Δημοτική Ποίηση

ΔΗΜΟTΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Οσες φορές επιχειρήθηκαν δημοψηφίσματα γιά το ποιός είναι ο καλύτερος ποιητής, η νίκη έστεψε το λαό στο σύνολό του: τον ποιητή των δημοτικών μας τραγουδιών.

Βέβαια, στην αρχική σύνθεση ενός τραγουδιού, ο ποιητής είναι ένας. Ενας άγνωστος και ανώνυμος, βουνίσιος η θαλασσινός, συνήθως αγράμματος, προικισμένος όμως με το έμφυτο χάρισμα της στιχοποιΐας. Ο εμπνευστής αυτός, του καινούριου τραγουδιού, οσο κι αν βάζει προσωπικό αίσθημα, στηρίζεται σε άλλα τραγούδια, που προηγήθηκαν, αρχίζοντας με ένα γνωστό δημοτικό στίχο η παραλλάζοντας γνωστούς στίχους, γιά να τους φέρει στο θέμα του.

Αλλά και πάλι η προσφορά του δεν του ανήκει. Αν στο τραγούδι του υπάρχουν στοιχεία, που να απηχούν τη γενική συγκίνηση και να ανταποκρίνονται, στο γενικό αίσθημα, το δημιούργημά του θα κάνει φτερά. Θα περάσει σε άλλο στόμα, ύστερα σε άλλο. Από το ένα χωριό, στο γειτονικό χωριό. Από μιά περιφέρεια στην άλλη. Καθένας θα προσθέτει, θα αφαιρεί, θα διορθώνει. Ο αρχικός ποιητής θα έχει λησμονηθεί. Οι ενδιάμεσοι ποιητές θα είναι κι αυτοί άγνωστοι. Το τραγούδι, ολοκληρωμένο, κατεργασμένο, οριστικό, θα είναι δημιούργημα όλου του λαού και θα εκφράζει τα αισθήματα όλων.

Καμιά φορά, από τόπο σε τόπο, το ίδιο τραγούδι παρουσιάζει μερικές διαφορές σε ορισμένους στίχους η σε ορισμένες λέξεις. Λέμε τότε οτι έχομε παραλλαγές του τραγουδιού αυτού. Η παραλλαγή δεν πρέπει να συγχέεται με την παραλογή, γιά την οποία θα μιλήσουμε παρακάτω.

Είναι καταπληκτική η τεχνική τελειότητα την οποία παρουσιάζουν τα δημοτικά μας τραγούδια. Δεν υπάρχει πουθενά χασμωδία, πουθενά κενό. Ο στίχος είναι μουσικότατος, καθαρός, σαφής. Η πυκνότητα της περιγραφής του θυμίζει Ομηρο’ μπορεί με ένα στίχο μόνο, να σου δώσει την εικόνα μιας μάχης. Κι όπως στον Ομηρο, οι παρομοιώσεις του είναι κι εδώ παρμένες από τη φύση. Κάθε στίχος τελειώνει με ένα πλήρες νόημα. Το δρασκέλισμα του νοήματος στον επόμενο στίχο είναι άγνωστο. Πολύ συχνά, επίσης έχει διάλογο, που δίνει στο ποίημα ενάργεια, παραστατικότητα και δραματικότητα. Πολύ συχνά μιλούν τα πουλιά, τα βουνά κλπ., γιά να δοθεί εντονότερα ο θαυμασμός μπροστά στο ιστορούμενο περιστατικό.

Συνηθισμένος στίχος του δημοτικού τραγουδιού είναι ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, που έχει πάντοτε σταθερή τομή, ύστερα από την όγδοη συλλαβή. Μικρότερους στίχους (εντεκασύλλαβους, οχτασύλλαβους) μπορούμε να βρούμε στα παιδικά και στα εργατικά τραγούδια.

