Ακριτικά τραγούδια

Ακριτικά τραγούδια ονομάζονται τα δημοτικά τραγούδια που αναφέρονται στα κατορθώματα των Ακριτών, των φρουρών των ανατολικών συνόρων της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Τα ακριτικά τραγούδια είναι τα παλαιότερα ελληνικά δημοτικά τραγούδια που σώζονται και συγγενεύουν με το έμμετρο αφήγημα του 12ου αι., το γνωστό ως «Έπος του Διγενή Ακρίτα».

Από των εσχατιών της Καππαδοκίας μέχρι των Ιονίων νήσων, και από της Μακεδονίας και των χωρών των δυτικών ακτών του Ευξείνου μέχρι της Κρήτης και της Κύπρου, άδονται μέχρι του νυν άσματα, αφηγούμενα τους άθλους και τάς περιπετείας του Διγενή και τους αγώνας αυτού προς του Απελάτας και τους Σαρακηνούς, και φέρονται δια στόματος παραδόσεις, αναφερόμεναι εις τόπους και αντικείμενα, μεθ’ ων συνδέεται το όνομα αυτού. Εις ταύτα η φαντασία του λαού εγκατέπλεξε μύθους, ων τους πλείστους παρέλαβεν ανακαινίσασα εκ της πλουσίας μυθικής κληρονομιάς της αρχαιότητος, και απήρτισε τον ιδεώδη τύπον ήρωος νεαρού ως ο Αχιλλεύς, κραταιού ως ο Ηρακλής και ενδόξου ως ο Αλέξανδρος. Εν κεφαλαίω δ’ ειπείν εις τον Διγενή Ακρίτην αποκορυφούνται οι πόθοι και τα ιδεώδη του ελληνικού έθνους, διότι εν αυτώ συμβολίζεται η μακραίων και άληκτος πάλη του ελληνικού προς τον μουσουλμανικόν κόσμον”.
(Ν. Γ. ΠΟΛΙΤΟΥ Περί του εθνικού έπους των νεωτέρων Ελλήνων.)

Η αναφορά των ακριτικών δημοτικών τραγουδιών ανάγεται στα βυζαντινά χρόνια, την εποχή που δημιουργήθηκαν τα θέματα ειδικότερα στη περιοχή του Ευφράτη, του Ταύρου και του Αντίταυρου (8ο – 9ο αιώνα), για την ασφάλεια των οποίων άκμαζε ο θεσμός των Ακριτών, εξ ου και η ονομασία τους. Η σύνθεση αυτών ανάγεται μεταγενέστερα (11ο – 12ο αιώνα), στον Πόντο, την Καππαδοκία και γενικότερα στη Μικρά Ασία. Μαρτυρία για την ύπαρξη ηρωικής ποίησης στο Βυζάντιο θεωρείται η αναφορά του Αρέθα, αρχιεπισκόπου Καισαρείας (9ος-10ος αι.) στους Παφλαγόνες ραψωδούς που τραγουδούσαν από σπίτι σε σπίτι «ᾠδάς τινας πάθη περιεχούσας ἐνδόξων ἀνδρῶν».

Το παλαιότερο σωζόμενο ακριτικό τραγούδι είναι το «Άσμα του Αρμούρη» που παραδίδεται σε χειρόγραφο του 15ου αι. Τα περισσότερα όμως ακριτικά που είναι γνωστά σήμερα είναι όψιμες καταγραφές, του 19ου ή και των αρχών του 20ου αι., και προέρχονται από τον Πόντο, την Κύπρο και την Κρήτη. Η παλαιότητα του υλικού των τραγουδιών γίνεται αντιληπτή από την μνεία των Σαρακηνών, της Συρίας και της Αραβίας και τα βυζαντινά ονόματα των ηρώων: Αλέξιος, Κωνσταντίνος, Θεοφύλακτος. Σε κάποιες από τις παραλλαγές όμως με την πάροδο του χρόνου προστέθηκαν και νεότερα ιστορικά στοιχεία, όπως η αναφορά στους Τούρκους και την άλωση της Κωνσταντινούπολης (παράδειγμα οι ποντιακές παραλλαγές Του υιού του Ανδρόνικου, όπου στους πρώτους στίχους, αντί για «Κουρσεύουν οι Σαρακηνοί, κουρσεύουν οι Αραβίδες», που υπάρχει στις άλλες παραλλαγές, λέγεται «Οι Τούρκ’ όνταν εκούρσευαν την Πόλ’, την Ρωμανίαν»).

