγατα γυρνούσε αφτός να φύγει—
μεσάγκωνα βαρώντας τον με μιά χοντρή κοτρώνα·
κι’ εκείνος, χάμου τούπεσαν στις σκόνες οχ τα χέρια
τα γκέμια π’ απ’ του φιλντισιού τη χάρη ασπροβολούσαν.
Τότε όρμησε ο Αντίλοχος και μιά στην κεφαλή του
σπαθιά του σέρνει, πούπεσε οχ τ’ όμορφό του αμάξι 585
με το κεφάλι, στ’ απαλό απάνου και στους ώμους,
φυσώντας, μες στα χώματα. Καιρό στεκότανε όρθιος—
γιατί άμμο βρήκε εκεί βαθύ— ως που τ’ αλόγατά του
τον κλώτσησαν και χάμου εκεί τον ξάπλωσαν στο χώμα,
καθώς ο γιος του Νέστορα τα βάρεσε να τρέξουν,
κι’ έτσι τα πήγε ως στα γοργά των Αχαιών καράβια.
Τότες τους ειδέ ο Έχτορας στων στρατιωτών τη μέση 590
κι’ όρμησε απάνου σκούζοντας, και πίσω του ακλουθούσαν
των Τρώων τ’ άγρια τάγματα, κι’ έτρεχε ομπρός ο Άρης
με την αφέντρα Σκοτωσού, που της Σφαγής κρατούσε
την άκαρδη Αναστάτωση, κι’ ο λυσσασμένος Άρης
ανέμισε αθεόρατο στις χούφτες του κοντάρι,
και μιά μπροστά απ’ τον Έχτορα μιά γύριζε από πίσω. 595
Και σαν τον είδε, τρόμαξε ο φοβερός Διομήδης.
Πώς άντρας μαλακόψυχος περνάει μεγάλο κάμπο
και στέκει ομπρός σε ποταμού την άκρη φουσκωμένου
που τρέχει κατά το γιαλό, καθώς τον δει με κρότους
π’ αφρολογάει, και βιαστικός τραβιέται πίσω πάλι·
τότε έτσι κώλωσε κι’ αφτός και μίλησε στους άντρες 600
« Βρε τί σαστίζουμε, παιδιά, τον Έχτορα σα δούμε
» κι’ είναι άφοβος πολεμιστής και στο κοντάρι πρώτος ;
» Μα κείνος ένα απ’ τους θεούς έχει κοντά του πάντα
» που τον γλυτώνει από σφαγή, σαν που και τώρα ο Άρης,
» τηράτε ! μ’ άντρα μιάζοντας θνητό μαζί του τρέχει.
» Μόν με τα μάτια στους οχτρούς απάνου, πίσω πάντα 605
» τραβιέστε, και με τους θεούς πολέμους μη ζητάτε.»
Είπε, κι’ εφτύς πολύ κοντά τούς ζύγωσαν οι Τρώες.
Έσφαξε τότε ο Έχτορας καλούς διό ακοντιστάδες,
διό σ’ ένα αμάξι· Αχίγιαλο τους λέγαν και Μενέστη.
Κι’ ο Αίας τους σπλαχνίστηκε, πεσμένους σαν τους είδε, 610
και τρέχει αμέσως στέκεται σιμά σιμά στους διό τους
και ρήχνει το σπιθόβολο κοντάρι, και τον Άρη
σκοτώνει, του Σελάγου γιο, που στην Παισό ‘χε πύργο
κι’ είχε σπαρτά και βιός πολύ, μα να στην Τροία η μοίρα
τον έστειλε του βασιλιά βοηθό και των παιδιών του.