Οσο θαυμασμό μας προκαλεί η τεχνική κατεργασία του δημοτικού στίχου, άλλο τόσο μας θέλγει η ποιότητα του περιεχομένου. Καθώς το τραγούδι αποτελεί έκφραση όλου του λαού, τα αισθήματα που περιέχει εκφράζουν τον γενικό χαρακτήρα του έθνους. Είναι δηλ. το δημοτικό μας τραγούδι το κάτοπτρο της εθνικής ψυχής. Η δε σύγκριση των δημοτικών μας τραγουδιών με τα όμοια τραγούδια άλλων λαών, μας κάνει ιδιαίτερα υπερήφανους. Γιατί, τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια, περιέχουν ψυχική ευγένεια, ανωτερότητα, πνευματική ωριμότητα. Μας δείχνουν τη λεβεντιά του λαού σε δύσκολες και χαρούμενες ώρες, τη λεπτότητά του στις αισθηματικές περιπτώσεις, τη βαθιά πίστη του, την έμφυτη φιλοπατρία του, την εξαίρετη φαντασία του, το δημιουργικό πάθος του. Καθώς μάλιστα ο λαός μας είναι ευσυγκίνητος στο εθνικό του φιλότιμο, και εκδηλώνεται αυθόρμητα με το τραγούδι, σε κάθε σημαντική περίσταση, μπορούμε μέσ’ από τα τραγούδια του να δούμε και τη γραμμή της εθνικής ιστορίας του.

Δεν είναι παράξενο, ύστερα απ’ αυτό, γιατί τόσοι ξένοι τα μελέτησαν, τα αγάπησαν και τα μετάφρασαν. Στους μεγάλους θαυμαστές του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού (Φωριέλ κ.ά.) περιλαβαίνεται και ο ίδιος ο Γκαίτε, ο οποίος μετάφρασε κάμποσα από τα καλύτερα δημοτικά μας τραγούδια.

Yπολογίζεται οτι τα δημοτικά μας τραγούδια ανέρχονται περίπου σε είκοσι πέντε χιλιάδες. Μαζί με το στίχο, ο ποιητής βάζει συνήθως και μελωδία. Γιατί δεν είναι τραγούδια που γράφονται γιά να διαβάζονται, αλλά να τραγουδιούνται και να χορεύονται, καθένα σε ορισμένη περίσταση.

Το τραγούδι προέρχεται ετυμολογικά από την τραγωδία και το τραγώδιον, τραγούδι. Εχει δηλαδή τις ρίζες του πολύ βαθιά, στην αρχαία Ελλάδα, όπου επίσης υπήρχαν δημοτικά τραγούδια. Τέτοια ήταν τα χελιδονίσματα, που τα τραγουδούσαν τα παιδιά, γιά να γιορτάσουν τον ερχομό της άνοιξης.

Αν θέλαμε να κατατάξουμε τα δημοτικά μας τραγούδια, θα μπορούσαμε να τα χωρίσουμε στις ίδιες κατηγορίες, που χωρίζονται και τα ποιήματα της έντεχνης ποίησης:
α) επικά (π.χ. τα Ακριτικά τραγούδια)
β) λυρικά (π.χ. της αγάπης και του χορού) και
γ) δραματικά (π.χ. οι παραλογές).
Μερικά τραγούδια κλείνουν τόσο δραματικό στοιχείο, ώστε διασκευάστηκαν και σε δράματα, όπως το τραγούδι «Του νεκρού αδερφού», που διασκευάστηκε γιά το θέατρο από τον Ζαχαρία Παπαντωνίου.

Γενικά όμως είναι προτιμότερη η κατάταξη σε δυό μεγάλες ενότητες: στα διηγηματικά άσματα και στα λυρικά τραγούδια.

ΔΙΗΓΗΜΑΤΙΚΑ ΑΣΜΑΤΑ
Είναι τραγούδια που διηγούνται μιά ιστορία, επική, δραματική, ερωτική, κλπ. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται:

1. Τα ακριτικά. Διηγούνται τις περιπέτειες και τους άθλους του Διγενή Ακρίτα και των ακριτών εναντίον των Απελατών και των Σαρακηνών. Ακρίτες ήταν οι φρουροί, που φύλαγαν τα εκτεταμένα σύνορα του Βυζαντίου. Ο Διγενής Ακρίτας είναι ο ιδεώδης αρχηγός, δυνατός σαν τον Ηρακλή, νεαρός σαν τον Αχιλλέα και ένδοξος σαν τον Μέγα Αλέξανδρο. ‘Η πάλη του Διγενή προς τους εχθρούς, συμβολίζει την αέναη πάλη του ελληνικού έθνους γιά να επιβιώσει. Τα περιστατικά και τα ονόματα που αναφέρονται στα ακριτικά τραγούδια, εικάζεται οτι ανάγονται στον δέκατο μ.χ. αιώνα. Είναι βυζαντινά δημοτικά τραγούδια, στα οποία όμως κυριαρχεί το δημοτικό χρώμα. Η διάδοσή τους είναι καταπληκτική και ευρύτατη σε όλες τις ελληνικές χώρες, από τον Πόντο και την Κύπρο, ως τη Μακεδονία και τα Ιόνια νησιά. Τα ακριτικά τραγούδια ανήκουν στο έπος, αλλά έπος μικρής έκτασης, δηλ. «επύλλιον».