Άσμα του Αρμούρη
Και συγκροτά τον πόλεμον καλά και ανδρειωμένα.
τας άκρας άκρας έκοπτεν και η μέση εδαπανάτον.
Μα τον κυρ Ήλιον τον γλυκύν, μα την γλυκέαν του μάναν,
όλη μέρα τους έκοπτεν την άνω ποταμίαν
και όλη νύκτα τους έκοπτε την κάτω ποταμίαν.
Έθεσεν και αποθέσεν τους, κανένα δεν αφήκε.
Απέζευσε ο νεώτερος να τον βαρήση ο αέρας
και ένα σκυλίν, Σαρακηνός, σκυλίν μαγαρισμένον,
εγκρύμματα τον έβαλεν και επήρε του τον μαύρον,
επήρε του τον μαύρον του, επήρε τον ραβδίν του.
Μα τον κυρ Ήλιον τον γλυκύν, μα την γλυκέαν του μάναν
σαράντα μίλια τον εδίωχνε πεζός με το λουρίκιν
και άλλα σαράντα τέσσαρα πεζός με τα γονάτια.
εκεί τον εκατέφθασε εις της Συρίας την Πόρταν
και εβγάνει το σπαθίτσι του και επαίρνει του το χέριν.

Ο ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΚΙ Ο ΜΑΥΡΟΣ ΤΟΥ
Άρκοντες τρων και πίνουσι σε μαρμαρένη τάβλαν,
σε μαρμαρένη κι’ αργυρή και σε μαλαματένη,
κι’ ούλοι τρώσι και πίνουσι κι’ αθιολή δε φέρνου,
κι’ ο Κωσταντίνος ο μικρός ας εψιλοτραούει,
τ’ ακράνη του τ’ Ανδρόνικου, του νιου του παινεμένου.
“Μαύρος είσαι, μαύρα φορείς, μαύρο καβαλλικεύγεις.
Μαθθαίνεις το να περπατή, μαθθαίνεις το να δρέμη,
μαθθαίνεις το να έχεται τον όχλον του πολέμου,
μαθθαίνεις τον και της στεριάς ωσάν και του πελάου,
ξεχάνεις και της λυερής της γλυκοποθητής σου”.

ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ
[Το ακριτικόν τούτο άσμα, το ζητούν να παραστήση τεραστίαν την πολεμικήν αρετήν των Ακριτών, συνδέεται στενώς μετά του άσματος των υιών του Ανδρόνικου. Ο Κωσταντίνος ο μικρός είναι ο πολλάκις εις τα ακριτικά άσματα μνημονευόμενος υιός του Ανδρονίκου, το μικρό Βλαχόπουλον είναι το αιχμάλωτον τέκνον αυτού, και ο Αλέξης ίσως ο Αλέξανδρος άλλων ακριτικών ασμάτων. Και το τέλος των δύο ασμάτων συμπίπτει. Ο ήρως, μεθυσθείς εκ του χυθέντος αίματος και αδυνατών να διακρίνη τον φίλον από του εχθρού, φωνάζει εις τους συντρόφους του να προφυλαχθούν, όπως μη εν τη παραφορά του τους φονεύση. Ενιαχού της Στερεάς Ελλάδος τραγουδείται κατά τας Απόκρεως προς ιδιάζοντα χορόν, τον λεγόμενον κουνητόν.]

