Δραματική Ποίηση

ΕΝΤΕΧΝΗ ΠΟΙΗΣΗ

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Το διθύραμβο τον χόρευαν στις διονυσιακές και βακχικές γιορτές με τη συνοδεία αυλού και κιθάρας. Ηταν μιά ωδή, Ενα χορικό ασμα. Αυτοί που μετείχαν στο χορό ήταν μεταμφιεσμένοι σε τραγόμορφους και τραγοπόδαρους σάτυρους. Από τον τράγο και την ωδή προέκυψε η καινούρια ονομασία: τραγωδία.

Δηλαδή, εκτός από το χορικό ασμα, μπήκε σιγά-σιγά και διάλογος κι έτσι διαμορφώθηκε ένα καινούριο είδος. Αργότερα ο διάλογος έπιανε το μεγαλύτερο μέρος, ενώ το χορικό άσμα, που παρεμβαλλόταγ, έπαιρνε λυρικό και φιλοσοφικό χαρακτήρα.

Οι πρώτες τραγωδίες αποτελούνταν από τρία δράματα, που είχαν μεταξύ τους σχέση και ενότητα. Γιατί ήταν αντλημένες από τον ίδιο μύθο. Τα τρία αυτά δράματα λέγονταν τριλογία (παράδειγμα η «Ορέστεια» του Αισχύλου, που αποτελείται από τον «Αγαμέμνονα», τις «Χοηφόρες» και τις «Ευμενίδες»). Συνήθως, όμως, μετά την τριλογία, έπαιζαν και μιά κωμωδία, γιά να καταπραΰνουν και να διασκεδάσουν το θεατή από τη συγκλονιστική συγκίνηση που είχε υποστεί. (Π.χ. μαζί με την τριλογία του Αισχύλου παιζόταν και το σατυρικό δράμα «Πρωτεύς»). Ετσι μαζί με την κωμωδία είχαμε τότε τη λεγόμενη τετραλογία.

Απ’ όλα τα είδη του ποιητικου λόγου, που δημιούργησε η ελληνική αρχαιότητα, το συνθετότερο και τελειότερο είναι η τραγωδία. Σε αυτή έχουν ενοποιηθεί σε αρμονική ενότητα ο ποιητικός λόγος, η μουσική και η όρχηση (χορός). Ισαμε σήμερα παραμένει ως απαράμιλλο και ανεπανάληπτο πνευματικό δημιούργημα η ελληνική τραγωδία και αυτή αποτέλεσε τη βάση και το αρχικό πρότυπο του νεώτερου ευρωπαϊκού δράματος. Την ψυχή της τραγωδίας, κατά τον Αριστοτέλη, την αποτελεί ο μύθος, γύρω από τον οποίο ο ποιητής με το Λόγο του δημιουργεί τη σύνθεση των πραγμάτων, την πλοκή των περιστατικών που με τα πάθη και τις περιπέτειες του ήρωα η των ηρώων του μύθου θα παραχθεί η τραγική συγκίνηση.

0 Αριστοτέλης στην «Ποιητική» του μας έδωσε και τον πολυθρύλητο ορισμό της τραγωδίας : «Εστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω, χωρίς εκάστου των ειδών εν τοις μορίοις δρώντων και ουδι’ απαγγελίας, δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».

[Είναι λοιπόν η τραγωδία μίμηση πράξης σπουδαίας και τέλειας, η οποία έχει (αρκετό) μέγεθος, (γενόμενη) με λόγο που παρέχει ευχαρίστηση, του οποίου (λόγου) κάθε ιδιαίτερο είδος έχει χρησιμοποιηθεί σε ένα ξεχωριστό τμήμα της τραγωδίας και που εκτελείται με δράση (των προσώπων) και όχι με απαγγελία, κι έτσι πετυχαίνει με τον έλεο (οίκτο) και το φόβο (που διεγείρει στην ψυχή των θεατών) την κάθαρση των τέτοιων (δηλ. ελεεινών και φοβερών) παθημάτων].

Η λέξη «κάθαρση» αποτέλεσε θέμα ατέλειωτων συζητήσεων μεταξύ των φιλολόγων όλου του κόσμου και συνεχίζεται και σήμερα.

Η τραγωδία λοιπόν αναπαρασταίνει έμμετρα, με στίχους, ανθρώπινα παθήματα και πράξεις τέτοιες (όπως είπε ο Αριστοτέλης), που να προκαλούν τον φόβον και τον έλεον (οίκτο). Ο θεατής ξεχνάει τον εαυτό του και ζεί το δράμα της σκηνής σαν πραγματικό, βουλιάζοντας σε όλη την κλίμακα των παθών και των συναισθημάτων, βαφτίζοντας την ψυχή του σε μιά γόνιμη έξαρση και υψώνοντας το πνεύμα του σε υψηλές σφαίρες.