2. Οι παραλογές. Λέγονται και περιλοές, παρακαταλογές, καταλόγια. Είναι το είδος που αντιστοιχεί πρός την μπαλάντα της έντεχνης ποίησης. Μας διηγείται σε τόνο επικό η δραματικό (άνάλογα με το θέμα) μιά ιστορία, αληθινή η πλαστή. Στις παραλογές ανήκουν το τραγούδι, «Τού νεκρού αδερφού», «του γιοφυριού της Αρτας», «του Μαυριανού και της αδερφής του», κλπ. ή αναφέρεται σε θρύλους, παραδόσεις και μυθικές ίστορίες. Το «Τραγούδι του Mενoύση» είναι ολόκληρο δράμα μέσα σε λίγους στίχους. Τις παραλογές, σε παλιούς καιρούς, τις τραγουδούσαν στους δρόμους, τυφλοί συνήθως τραγουδιστές, με τη συνοδεία φλογέρας.

3. Οι ριμάτες. Είναι κι αυτές διηγηματικά τραγούδια, σαν τις παραλογές. Αλλά έχουν ομοιοκαταληξία (ρίμα), η οποία μάλιστα πηγαίνει ανά δυό στίχους. Είναι δηλαδή η ριμάτα σαν άθροισμα ομοιοκατάληκτων διστίχων. Το είδος αυτό χρησιμοποιήθηκε στη μεταβυζαντίνή περίοδο και από την έντεχνη ποίηση. Αλλά, και στη δημοτική ποίηση δεν πήρε μεγάλη διάδοση. Δεν δουλεύτηκε από στόμα σε στόμα. Δεν πλουτίστηκε γλωσσικά και συναισθηματικά. Ο αρχικός κατασκευαστής της ριμάτας έμεινε μόνος του, συχνά μάλιστα αναφέρει και τ’ όνομά του.

Τις ριμάτες τις έγραφαν αυτοσχέδιοι ποιητές με στιχουργική διάθεση, γιά να διηγηθούν ένα προσωπικό τους πάθημα η να διασώσουν ένα τοπικό γεγονός (π.χ. οτι λεηλάτησαν πειρατές τον τόπο τους). Υπάρχουν στις ριμάτες πολλή φλυαρία, πολλές συμβουλές, πολλά παραγεμίσματα. Κάποτε οί πληροφορίες που διασώζουν, μπορεί να έχουν ιστορική σημασία. Η ποιητική όμως αξία είναι περιορισμένη η ανύπαρκτη. Πρέπει με επιφύλαξη να περιλαβαίνομε αυτά τα τραγούδια στα δημοτικά.

ΛΥΡΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
Με τα λυρικά τραγούδια ο λαός εκφράζει τα ποικίλα συναισθήματά του. Ανήκουν σε τόσες υποδιαιρέσεις, όσες και η προσωπική λυρική ποίηση (θρησκευτικά, ερωτικά, γνωμικά κλπ.). Η κατάταξη ομως είναι ευχερέστερη ανάλογα με το σκοπό στον οποίο αποβλέπουν. Ετσι, έχομε: λυρικά τραγούδια:

1. Ιστορικά. Αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα, αλώσεις, πολιορκίες, μάχες, σφαγές, ήρωες. Απ’ αυτά άλλα είναι εγκωμιαστικά, γιατί υμνούν νίκες κλπ., κι άλλα θρηνητικά, γιατί κλαίνε σφαγές, εκπορθήσεις, λεηλασίες, καταστροφές και συμφορές.