Ο Κωσταντίνος ο μικρός κι’ ο Αλέξης ο αντρειωμένος,
και το μικρό Βλαχόπουλο, ο καστροπολεμίτης,
αντάμα τρων και πίνουνε και γλυκοκουβεντιάζουν,
κι’ αντάμα έχουν τους μαύρους των ‘ς τον πλάτανο δεμένους.
Του Κώστα τρώει τα σίδερα, τ’ Αλέξη τα λιθάρια,
και του μικρού Βλαχόπουλου τα δέντρα ξερριζώνει.
Κ’ εκεί που τρώγαν κ’ έπιναν και που χαροκοπούσαν,
πουλάκι πήγε κ’ έκατσε δεξιά μεριά ‘ς την τάβλα.
Δεν κελάϊδούσε σαν πουλί, δεν έλεε σαν αηδόνι,
μόν’ ελαλούσε κ’ έλεγε ναθρωπινή κουβέντα.
“Εσείς τρώτε και πίνετε και λιανοτραγουδάτε,
και πίσω σας κουρσεύουνε Σαρακηνοϊ κουρσάροι.
Πήραν τ’ Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα,
και του μικρού Βλαχόπουλου την αρραβωνιασμένη.”

Ώστε να στρώση ο Κωσταντής και να σελλώση ο Αλέξης,
ευρέθη το Βλαχόπουλο ‘ς το μαύρο καβαλλάρης.
“Για σύρε συ Βλαχόπουλο ‘ς τη βίγλα να βιγλίσης,
αν είν’ πενήντα κ’ εκατό χύσου μακέλλεψέ τους,
κι’ αν είναι περισσότεροι, γύρισε μίλησε μας.”
Επήγε το Βλαχόπουλο στη βίγλα να βιγλίση.
Βλέπει Τουρκιά Σαρακηνους κι’ Αράπηδες κουρσάρους,
πλάγια κοκκινίζαν.
‘ρχισε να τους διαμετράη, διαμετρημούς δεν είχαν.
Να πάη πίσω ντρέπεται, να πάη εμπρός φοβάται.
Σκύβει φιλεί το μαύρο του, στέκει και τον ρωτάει,
“Δύνεσαι, μαύρε μ’, δύνεσαι ‘ς το γαίμα για να πλέξης;
-Δύνομαι, αφέντη, δύνομαι ‘ς το γαίμα για να πλέξω,
κι’ όσους θα κόψη το σπαθί τόσους θενά πατήσω.
Μόν’ δέσε το κεφάλι σου μ’ ένα χρυσό μαντήλι,
μην τύχη λάκκος και ρηχτώ και πέσης απ’ τη ζάλη.
-Σαΐτταις μου αλεξαντριαναίς, καμιά να μη λυγίσει,
και συ σπαθί μου διμισκί, να μην αποστομώσης.
Βόηθα μ’, ευχή της μάννας μου και του γονιού μου βλόγια,
ευχή του πρώτου μ’ αδερφού, ευχή και του στερνού μου.
Μαύρε μου, άιντε νά μπουμε, κι’ όπου ο Θεός τα βγάλη!”

‘Σ τα έμπα του μπήκε σαν αϊτός, ‘ς τα ξέβγα σαν πετρίτης,
‘ς τα έμπα του χίλιους έκοψε, ‘ς τα ξέβγα δυο χιλιάδες,
και ‘ς το καλό το γύρισμα κανένα δεν αφήνει.
Πήρε τ’ Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα,
και το μικρό Βλαχόπουλο την αρραβωνιασμένη.
Προσγονατίζει ο μαύρος του και πίσω του τους παίρνει.