Αφτόνε ο Αίας σούγλισε στου ζουναριού τα μέρη· 615
και κάτου κάτου στην κοιλιά του μπήκε το κοντάρι,
και χάμου βρόντησε. Έτρεξε ο ξακουστός τότε Αίας
ν’ αρπάξει την αρματωσά, μα τούρηξαν οι Τρώες
τα μακροδρόμα ολόλαμπρα κοντάρια· κι’ η ασπίδα
άρπαξε απάνου της πολλά· κι’ εκείνος στο κουφάρι
το πόδι απάνου βάζοντας, το χαλκωμένο φράξο 620
το τίναξε όξω απ’ το κορμί. Όμως και τ’ άλλα ακόμα
να βγάλει πλουμιστά άρματα δε μπόρεσε απ’ τους ώμους,
τι οι χτυπησές τον στένεβαν. Και σκιάχτηκε των Τρώων
το δυνατό διαφέντεμα, που τόσοι εκεί, ένας κι’ ένας,
στάθηκαν στο νεκρό σιμά βαστώντας τα κοντάρια,
κι’ όσο κι’ αν είταν δυνατός φανταχτερός μεγάλος, 625
πίσω τον άμπωξαν· κι’ αφτός ανοίγει και κωλώνει.
Σαν έτσι οι άλλοι δούλεβαν μες στην καρδιά της μάχης.
Παρέκει τον Τληπόλεμο, άντρα τρανό λεβέντη,
και γιο του Ηρακλή, η σκληρή τον στέλνει μοίρα απάνου
στο Σαρπηδό που με θεούς να μετρηθεί μπορούσε.
Αφτοί σα ζύγωσαν κοντά με τ’ άρματα στα χέρια, 630
οι διό τους αγγονός και γιος του Συγνεφοσυνάχτη,
πρώτα άνοιξε ο Τληπόλεμος το στόμα να μιλήσει
« Πια ανάγκη, αφέντη Σαρπηδό, σε βιάζει εδώ να μένεις
» και να ζαρώνεις, που σπαθί σαν τί είναι εσύ δεν ξέρεις ;
» Ψέματα λεν πως είσαι εσύ τάχα παιδί του Δία· 635
» τι είσαι πολύ χειρότερος, όχι ίσος με τους άντρες
» που γέννησε του Κρόνου ο γιος στα περασμένα χρόνια.
» Άλλος λεν άντρας είτανε ο ξακουστός γονιός μου,
» ο Ηρακλής, πούχε άτρομη καρδιά σαν το λιοντάρι,
» πούρθε για τ’ άτια μιά φορά εδώ του Λαομέδου 640
» μ’ έξη καράβια μοναχά και μετρητούς νομάτους,
» κι’ όμως το κάστρο κούρσεψε κι’ ερήμωσε τις στράτες.
» Μα εσύ, κι’ εσύ είσαι ανάψυχος, ανάξιος κι’ ο στρατός σου.
» Μήτε θαρρώ πως έφτασες απ’ τη Λυκία εδώ τώρα
» κι’ οι Τρώες τάχα αλάφρωση θα δουν καμιά απ’ τα σένα
» όσο κι’ αν είσαι δυνατός, παρά απ’ τ’ άρματά μου 645
» ξεκοιλιασμένος τη μπασιά θενά περάσεις τ’ Άδη.»
Τότε απαντάει κι’ ο Σαρπηδός, των Λυκιωτώνε ο πρώτος
«Τληπόλεμε, ναι χάλασε της Τριάς εκιός το κάστρο
» απ’ τις ζαβάδες του λαμπρού αφέντη Λαομέδου,
» που κείνος όσο τούκανε καλό, τόσο με λόγια 650
» αφτός τον πλέρωσε αχαμνά, και τ’ άτια ναν του δώκει
» δε θέλησε, κι ας ήρθε εδώ για αφτά από τόσο αλάργα.
» Μα τώρα στάσου εσύ να δεις, τι θα σ’ το πιώ το αίμας
» εδώ θαρρώ, κι’ απ’ τ’ άρματα σφαγμένος τα δικά μου,
» δόξα σ’ εμένα, την ψυχή στον Άδη θα χαρίσεις.»
Είπε, κι’ εκείνος σήκωσε τα φράξο ναν του ρήξει, 655
και τα κοντάρια πήδηξαν μαζί κι’ απ’ τα διό χέρια.