Από τη δεύτερη αυτή κατηγορία, όσα αναφέρονται σε καπετανέους κλπ. γνωστά πρόσωπα, μοιάζουν με τα μοιρολόγια. Οσα αναφέρονται σε πτώσεις πόλεων και κάστρων λέγονται θρήνοι. Θρήνους έγραψαν πολλούς και οι προσωπικοί ποιητές. Οι θρήνοι γιά την «Αλωση της Πόλης» είναι οι περισσότεροι και οι θαυμασιότεροι. Υπάρχει όμως και θρήνος δημοτικός πολύ παλιότερος, «Το κούρσος της Αντριανόπολης», γραμμένος στα 1361. Τέτοια ιστορικά τραγούδια γράφονται ως τις μέρες μας, όπως γιά τον τελευταίο πόλεμο (βλ. Ανθολογία Περάνθη, Γ τόμος, Δημοτικό τραγούδι).

2. Κλέφτικα. Αναφέρονται στη ζωή των κλεφτών και των αρματολών, γενικά όμως και απρόσωπα, και μας διασώζουν πολύτιμα στοιχεία γιά τον ιστορικό βίο της νεώτερης Ελλάδας, κατά την Τουρκοκρατία και την Επανάσταση. Το είδος αυτών των τραγουδιών άνθισε από το τέλος του 16ου αιώνα και ύστερα.

3. Ερωτική ή της αγάπης. Υπάρχουν άφθονα σε μεγάλη ποικιλία και διακρίνονται γιά τη θέρμη της φαντασίας τους, τη λεπτότητα των αισθημάτων τους, την ειλικρίνεια και την αφέλειά τους.

4. Της ξενιτιάς. Ο ξενιτεμός των φτωχών ορεσίβιων, είτε στις πόλεις όπου θα μπορούσαν να βρούν δουλειά, είτε στα βόρεια Βαλκάνια, και την Πόλη, κυρίως όμως πέρα από τον Ατλαντικό, στην Αμερική, αποτέλεσε το θέμα ολόκληρου κύκλου τραγουδιών της ξενιτιάς, που είναι από τα καλύτερα της δημοτικής ποίησης, εφάμιλλα προς τα μοιρολόγια. Ο ξενιτεμένος έφευγε γιά να «καζαντήσει», να πλουτίσει, στα ξένα, και πάλι να επιστρέψει στον γενέθλιο τόπο του. Η περιπλάνηση αυτή έγινε γιά τον Ελληνα ανάγκη και φυσική συνήθεια. Πριν φύγει, παντρευόταν. Στο χωριό έμενε μιά σύζυγος δυό-τριών ημερών, ολομόναχη, περιμένοντας παιδί, υποχρεωμένη να το αναστήσει και αναγκασμένη να περιμένει τον καλό της χρόνια και χρόνια ώσπου να «πιαστεί» και να επιστρέψει, υποφέροντας από τη νοσταλγία γιά τον τόπο του και από τις κάθε είδους δυσκολίες, που συνεπαγόταν η ξενιτιά. Η έλλειψη εύκολης επικοινωνίας, ακόμα και αλληλογραφίας, έκανε πιό δραματική την κατάσταση, την οποία η λαϊκή μούσα περιέγραψε με τα ζωηρότερα χρώματα.

5. Μοιρολόγια. Ο σπαραγμός γιά το χαμό των αγαπημένων προσώπων βρήκε στα δημοτικά μοιρολόγια την ιδεώδη του ποιητική έκφραση. Ο πόνος, το άλγος, η θλίψη, η οδύνη, ντύθηκαν τις ποιητικότερες εκφράσεις, μέσα στις οποίες σπαράζει όλη η γυναικεία συναισθηματικότητα. Γιατί τα μοιρολόγια είναι κατά κανόνα δημιουργήματα των γυναικών. Από τα καλύτερα ελληνικά μοιρολόγια θεωρούνται της Μάνης.

6. Γαμήλια ή νυφιάτικα. Είναι τα τραγούδια που σχετίζονται με το γάμο, αναφέρονται στη νύφη ή στο γαμπρό και τραγουδιούνται κατά τις διάφορες φάσεις, από τον αρραβώνα ως την τέλεση του γάμου, σύμφωνα με τις διάφορες γιορτές και τελετές που επιβάλλουν τα λαϊκά έθιμα. Περιλαβαίνουν εγκώμια γιά τους μελλόνυμφους, έμμεσες υποδείξεις γιά τα καθήκοντά τους, συμβολισμούς διάφορους. Ο αποχωρισμός των νεόνυμφων από τις πατρικές τους οικογένειες ποτίζει τα τραγούδια αυτά, που γενικά διακρίνονται γιά το μεγαλείο και το πάθος τους, με κάποια δόση πίκρας και παράπονου.