‘Στο δρόμο νοπού πήγαινε σέρνει φωνή περίσσα.
“Πού είσαι αδερφέ μου Κωσταντά κι’ Αλέξη αντρεϊωμένε;
αν είστε εμπρός μου φύγετε κι’ οπίσω μου κρυφτήτε,
τι θόλωσαν τα μάτια μου, μπροστά μου δε σας βλέπω,
και το σπαθί μου ερράγισε, κόβοντας τα κεφάλια,
κι’ ο μαύρος λιγοκάρδισε πατώντας τα κουφάρια.”

[Το θέμα της αιχμαλωσίας ή του εξ ενέδρας τραυματισμού ή φόνου Ακρίτου υπό των εχθρών αυτού, Σαρακηνών η Απελατών, είναι σύνηθες εις τακριτικά άσματα. Ιδίαν διατύπωσιν του θέματος τούτου παρουσιάζουν τάσματα περί του τραυματισμού του υιού του Ανδρόνικου Γιάννου. Είς τινας παραλλαγάς αυτών ο αντίπαλος του ήρωος παρίσταται ως ον υπεράνθρωπον, εκ τούτου δ’ υπεμφαίνεται συνάφεια του άσματος προς τάλλα ακριτικά περί αγώνος δρόμου του Διγενή και του Ηλίου.]

Κάτου ‘ς την άσπρη πέτρα και ‘ς το κρυό νερό,
εκεί κείτεται ο Γιάννος τ’ Ανδρονίκου ο γιος,
κομμένος και σφαμένος κι’ ανεγνώριοτος.
Το αίμα του σαν βρύση χύνονταν ‘ς τη γης,
και γιατρεμό δεν είχεν η βαθειά πληγή.

Τούρκοι τον παραστέκουν και Ρωμιοί τον κλαιν,
κι’ απάρθενα κοράσια τον μοιρολογούν.
“Γιάννο μ’, δεν είχες μάννα, μάννα κι’ αδερφή,
δεν είχες και γυναίκα, για να σ’ έκλαιγεν;
-Θαρρώ πως είχα μάννα, μάννα κι’ αδερφή,
κ’ η δόλια μου η γυναίκα να την πόρχεται,
με δυο μαύρα λιθάρια στηθοδέρνοντας.”

“Γιάννο μου, δεν σου το είπα, δε σ’ αρμήνευα,
με χίλιους μην τα βάνης και μην πολεμάς;
-Σώπα, καλέ γυναίκα, και ντροπιάζεις με.
Εγώ είμαι ο ανδρειωμένος, τ’ Ανδρόνικου ο γιος,
που τρέμει ο κόσμος όλος κι’ όλα τα χωριά,
και τρέμουν τρεις πασάδες που πολέμαγα.
Δεν ήσαν μήτε πέντε, μήτε δεκοχτώ,
εφτά χιλιάδες ήσαν κ’ εγώ αμοναχός,
κι’ απ’ τοις εφτά χιλιάδες ένας γλύτωσε,
που χε Λαγού πηλάλα, Δράκου δύναμη,
και της αγριολαφίνας τα πηδήματα.
‘Σ τα νέφια νέφια πάει, ‘ς τα νέφια περπατεί,
‘ς τον ουρανό πετούσε, ‘ς τάστρη εχάνονταν.
Μια σαϊττιά μου παίζει μέσα ‘ς την καρδιά,
τη δύναμη μου κόβει κι’ όλη την αντρειά.”