Κι’ ο ένας βρήκε, ο Σαρπηδός, κατάμεσα τη γούβα,
και διάβηκε ο πικρός χαλκός τη σάρκα ως πέρα πέρα,
και μάβρη νύχτα ανήλιαγη του σκέπασε τα μάτια.
Ο άλλος στο ζερβύ μερί τον λάβωσε, κι’ η μύτη 660
ως κολλητά στο κόκκαλα σα λυσσασμένη πήγε·
μα ακόμα τώρα ο σπάρτης του τον γλύτωσε από χάρο.
Και το λεβέντη Σαρπηδό οι θεϊκοί συντρόφοι
τον βγάζανε όξω απ’ τη σφαγή. Και το μακρύ κοντάρι
σερνόμενο τον βάραινε· μα απ’ την πολλή τους βιάση 665
κανείς δε συλλογίστηκε, δεν είπε το κοντάρι
να βγάλει του όξω απ’ το μερί και να σταθεί στα πόδια·
τόσο τους έσφιγγε ο οχτρός καθώς τον κουβαλούσαν.
Και τον Τληιτόλεμο αντικρύ οι γκαρδιακοί συντρόφοι
τον βγάζανε όξω απ’ τη σφαγή. Κι’ ο θεϊκός Δυσσέας
τον είδε κι’ η καρτερικιά πικράθηκε ψυχή του. 670
Και τότες του διπλόφερε μέσα η καρδιά στα στήθια
ή καταπόδι του Διός το γιο να κυνηγήσει
ή να λιανίσει αλύπητα των Λυκιωτών το πλήθος.
Όμως δεν τούτανε γραφτό με το μακρύ κοντάρι
αφτός τον αντριωμένο γιο του Δία να σκοτώσει· 675
έτσι τη γνώμη η Αθήνα του γύρισε στο πλήθος.
Τότες με τ’ όπλο το Χρομιό σκοτώνει και τον Άλη,
τον Κοίρανο, τον Άλκαντρο, τον Πρύτανη, κι’ ακόμα
τον παινεμένο Αλάστορα, το γνωστικό Νοήμο.
Ακόμα κι’ άλλους πιο πολλούς θα σκότωνε Λυκιώτες,
μόνε τον είδε μιά στιγμή ο φουντοπλουμισμένος 680
μεγάλος Έχτορας, κι’ ορμάει όξω απ’ τους μπροστομάχους
χαλκόπλιστος αστραφτερός και χύνοντας τον τρόμο
μες στους Αργίτες. Χάρηκε του Δία ο γιος μιά στάλα
άμα τον είδε κι’ έρχουνταν, και τούπε με τα δάκρια
« Βοήθια, του Πριάμου γιε, βοήθια ! Μη μ’ αφήκεις
» να πέσω, κι’ αρπαχτάρι εδώ να γίνω των οχτρώνε. 685
» Κατόπι μες στη χώρα σας ας κλείσω και τα μάτια,
» μιάς και δε μούτανε γραφτό πίσω κι’ εγώ να σύρω.
» στο σπίτι στην πατρίδα μου, και να καλοκαρδίσω
» το τέρι μου το λατρεφτό, τ’ ανήλικο παιδί μου. »
Είπε, μα δεν απάντησε ο Έχτορας μιά λέξη,
μόν πέρασε σαν αστραπή, ζητώντας να χτυπήσει 690
γλήγορα πίσω τους οχτρούς και ναν τους δεκατίσει.
Έτσι οι συντρόφοι κάθισαν το Σαρπηδό από κάτου
απ’ τη χαριτωμένη οξά του βροντορήχτη Δία·
κι’ ένας του βλάμης γκαρδιακός, ο δυνατός Πελάγος,
του τράβηξε όξω απ’ το μερί το φράξινο κοντάρι. 695
Κι’ ο δύστυχος λιγοθυμάει, και γύρω μιά μαβρίλα
στα μάτια του ξαπλώνεται. Μα πάλι ψυχοπιάνει,
και του βοριά το δρόσισμα, π’ ολόγυρα φυσούσε,
τα στήθια του ζωντάνεβε τα βαριολιγωμένα.