7. Νανουρίσματα η ναναρίσματα η ταχταρίσματα. Είναι τα τραγούδια με τα οποία αποκοιμίζουν τα μωρά στην κούνια τους ή τα χορεύουν στην αγκαλιά. Είναι πανάρχαια τραγούδια, από την κλασική εποχή. Ο Πλάτων μας λέει, πως οι μητέρες, όταν ήθελαν «κατακοιμίζειν» τα μωρά τους, τα κουνούσαν «εν ταις αγκάλαις αεί σείουσαι». Και όχι σιωπηλά, αλλά τραγουδώντας «μελωδίαν τινά». Το ίδιο κάνουν από τότε όλες οι μητέρες. Είναι τραγούδια δημιουργημένα κι αυτά από γυναίκες και ποτισμένα με όλη τη γυναικεία τρυφερότητα και τη γλύκα της μητρικης στοργής.

8. Θρησκευτικά. Ονομάζονται, γενικά, έτσι, γιατί το περιεχόμενό τους είναι θρησκευτικό. Λέγονται επίσης εορταστικά, γιατί καθένα συνδέεται και με κάποια γιορτή της χριστιανοσύνης: Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, των Φώτων, του Λαζάρου, της Μεγάλης Παρασκευής κλπ. Επειδή τα τραγούδια αυτά ψάλλονται από ομίλους παιδιών, που γυρνούν από πόρτα σε πόρτα, λέγονται και παιδικά.

Τα παιδιά, γιά τον κόπο τους η γιά το γούρι που φέρνουν στα σπίτια, εισπράττουν φιλοδωρήματα, είτε σε χρήμα, είτε σε είδη (αύγά, ξηροί καρποί κλπ.). Γιά να έχουν εξασφαλισμένο γενναίο φιλοδώρημα, συνοδεύουν τα τραγούδια τους και με ειδικές ευχές, ανάλογα με την περίσταση και το πρόσωπο. Π.χ. γιά τον ξενιτεμένο γιό κλπ. Τα συμπληρωματικά αυτά ευχολόγια λέγονται καλημερίσματα.

9. Εργατικά. Υπάρχουν πολλές δουλειές που στηρίζονται στην κίνηση. Π.χ. το κουπί, ο τρύγος, ο αργαλειός κλπ. Τα εργατικά τραγούδια σχετίζονται, σαν θέμα με κάποιο επάγγελμα. Κυρίως όμως ενδιαφέρει ο ρυθμός τους. Είναι τέτοιος που να συμφωνεί με τις ανάλογες κινήσεις του εργαζόμενου. Ετσι υπάρχει πάντα σωστά ρυθμισμένη κίνηση, αποφυγή της άσκοπης σπατάλης μυϊκής δύναμης και ταυτόχρονα ευχάριστη ψυχική διάθεση. Τέτοια τραγούδια υπάρχουν: θερισtικά, αλωνιστικά, υφαντικά, μυλικά, ερετικά (κωπηλατικά) κ.ά.

10. Δίστιχα. Λέγονται έτσι γιατί αποτελούνται από δυό στίχους, οι οποίοι ομοιοκαταληκτούν μεταξύ τους. Λέγονται επίσης γνωμικά, γιατί εκφράζουν επιγραμματικά γνώμες και λαϊκές αντιλήψεις απάνω σε ποικίλα θέματα και ζητήματα.

Πολλές παροιμίες είναι διατυπωμένες σε μορφή δίστιχου. Μυριάδες αλλα δίστιχα αναφέρονται στον έρωτα, στο φιλί, στα μάτια κλπ., ή εκφράζουν πόθους, παράπονα, πείσματα και καημούς. Στην Κρήτη τα δίστιχα λέγονται μαντινάδες. Πολύ ευδοκιμούν επίσης στην Ηπειρο και τη Νάξο. Λέγονται ακόμα και λιανοτράγουδα η στιχοπλάκια.