Η ΑΝΤΡΕΙΩΜΕΝΗ ΛΥΓΕΡΗ, Η ΜΑΝΝΑ ΤΟΥ ΔΙΓΕΝΗ
[Ο Αμιράς της Συρίας, επιδραμών εις την Τωμανίαν, ηχμαλώτισε την θυγατέρα του βασιλέως Ανδρόνικου Ειρήνην μετά των ακολούθων της, εξελθούσαν εις περίπατον ανά τα όρη. Μαθόντες δε τούτο ο Κωνσταντίνος και οι λοιποί τέσσαρες αδελφοί αυτής, έσπευσαν προς απελευθέρωσίν της, κατενίκησεν εν μονομαχία ο Κωνσταντίνος τον Αμιράν, ανεύρον ζώσαν την Ειρήνην, και έδωκαν αυτήν ως γυναίκα εις τον υπό σφοδρού προς αυτήν έρωτος καταληφθέντα Αμιράν, γενόμενον χριστιανόν. Καρπός του γάμου τούτου ήτο ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτης. Ούτως αφηγείται τα κατά την γέννησιν του Διγενή το εθνικόν έπος. Αλλά κατά τα δημοτικά άσματα, η μήτηρ του Διγενή ήτο ανδρειωμένη κόρη, ήτις ανδρικήν φορούσα πανοπλίαν επολέμει τους Σαρακηνούς, μέχρις ου ποτέ εν τη σφοδρότητι του αγώνος απεκαλύφθη το γένος αυτής και διωκόμενη υπό Σαρακηνού κατέφυγεν εις εκκλησίαν του αγίου Γεωργίου. Εκεί δ’ όμως ο άγιος παρέδωκεν αυτήν εις τον Σαρακηνόν διώκτην, υποσχεθέντα ότι θα βαπτισθή και αυτός και το παιδίον, το οποίον θα γεννηθή εκ του γάμου μετά της ανδρειωμένης. Κατ’ άλλον δε τύπον του άσματος η ανδρειωμένη βασιλοπούλα, εγκεκλεισμένη εις κάστρον αμύνεται επιτυχώς επί μακρόν χρόνον κατά των πολιορκούντων Σαρακηνών ή Τούρκων, μέχρις ότου κυριεύεται το κάστρον δια δόλου Τούρκου, όστις λαμβάνει αυτήν ως έπαθλον καϊ γεννά εξ αυτής τρεις υιούς, τον Δούκαν, τον Κωσταντάν και τρίτον τον Γϊάννην (όπερ είναι το όνομα του Διγενή παρεφθαρμένον). Ο τύπος ούτος είναι ο του Κάστρου της Ωριάς.
Νεώτεραι παραλλαγαί του πρώτου τύπου παριστάνουν την ανδρειωμένην κόρην ως κλεφτοπούλαν, ήτις κλέφτικα ενδεδυμένη παραμένει αγνώριστος επί πολύν χρόνον μεταξύ των κλεφτών, μέχρις ότου εν αθλητικώ αγωνίσματι διακρίνει το φύλον αυτής εν κλεφτόπουλον, το όποιον την νυμφεύεται.]

Α’
(Η αντρειωμένη λυγερή και ο Σαρακηνός.)

Κάπου πόλεμος γίνεται ‘ς Ανατολή και Δύση,
και τό μαθε μια λυγερή και πάει να πολεμήση.
Αντρίκια ντύθη κι’ άλλαξε και πέρνει τάρματά της.
Φίδια στρώνει το φάρο της κι’ όχιαίς τον καλλιγώνει,
και τους αστρίταις τους κακούς τους βάνει φτερνιστήρια,
Φτερνιά δίνει του μαύρου της, πάει σαράντα μίλια,
κι’ άλλη ματαδευτέρωσε ‘ς τον πόλεμον εμπήκε.
‘Σ τά μπα της στράταις έκανε, ‘ς τά βγα της μονοπάτια,
‘ς τάλλο της στριφογύρισμα, έσπασε το λουρί της,
φανήκαν τα χρυσόμηλα, τα λινοσκεπασμένα.