Κι’ οι Δαναοί στον Έχτορα μπροστά και στο Σκοτώστη
μήτε τις πλάτες γύριζαν κατά τα μάβρα πλοία 700
μήτε αντιπολεμούσανε ποτές, μόν πάντα πίσω
κώλωναν μόλις ένιωσαν τον Άρη με τους Τρώες.
Τότες πιον πρώτο, πιον στερνό ο χαλκοφορεμένος
Άρης ξαρμάτωσε κι’ ο γιος του βασιλιά Πριάμου;
Τον Τέφτρα τον ισόθεο, τον αλογάρη Ορέστη, 705
τον Τρήχο τον κονταριστή, της Αιτωλιάς το θρέμμα,
τον Έλενο, του Βοίνοπα βλαστάρι, το Βοινόμα,
και τον Ορέσβη, που φασκιά φορούσε πλουμισμένη
κι’ είχε στην Ύλη πύργο, εκεί στους όχτους της Τοπάλιας,
δοσμένος στο θησάβρισμα, και δίπλα τα χωριά τους
είχαν κι’ οι άλλοι Βοιωτοί, στο πλούτος βουτημένα. 710
Μα σαν τους ένιωσε η θεά, η μαρμαρόκορφη Ήρα,
που λιάνιζαν τους Αχαιούς μες στη σκληρή τη μάχη,
γυρνάει και λέει της Αθηνάς διό φτερωμένα λόγια
«Ώχου μου, αμάλαγη θεά, του Δία θυγατέρα,
» τάμα λέω τάξαμε άδικο του βασιλιά Μενέλα, 715
» πως πριν μισέψει, πρώτα εδώ το κάστρο θα κουρσέψει,
» έτσι αν τον Άρη αφήκουμε τον έρμο να λυσσάζει.
» Μόν έλα ! ας μπούμε πια κι’ εμείς στη ζάλη του πολέμου.»
Είπε, κι’ αγρίκησε η θεά, η σεβαστή Παλλάδα.
Κι’ εκείνη πάει και συγυρνάει τα χρυσοστέφανα άτια, 720
η Ήρα η αρχιθέϊσσα, του Κρόνου η θυγατέρα.
Κι’ η Ήβα πέρασε γοργά στο σιδερένιο αξόνι,
απ’ τ’ αμαξού τις δυό μεριές, τους στρογγυλούς χαλκένιους,
τους οχτοδράχτινους τροχούς. Μαλαματένιο γύρο
έχουν αφτοί, πάντα άλιωτο, και χάλκινα από πάνου
στεφάνια, θάμα μοναχό, με τέχνη τεριασμένα· 725
κι’ είναι απ’ ασήμι και τα διό τριγύρω κεφαλάρια.
Και το κουτί είναι με χρυσά λουριά και μ’ ασημένια
δεμένο, και τριγυριστό από διπλά στεφάνια.
Και τ’ ασημένιο τούβαλε τιμόνι, και στην άκρη
του δένει απάνου το ζυγό, λαμπρό μαλαματένιο, 730
και τα κατάχρυσα περνάει πανώρια ζυγολούρια.
Κι’ έζεψε η Ήρα στο ζυγό τα γλήγορα άλογά της,
για πόλεμο ανυπόμονη και για σφαγή κι’ αντάρα.
Στου Δία ως τόσο η Αθήνα το γονικό παλάτι
χάμου αμολάει στο πάτωμα τ’ αφράτο φόρεμα της,
ξομπλιό σκουτί που κέντησε μονάχη μ’ επιστήμη, 735
και στα τσαπράζα βάζοντας του Συγνεφοσυνάχτη,
φορούσε τ’ άρματα να βγει στη δακροδότρα μάχη.