Σημαντικότεροι από τους αρχαίους τραγικούς ποιητές ήταν ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης.

Στoν πρώτο οι δραματικές συγκρούσεις δημιουργούνται μεταξύ Θεών ή ημιθέων. Στον δεύτερο μεταξύ Θεών και ανθρώπων. Στον τρίτο μεταξύ ανθρώπων. Καί καθώς αναφέρει ο Αριστοτέλης στην «Ποιητική» του: «… Ο Σοφοκλής παρασταίνει τους ανθρώπους όπως πρέπει να είναι’ ο Ευριπίδης όπως είναι »… Με τον Ευριπίδη δηλαδή το δράμα έγινε γήινο, ανθρώπινο, κοντινό μας.

Από τη μορφή αυτή προέκυψε το σύγχρονο δράμα, γραμμένο πλέον σε πεζό λόγο. Δράματα σε στίχους έχομε κατά τον περασμένο αιώνα, από ποιητές της καθαρεύουσας. Επίσης στη συγχρονη εποχή τέτοια δράματα έγραψαν ο Καζαντζάκης και ο Σικελιανός. Τα δράματα αυτά είναι γραμμένα σε στίχους και συγκροτημένα κατά το πρότυπο της αρχαίας τραγωδίας. Είναι δηλαδή είδη, που μπορούμε να πούμε οτι ανήκουν στη δραματική ποίηση. Ενώ τα δράματα σε πεζό ανήκουν στο σύγχρονο θέατρο και έχουν άλλη τεχνική και άλλη συγκρότηση.

 

ΤΑ ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΙΔΗ
Oπως η τραγωδία, έτσι και το σύγχρονο δράμα αποτελεί αναπαράσταση πράξεων η πράξης, πλαστής η αληθινής, ιστορικής η φανταστικής, που τη βλέπομε κατά την ώρα που διαδραματίζεται. Ολα τα επεισόδια που αποτελούν την υπόθεση έχουν μεταξύ τους αλληλουχία, συνοχή και ενότητα, και τείνουν στον ίδιο σκοπό: να αιχμαλωτίσουν το θεατή, ώστε να παρακολουθεί με αγωνία και να συμμετέχει στα παθήματα και στη μοίρα του ηρωα ή της ηρωΐδας.

Τα επεισόδια πρέπει, επίσης, όχι μόνο να προκαλούν το ενδιαφέρον, αλλά και να προχωρούν κορυφούμενα, φτάνοντας στο μεγάλο πάθος, στη μοιραία σύγκρουση, στην υπέρτατη ένταση, ύστερα από την οποία αρχίζει η «λύση», το τέλος δηλ. του μύθου.

Στο θεατρικό έργο ο ήρωας ή η ηρωίδα λέγονται πρωταγωνιστής και πρωταγωνίστρια. Τα πρόσωπα που υποδύονται δευτερεύοντες ρόλους λέγονται ρολίστες. Τα πρόσωπα που εμφανίζονται στη σκηνή, αλλά δεν μιλούν, λέγονται βουβά ή διακοσμητικά (κομπάρσοι).

Στις τραγωδίες, παράλληλα με την ικανοποίηση της περιέργειας του θεατή, υπήρχε ακόμα και η ικανοποίηση του πνεύματος. Υπήρχε αισθητική απόλαυση. Γιατί, τα ποιητικά λόγια του τραγωδού, ήταν γεμάτα υψηλά νοήματα.

Στο σύγχρονο θέατρο τα λόγια (διάλογος) είναι κοινά, καθημερινά, συνηθισμένα. Την αξία που είχε γιά τους αρχαίους ο λόγος, την έχει γιά το σύγχρονο θέατρο η δράση, (όπως γιά τον κινηματογράφο την έχει η κίνηση). Η δράση αυτή πρέπει να ξετυλίγεται σε ορισμένο τόπο και σε ορισμένο χρόνο (χωρίς να μεσολαβούν μετατοπίσεις χρονικές και αλλαγές τοπικές). Αυτό λέγεται ενότητα τόπου και χρόνου. Είναι ένας κανόνας που κρατάει από τους αρχαίους, αλλά που δεν εφαρμόζεται πάντοτε.