Σαρακηνός την αγνατά ναπό ψηλή ραχούλα.
“Παιδιά, και μη δειλιάσετε, παιδιά, μη φοβηθήτε.
Γυναίκειος ειν’ ο πόλεμος, νυφαδιακός ο κούρσος!”
Κ’ η λυγερή όντας τ’ άκουσε ‘ς τον Άη Γιώργη τρέχει.
“Αφέντη μου άη Γιώργη μου, χώσε με το κοράσιο,
να κάμω τά μπα σου χρυσά και τά βγα σου ασημένια,
και τα ξυλοκεράμιδα ούλο μαργατιτάρι.”
Εσκίσανε τα μάρμαρα κ’ εμπήκε η κόρη μέσα.

Σαρακηνός να κ’ έφτασε κοντά ‘ς τον άη Γιώργη.
“Άγιε μου Γιώργη χριστιανέ, φανέρωσε την κόρη,
να βαφτιστώ ‘ς τη χάρη σου εγώ και το παιδί μου,
εμέ να βγάλουν Κωσταντή και το παιδί μου Γιάννη.”

Ανοίξανε τα μάρμαρα κ’ έφάνηκεν η κόρη.

Β’
(H κλεφτοπούλα.)

Ποιος είδε ψάρι ‘ς το βουνό και θάλασσα σπαρμένη,
ποιος είδε κόρη λυγερη ‘ς τα κλέφτικα ντυμένη;
Τέσσαρους χρόνους περπατεί μ’ αρματωλούς και κλέφταις,
κανείς και δεν τη γνώρισε ναπό τη συντροφιά της.
Και μιαν αυγή και μια λαμπρή, μια πίσημον ημέρα
βγήκαν να παίξουν το σπαθί, να ρήξουν το λιθάρι.
Εκόπη τασημόκουμπο κ’ εφάνη το βυζί της.
Κανένας δεν τη λόγιασε από τα παλληκάρια,
μα να μικρό κλεφτόπουλο σκυφτό χαμογελά της.
“Τι έχεις, βρε βλάμη, και γελά, τι έχεις και χαμοβλέπεις;
-Είδα τον ήλιο πόλαμψε κ’ έφεξε το φεγγάρι,
είδα και το βυζάκι σου που είν’ άσπρο σαν το χιόνι.
-Σώπα, μωρέ κλεφτόπουλο, μιλιά μη μολογήσης,
και να σε πάρω ψυχογιό, βαριά να σε πλουτίσω,
για να βαστάς το νταμασκί και το χρυσό τουφέκι.
-Εγώ δε θέλω ψυχογιός, βαριά να με πλουτίσης,
για να βαστώ το νταμασκί και το χρυσό τουφέκι,
μόν’ θέλω σε γυναίκα μου και να με πάρης άντρα.
-Που ειπή το “θέλω”, εις εμέ πρέπει και νά ναι άξιος,
νά ναι πρωτοπαλλήκαρο και κλεφτοπολεμάρχος.
-Το ζήτημά σου είναι βαρύ, μα α θέλη ο θιός θα γίνη,
α θέλη ο θιός να μ’ αγαπάς, ο πρώτος ούλων είμαι.
Δείξε μου πού ναι οι φωτιαίς, οι σπαθισμοί, τα βόλια,
κ’ εγώ για την αγάπη σου θα πέσω πρώτος ‘ς ούλα.”

ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ ΤΗΣ ΩΡΙΑΣ
[Εις πλείστους ελληνικούς τόπους υπάρχουν φρούρια καλούμενα Κάστρα της Ωριάς η της Σουριάς, και προς τα φρούρια ταύτα συνάπτονται παραδόσεις περί αλώσεως αυτών δια δόλου υπό των Τούρκων και αυτοκτονίας της βασιλοπούλας, η οποία επί πολλά έτη ηρωϊκώς ανθίστατο εγκεκλεισμένη εν αυτώ. Αναφέρεται δε εις έκαστον αυτών και άσμα δημοτικόν, του οποίου πολυάριθμοι υπάρχουν παραλλαγαί. Η ανά πάσας τας ελληνικάς χώρας διάδοσις του δημοτικού άσματος και των παραδόσεων τούτων, υποδεικνύει, ως παρετηρήσαμεν εις τα ημετέρας Παραδόσεις, οπού εκτενώς πραγματευόμεθα περί του θέματος, ότι προήλθεν εκ παλαιού τινος προτύπου- σφόδρα δ’ αμφίβολον όμως φαίνεται, ότι τούτο αφετηρίαν είχεν ιστορικόν τι γεγονός- αλλ’ ούδ’ ο τόπος ή το φρούριον εις ο ανεφέρετο το αρχέτυπον είναι εύκολον να εξακριβωθή, αι δ’ εξενεχθείσαι περί τούτου εικασίαι ελέγχονται ατυχέσταται. Πρόδηλον τουναντίον είναι, ότι το αρχέτυπον άσμα απηρτίσθη εκ στοιχείων μυθικών και ιστορικών, κοινών και εις την δημώδη ελληνικήν ποίηοιν και εις τους αρχαίους μύθους. Και η μεταμφίεσις του εραστού εις καλόγηρον ή γυναίκα, όπως κατακτήση εξαπατήσας την ερωμένη, επαναλαμβάνεται συχνάκις εν αυτοίς, καθώς και η μεταμφίεσις πολεμιστών εις γυναίκας προς χείρωσιν πολεμίων ανυπόπτων. Βασιλοπούλαι επίσης κρημνίζουσιν εαυτάς από των τειχών του αλωθέντος φρουρίου, όπως μη πέσωσιν εις χείρας των πολεμίων. Και ο γυαλένιος πύργος, εν ω κατά τινας παραλλαγάς οικεί η κόρη, είναι συνήθης μυθολογική εικών.
Συνάφεια του άσματος προς τακριτικά υπεμφαίνεται εν τραπεζουντία παραλλαγή αυτού.
Εν τω επιμέτρω δημοσιεύεται και καππαδοκική παραλλαγή του άσματος.]

Όσα κάστρα κι’ αν είδα και περπάτησα,
σαν της Ωριάς το κάστρο δεν ελόγιασα.
Κάστρο θεμελιωμένο, κάστρο ξακουστό,
σαράντα οργυαίς του ψήλου, δώδεκα πλατύ,
μολύβι σκεπασμένο, μαρμαροχυτό,
με πόρτες ατσαλένιαις κι’ αργυρά κλειδιά,
και του γιαλιοϋ η πόρτα στράφτει μάλαμα.
Τούρκος το τρογυρίζει χρόνους δώδεκα,
δεν μπορεί να το πάρη το ερημόκαστρο.
Κι’ ένα σκυλί τουρκάκι, μιας ‘Ρωμνιάς παιδί,
‘ς τον Αμιρά του πάει και τον προσκυνάει.
“Αφέντη μ’ Αμιρά μου και σουλτάνε μου,
αν πάρω γω το κάστρο τι είν’ η ρόγα μου;
-Χίλια άσπρα την ημέρα κι’ άλογο καλό,
και δυο σπαθιά ασημένια για τον πόλεμο.
-Ουδέ τάσπρα σου θέλω κι’ ουδέ τα φλωριά,
ουδέ και τάλογό σου κι’ ουδέ τα σπαθιά,
μόν’ θέλω γώ τη κόρη, πού ναι ‘ς τα γυαλιά.
-Ωσάν το κάστρο πάρης, χάρισμα κι’ αυτή.”

Πράσινα ρούχα βγάζει, ράσα φόρεσε.