Πρώτα στους ώμους κρέμασε την κροσσωμένη ασπίδα,
φριχτή, που κύκλωθε παντού την τριγυρίζει ο Φόβος,
και μέσα η τόλμη, η Όχτρητα, και τ’ άχαρο Κυνήγι, 740
μέσα κι’ η κάρα του φριχτού τεράτου, της Γοργόνας,
άγριο κεφάλι σκιαχτερό και του Διός σημάδι.
Και στο κεφάλι φόρεσε το χρυσαφένιο κράνος,
πούχει σκαρί διπλόλαμο τετραστεφανωμένο
[ και μέσα ως εκατό χωράει πολιτειών πεζούρα].
Κι’ ανέβηκε στο φλογωτό τ’ αμάξι, και στα χέρια 745
άδραξε το βασταγερό βαρύ τρανό κοντάρι,
που σείνει το και παραλεί των μαχητών τους λόχους,
όσους η κόρη οχτρέβεται τ’ ανίκητου πατέρα.
Κι’ η Ήρα με το καμοτσί γοργά βαράει τα ζώα.
Και τ’ ουρανού αφτοθέλητη βροντάει κι’ ανοίγει η πύλη,
που τη φυλάνε οι Εποχές, που κι’ έχουν τη φροντίδα 750
του Έλυμπου και τ’ Ουρανού, κι’ αφτές απάνου βάζουν
το πυκνωμένο σύγνεφο για το τραβούνε πίσω·
μέσα από κει αστραπότρεχα τραβούσαν τ’ άλογά τους.
Και βρίσκουν χώρια απ’ τους λοιπούς θεούς το γιο του Κρόνου
πας στου μυριόκορφου βουνού την άκρη καθισμένο.
Εκεί τ’ αμάξι σταματάει η κρουσταλλόκορφη Ήρα, 755
κι’ έτσι αρωτάει τον πάμπρωτο θεό και συντυχαίνει
« Δία πατέρα, πώς λοιπόν! αφτές δε σε πειράζουν
» τ’ Άρη οι ασήκωτες δουλιές; Δες τί λογής Αργίτες
» και πόσους μου θανάτωσε, τρελά με δίχως τάξη.
» Στενάζω εγώ, μα ξέγνιαστη το διασκεδάζει η Κύπρη 760
» κι’ ο χρυσοδόξαρός σου ο γιος, π’ αμόλησαν αφτόνε,
» ένα άμιαλο που δεν ψηφάει την τάξη και το δίκιο.
» Δία πατέρα, τάχατες θα μου θυμώσεις, πες μου,
» τον Άρη αν διώξω μ’ άσκημο στυλιάρι όξω απ’ τη μάχη; »
Τότες ο μαβροσύγνεφος του Κρόνου γιος της είπε
« Ομπρός λοιπόν ! Αμόλα του τη νικοδότρα κόρη, 765
» π’ απ’ όλους πιο πολύ αγαπάει να τον βαριοπαιδέβει. »
Είπε κι’ αγρίκησε η θεά, η μαρμαρόκορφη Ήρα,
και τ’ άλογα της βάρεσε. Και πρόθυμα πετούσαν
τα ζώα ανάμεσα της Γης και τ’ Ουρανού με τ’ άστρα.
Κι’ όσο σκοπός, που κάθεται σε ξέφαντο και βλέπει 770
προς το κρασύ το πέλαγο, σκοτεινοξεχωρίζει,
τόσο πηδάνε των θεών τ’ αψηλοπίλαλα άτια.
Κι’ όταν στης Τριάς ζυγώσανε τ’ αστέρεφτα ποτάμια,
όπου το ρέμα ο Σκάμαντρος με του Σιμόη σμίγει,
εκεί τ’ αμάξι σταματάει η κρουσταλλόλαιμη Ήρα, 775
ξεζέβει τ’ άτια, και πυκνή τους χύνει γύρω ομίχλη.
Και χόρτο αμάραντο να φαν τους φύτρωσε ο Σιμόης.
Έπειτα οι διό τους, πεταχτές σαν του δρυμού τρυγόνες,
πηγαίνανε, ανυπόμονες τους Αχαιούς να σώσουν.