Τα μέρη στα οποία διαιρείται το δράμα λέγονται πράξεις. Καί είναι συνήθως, σε κάθε έργο, τρείς. Φτάνουν όμως και ως πέντε. Κάθε πράξη διαιρείται σε σκηνές. Η σκηνή είναι μικρό επεισόδιο με ορισμένα πρόσωπα. Οταν φεύγει ή όταν μπαίνει ένα καινούριο πρόσωπο, έχομε νέα σκηνή. Στα έργα που δεν εφαρμόζεται η ενότητα τόπου και χρόνου, αντί γιά πράξεις έχομε εικόνες, δηλ. μικρότερες πράξεις αυτοτελείς. Από εικόνα σε εικόνα δεν μεσολαβεί διάλειμμα (όπως ανάμεσα στις πράξεις), αλλά, η πλατεία μένει γιά λίγες στιγμές στο μισοσκόταδο, ώσπου ν’ αλλάξει η σκηνογραφία.

Οπως από την τραγωδία προήλθε το σύγχρονο δράμα, έτσι από το σατυρικό δράμα των αρχαίων (κωμωδίες του Αριστοφάνη και του Μενάνδρου) προέκυψε η σύγχρονη κωμωδία. Η κωμωδία μας δείχνει τα παθήματα των κοινών ανθρώπων από την αστεία η τη γελοία πλευρά. Καί δημιουργεί καταστάσεις που μας κάνουν να γελούμε. Μας διασκεδάζει αλλά ταυτόχρονα και μας διδάσκει.

Στη σύγχρονη ορολογία υπάρχει και η κομεντί. Είναι γαλλική λέξη και θα πει κωμωδία. Οταν όμως στα ελληνικά λέμε κομεντί, εννοούμε ένα άλλο είδος μικτό. Δράμα που έχει πολύ κωμικό στοιχείο ή κωμωδία που έχει στιγμές – στιγμές δραματική συγκίνηση.

Μουσικό δράμα η όπερα. Είναι δράμα σε στίχους, με μουσική επένδυση από μεγάλους και γνωστούς μουσουργούς, όπου οι πρωταγωνιστές τραγουδούν τους ρόλους τους. Είναι ξενικό είδος (ιταλικό κυρίως) και ανήκει περισσότερο στη μουσική, παρά στο θέατρο. Οταν η υπόθεση της όπερας είναι θρησκευτική, τότε το μουσικό δράμα λέγεται ορατόριo. Οταν είναι κωμωδία, τότε λέγεται οπερέτα.

Τέλος υπάρχει ένα ακόμα θεατρικό είδος, που ανήκει στο θέατρο και την ποίηση μαζί, το λεγόμενο «μυστήριον». Το «μυστήριον» προήλθε από το λειτουργικό δράμα. Η εκκλησία θέλωντας να ξεκόψει τους χριστιανούς από το αρχαίο ελληνικό δράμα, που συνδεόταν με την ειδωλολατρεία, καθιέρωσε δικό της θεατρικό είδος, το λειτουργικό δράμα, με υπόθεση αναφερόμενη στη Γέννηση ή στα Πάθη του Χριστού. Στην αρχή ήταν σαν ένα είδος λειτουργίας στο ύπαιθρο. Σιγά-σιγά μπήκαν θρησκευτικά άσματα. Υστερα το είδος συμπληρώθηκε με διάλογο και δραματικές σκηνές, ώστε να πλησιάσει περισσότερο στη μορφή του δράματος. Το πρωτο αξιόλογο τέτοιο δράμα είναι «ο Χριστός Πάσχων» (5ος μ.Χ. αιώνας). Τα έργα αυτά παίζονταν στους αυλόγυρους των ναών.

Ανάλογα τέτοια εργα παίζονταν και στη Δυτική εκκλησία. Στην αρχή ήταν γραμμένα λατινικά, αλλ’ επειδή ο κόσμος δεν τα καταλάβαινε, άρχισαν να γράφονται στις σύγχρονες γλωσσες.

Με τον καιρό τα έργα αυτά καθιερώθηκε να γράφονται σε στίχους και να παίρνουν τα θέματά τους όχι μόνο από τη ζωή του Χριστού, αλλά και από την «Παλαιά Διαθήκη». Ενα από τα θαυμασιότερα «μυστήρια» είναι «Η θυσία του Αβραάμ», γραμμένο στην Κρήτη ανάμεσα στα 1586 και 1635. Ως συγγραφέας του θεωρείται ο ποιητής του «Ερωτόκριτου» Βιτζέντζος ή Βικέντιος Κορνάρος.

Από κείμενα του Θ.Ροδάνθη

Επισκέψεις: 302