11. Κοινωνικά. Είναι τα τραγούδια που καλλιεργούν το πνεύμα της συνεργασίας και αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων. Το κοινωνικό συναίσθημα κατέχει μιά σοβαρή θέση στην ψυχή του ατόμου. Με κοινωνικό περιεχόμενο γράφτηκαν πολλά ποιήματα, που εκφράζουν την πικρία και τον πόνο γιά την ανθρώπινη δυστυχία και την κοινωνική αδικία. Αλλα από αυτά είναι ήπια και άλλα έντονα επαναστατικά.

12. Καλλιτεχνικά. Τέτοια είναι τα ποιήματα, που δεν αναφέρονται σε κάτι συγκεκριμένο, αλλά αποτελούν ενα κρυφομίλημα του ποιητή με την ίδια την ψυχή του και με την τέχνη του. Τα διαποτίζει μιά ακαθόριστη αισθητική συγκίνηση προς την ιδεατή ομορφιά (έξω τόπου και χρόνου), προς την ιδέα του καλού, του ωραίου και του αληθινού. Με τα ποιήματά του αυτά ο ποιητής μιλεί γιά την τέχνη του, τους στίχους του, τις μουσικές νότες της ψυχής του (συμβολισμός).

13. Παθητικά. Είναι τα λυρικά ποιήματα, που είναι γεμάτα πόνο, παράπονο, απελπισία και μελαγχολία. Τα διαποτίζει ο πεσιμισμός δηλ. η άκρα απαισιοδοξία. Χαρακτηριστικός αντιπρόσωπος της ποίησης αυτής στα νεώτερα χρόνια υπήρξε ο Κ.Καρυωτάκης. Σε όλα σχεδόν τα ποιήματά του κυριαρχεί η απαισιοδοξία γιά τη ζωή και την ανθρώπινη τύχη. Και άλλοι όμως ποιητές (Παλαμάς, Πορφύρας, Μαβίλης, Βασιλειάδης, κ.ά.) τραγούδησαν με πάθος τον ανθρώπινο πόνο.

14. Παρακλητικά – Εγκωμιαστικά. Στα παρακλητικά ο ποιητής μιλεί με όλα τα γύρω του έμψυχα και άψυχα πράγματα, τα εγκόσμια και τα υπερκόσμια και τα παρακαλεί γιά κάποιο σκοπό. Μιλεί με τα πουλιά, τα βουνά, τα δάση, τ’ αστέρια, τον ήλιο, το φεγγάρι, τα στοιχειά και τις νεράϊδες. Τέτοια ποιήματα υπάρχουν πολλά και στην έντεχνη και στη δημοτική ποίηση. Ο λαϊκός ποιητής παρακαλεί τα πουλιά να χαμηλώσουν, να τους δώσει μήνυμα γιά το αγαπημένο του πρόσωπο, που βρίσκεται στην ξενιτιά η αν είναι ο ίδιος στα ξένα να τα ρωτήσει, τι κάνουν οι δικοί του και οι αγαπημένοι του.
Στα εγκωμιαστικά ο ποιητής επαινεί και εγκωμιάζει ένα πρόσωπο, ενα χωριό, μιά πόλη, μιά χώρα, την πατρίδα του. Ακόμα ένα ζώο, ένα πουλί, ένα δέντρο, ένα λουλούδι.

15. Εύθυμα και αστεία. Τέτοια είναι τα ποιήματα, που διακωμωδούν με αστείο και ευτράπελο τρόπο τα στραβά και ανάποδα, που συμβαίνουν στην κοινωνική και πολιτική ζωή ενός τόπου. Στην ποίησή μας δεν υπάρχουν πολλά τέτοια, γιατί η Φυλή μας θρεμμένη με τη σκλαβιά, τον πόνο και τη συνεχή μιζέρια, έχει χάσει την εύθυμη όψη της ζωής και αγνοεί το γνήσιο χιούμορ και το λεπτό και πνευματώδες αστείο. Οι περασμένες γενεές του τόπου μας παρουσίασαν αρκετούς ευθυμΟγράφους. Σήμερα το είδος αυτό της ποίησης είναι σχεδόν ανύπαρκτο.

Από κείμενα του Θ.Ροδάνθη

Επισκέψεις: 759