Μα τέλος πια σαν έφτασαν εκεί που καρτερούσαν 780
οι πιο πολλοί και δυνατοί, τριγύρο πυκνωμένοι
στον άξιο του Τυδέα γιο, παρόμιοι σα λιοντάρια,
ή σαν κάπρια άγρια π’ αχαμνή δεν είναι η δύναμη τους,
στάθηκε εκεί και χούγιαξε η κρουσταλλόκορφη Ήρα,
μιασμένη σαν το Στέντορα πούχε φωνή χαλκένια 785
και τόσο μόνος φώναζε σαν άλλους ως πενήντα
« Ντροπής, Αργίτες! Άνατροι, φανταχτεροί στα κάλλη !
» Τότες, σαν έβγαινε ο γοργός στον πόλεμο Αχιλέας,
» ποτές τους δεν ξεμύτιζαν όξω απ’ το κάστρο οι Τρώες,
» τί τ’ Αχιλέα τότρεμαν τ’ αβάσταχτο κοντάρι· 790
» τώρα απ’ τη χώρα πολεμάν αλάργα, εδώ στα πλοία !»
Έτσι είπε, και τους άναψε τη λύσσα και το πάθος.
Τότε ίσα τρέχει η Αθηνά στο βασιλιά Διομήδη,
και τόνε βρίσκει την πληγή, που του Παντάρου τ’ όπλο
τούχε ανοιγμένα, στ’ αμαξού το πλάϊ ναν τη δροσίζει· 795
τι κάτου απ’ το πλατύ λουρί της κουφωτής ασπίδας
τη σάρκα ο ίδρος τούτσουζε —εκεί τόνε πονούσε,
κι’ είταν το χέρι του βαρύ— κι’ απάνου σηκωμένο
κρατούσε τ’ ασπιδόλουρο και σφούγγιζε το αίμας.
Κι’ έπιασε εκείνη το ζυγό των διό του αλόγων κι’ είπε
« Ά λίγο ο γιος του τούμιασε που γέννησε ο Τυδέας! 800
» Ναί, εκείνος είταν μιά μπουκιά κορμί, μα παλικάρι.
» Κι’ ακόμα σα δεν άφινα εγώ να πολεμήσει
» και να σφαντάξει, τον καιρό που πήγε με μαντάτα
» στη Θήβα, έτσι ασυντρόφιαστος μες σε πολλούς Θηβαίους,
» παρά στον πύργο φρόνιμα να ξεφαντώνει τούπα, 805
» αφτός με την ατρόμητη καρδιά του, σαν και πρώτα,
» ν’ αντροκαλέσει τόλμησε τους πρώτους των Θηβαίων
» να βγουν στα χέρια, κι’ όλους τους τους νίκησε, έναν ένα. 807
» Μα εσένα εγώ σου στέκουμαι σιμά και σε προσέχω, 809
» και πρόθυμα να πολεμάς τους Τρώες σε γκαρδιώνω. 810
» Μα αν ίσως φόβος άκαρδος σ’ έχει παγώσει εσένα
» ή κόπος πολυσάλεφτος στα ήπατα σού μπήκε,
» τότες δεν είσαι θρέμμα εσύ του τολμηρού Τυδέα.»
Τότες γυρίζει κι’ απαντάει ο δυνατός Διομήδης
« Σ’ ένιωσα, αμάλαγη θεά, του Δία θυγατέρα, 815
» και λέφτερα θενά σ’ το πω, το λόγο δε θα κρύψω.
» Εμένα φόβος άκαρδος δε μ’ έπιασε και δείλια,
» παρά δικές σου συμβουλές έχω στο νου μου ακόμα.
» Δε μούπες να μην πολεμάω με τους θεούς τους άλλους
» έτσι ανοιχτά, μόν του Διός η κόρη, Αφροδίτη, 820
» αν έρθει, να τρυπήσω αφτή με το βαρύ κοντάρι ;
» Για αφτό ποδίζω τώρα εγώ, και τους λοιπούς Αργίτες
» τους πρόσταξα όλοι τους εδώ να μαζωχτούν σιμά μου,
» τι ξάνοιξα μες στους οχτρούς τον Άρη π’ αρχηγέβει.»
Τότες τ’ απάντησε η θεά, του Δία η θυγατέρα 825
« Διομήδη, του Τυδέα γιε, παιδί μου αγαπημένο,
» έννια σου αφτό ! Μη σκιάζεσαι τον Άρη, μη φοβάσαι
» θεό κανένα· τέτιο εδώ έχεις βοηθό σου, εμένα !
» Μόν έλα τρέχα τ’ άλογα ίσα στον Άρη πρώτο,
» και ζύγωσε και κάρφωσ’ τον, σέβας αφτός δε θέλει, 830
» τέτιος φριχτός διπρόσωπος τέτιος λυσσιάρης σκύλος,
» που πριν μας τόταξε ρητά, κι’ εμένα και της Ήρας
» νάναι βοηθός των Αχαιών, να πολεμάει τους Τρώες,
» και τώρα εκείνα τα ξεχνάει και τρέχει με τους Τρώες.»
Έτσι είπε, και το Στένελο τον πιάνει από το χέρι 835
και χάμου τον τραβάει· κι’ αφτός πηδάει αμέσως κάτου.
Κι’ αφτή στ’ αμάξι ανέβηκε του βασιλιά από δίπλα,
η θέϊσσα ανυπόμονη· κι’ ακούς βαριά να τρίξει
τ’ αξόνι της βελανιδιάς απ’ το μεγάλο βάρος,
τι σήκωσε δεινή θεά, παλικαρήσο κι’ άντρα.
Τότε η θεά το καμοτσί αρπάζει και τα γκέμια, 840
κι’ αμέσως χτύπησε τα ζα ίσα στον Άρη πρώτο.
Αφτός εκεί ξαρμάτωνε το γίγα τον Περίφα,
του Οχήσου γιο κι’ ολόπρωτο των Αιτωλών κοντάρι·
αφτόνε ο Άρης ξέγδυνε, και την περκεφαλαία
τ’ Άδη φοράει η θέϊσσα μην τύχει και τη νιώσει. 845
Μα το Διομήδη βλέποντας ο θνητοφάγος Άρης,
αφίνει εκεί κοιτάμενο το γίγαντα Περίφα
όπου τον πρωτοσκότωσε και τη ζωή τού πήρε,
κι’ έτρεξε εφτύς ολόϊσα στο θαρρετό Διομήδη.
Κι’ οι διό σα ζύγωσαν κοντά με τ’ άρματα στα χέρια, 850
πρώτος ο Άρης τίναξε το κοφτερό κοντάρι
ψηλά, έτσι απάνου απ’ το ζυγό και των ψαριών τα γκέμια,
τι του διψούσε τη ζωή· όμως του Δία η κόρη
το πήρε με το χέρι της και τόστειλε από πάνου
απ’ το κουτί, να πάει μακριά να πέσει στα χαμένα.
Δέφτερος του Τυδέα ο γιος τινάζει το κοντάρι, 855
κι’ η Αθηνά του τόμπηξε στου λαγγονιού την άκρη
οπούχε τη φασκιά ζωστή· εκεί τον πετυχαίνει
και τον τρυπάει, και τ’ όμορφο κορμί τού σακατέβει,
κι’ ύστερα πάλι όξω τραβάει το φράξινο κοντάρι.
Κι’ έσκουξε ο Άρης σαν εννιά ή σα χιλιάδες δέκα, 860
που σκούζουν όταν έρχουνται στα χέρια και χτυπιούνται.
Τρεμούλα πήρε και τα διό στρατέματα απ’ το φόβο·
τόσο ξεφώνισε ο θεός που φόνους δε χορταίνει.
Πώς σκοτεινή στα σύγνεφα σηκώνεται μαβρίλα
σαν πιάνει κακοφύσητος αγέρας με την κάψα, 865
τέτιος κοντά στα σύγνεφα κι’ ο Άρης στο Διομήδη
φαινότανε όταν στα φαρδιά πετούσε απάνου ουράνια.
Κι’ ήρθε σε λίγο στων θεών τον τόπο, στου Ελύμπου
τα κορφοβούνια, κι’ έκατσε με την καρδιά θλιμένη
σιμά στο Δία, κι’ έδειχνε π’ απ’ την πληγή του μέσα 870
ανάβρυζε αίμα αθάνατο, κι’ έτσι είπε με τα δάκρια
« Δία πατέρα, τα φριχτά καμώματα που βλέπεις, 872
» αφτά δε σε πειράζουνε ; Μ’ εσένα τάχουμε όλοι, 875
» τι πήγες τη σκαρτάδα αφτή και γέννησες στον κόσμο,
» ανάθεμά την! που κακό πάντα ζητάει να κάνει.
» Όλοι οι θεοί που βρίσκουνται στον ουρανό σ’ ακούνε,
» κι’ όλοι είμαστε αποταχτικοί· μονάχα αφτή δε θέλεις
» να περιορίσεις μιά σταλιά, μόν έτσι την αφίνεις, 880
» τι είναι δικό σου γέννημα το διαστρεμένο πλάσμα !
» Να τώρα του Τυδιά το γιο, τον άπιαστο Διομήδη,
» τον έχει χέρι σε θεούς βαλμένα να σηκώνει.
» Την Κύπρη πρώτα πλήγωσε από κοντά στο χέρι,
» όμως κατόπι σα στειχιό μου ρήχτηκε κι’ εμένα.
» Μόν τα γοργά με γλύτωσαν ποδάρια· αλλιώς, πιός ξέρει 885
» σαν πόσα χρόνια στων νεκρών τον τόπο θα βογκούσα,
» ή ζωντανός θ’ απόμενα χαλκοσακατεμένος.»
Τότες,τόν στραβοκοίταξε του Κρόνου ο γιος και τούπε
« Μην ήρθες, άστατο κορμί, κοντά μου και γκρινιάζεις !
» Άλλο θεό δε μάχουμαι εγώ καθώς εσένα, 890
» τι πάντα θες λογοκοπές, θες φόνους, θες πολέμους.
» Της μάννας σου, πούναι άπιαστη, πούναι στουρνάρι η γνώμη,
» της Ήρας, που κι’ ο λόγος μου με κόπο τη δαμάζει,
» απ’ τις ορμήνιες της θαρρώ αφτά πως τα παθαίνεις.
» Μα ας είναι τώρα, πιο πολύ να μου πονάς δε θέλω· 895
» παιδί μου σ’ έχω, η μάννα σου σε γέννησε μαζί μου.
» Μα αν είσουν άλλου γιος θεού σαν πούσαι διαστρεμένος,
» θάσουν καιρό στα τάρταρα πιο κάτου απ’ τους Τιτάνους.»
Έτσι είπε, και το Γιατρεφτή φωνάζει ναν τον γιάνει.
Και βάζοντας του ο Γιατρεφτής μαλαχτικά βοτάνια, 900
τον γιάτρεψε· τι δα θνητός δεν είτανε πλασμένος.
Πώς τ’ άσπρο γάλα κι’ άπηχτο γοργή η πυτιά το πήζει
και γύρω με το χτύπημα μαζέβει χέρι χέρι,
γλήγορα τόσο γιάτρεψαν τα θεϊκά βοτάνια.
Κι’ η Ήβα νιόπλυτα σκουτιά τον λούζει και του βάνει· 905
κι’ έτσι στο Δία κάθησε σιμά καμαρωμένος.
Εκείνες πάλε οι διό γυρνούν στα θεϊκά λημέρια,
η σώστρα η κόρη του Διός κι’ η κρουσταλλόκορφη Ήρα,
μιάς κι’ ο αχόρταγος θεός παράτησε τους φόνους.

Πηγές: el.wikisource.org

Επισκέψεις: 111