Τον πύργο πύργο πάει και γυροβολάει,
‘ς την πόρτα πάει και στέκει και παρακαλεί.
“Για άνοιξε άνοιξε πόρτα, πόρτα της Ωριάς,
πόρτα της μαυρομάτας της βασίλισσας.
-Φεύγα απ’ αυτού, βρε Τούρκε, βρε σκυλότουρκε.
-Μα το σταυρό, κυρά μου, μα την Παναγιά,
εγώ δεν είμαι Τούρκος ουδέ Κόνιαρος,
είμαι καλογεράκι απ’ ασκηταριό.
Δώδεκα χρόνους έχω οπ’ ασκήτευα,
χορτάρι εβοσκούσα σαν το πρόβατο,
κ’ ήρθα να πάρω λάδι για τοις εκκλησιαίς.
Για ανοίξετέ μου νά μπω του βαρόμοιρου.
-Να ρήξουμε τσιγγέλια να σε πάρουμε.
-Τα ράσα μου είναι σάπια και ξεσκίζονται.
-Να ρήξουμε το δίχτυ να σε πάρουμε.
-Είμαι από τη πείνα κι’ άντραλίζουμαι.”

Γελάστηκε μια κόρη, πάει, τον άνοιξε.
Όσο ν’ ανοίξη η πόρτα, χίλιοι εμπήκανε,
κι’ όσο να μισανοίξη, γέμισ’ η αυλή,
κι’ όσο να καλοκλείση η χώρα πάρθηκε.
Όλοι χυθήκαν ‘ς τάσπρα, όλοι ‘ς τα φλωριά,
και κείνος εις την κόρη, πού ναι ‘ς τα γυαλιά.
Κ’ ή κόρη από τον πύργο κάτω πέταξε,
μήτε σε πέτρα πέφτει, μήτε σε κλαριά,
παρά σε Τούρκου χέρια και ξεψύχησε.

ΤΗΣ ΛΙΟΓΕΝΝΗΤΗΣ
[Ο κλάδος των ακριτικών ασμάτων περί της μνηστείας του Διγενή παρουσιάζει πολλάς διαφοράς των παραλλαγών προς αλλήλας και προς την διατύπωσιν του έπους. Κατά ταύτην ο Διγενής επανερχόμενος εκ κυνηγίου βλέπει την Ευδοκίαν εις το παλάτιον του πατρός της και καταλαμβάνεται υπό έρωτος προς αυτήν “από του έρωτος η όψις του ηλλοίωται, το κάλλος εμαράνθη”, και η μήτηρ του περίφροντις τον ερωτά περί της υγείας του.Ο στρατηγός Δούκας, ο πατήρ της Ευδοκίας αρνείται να τω την δώση εις γάμον, αλλ’ εκείνος σαγηνεύει την κόρην, την απάγει, κατατροπώνει τους καταδιώξαντας αυτόν και αναγκάζει τον πατέρα να ευλογήση την ένωσίν των. Εις δε τα δημοτικά άσματα διακρίνονται πολλοί τύποι του επεισοδίου της μνηστείας. Εν άλλαις παραλλαγαίς ο ήρως πέμπει πρεσβείαν επισήμων προξενητών ή τους επιφανείς των ακριτικών ασμάτων πολεμιστάς, τον Χιλιοπαππούν (= Φιλόππαπον), τον Βάρδαν, τον Φωκάν, τον Νικηφόρον, τον Πετροτράχηλον ή Τρεμαντάχειλον, ή μόνον τον Φιλόπαππον, προς ον οργισθεϊς δια την απόρριψιν της περί γάμου προτάσεώς του μονομαχεί. Ελκύσας δε την κόρην δια της μουσικής την απάγει και διώκεται υπό στρατού, τον οποίον κατανικά. Εν άλλαις συμφύρεται η διήγησις προς διαφόρους κλάδους των ακριτικών ασμάτων. Εν πολλαίς δε διά φίλτρων και διά τεχνασμάτων, τα οποία παρά μαγισσών εδιδάχθη, ο εραστής παρασύρει την ερωμένην και θνήσκει μεν αυτή, αυτοκτονεί δε και ο εραστής.
Η προσφυγή εις φίλτρα και μαγγανείας των ατυχών εραστών είναι κοινότατη εις πάντας τους λαούς, αρχαίους και νεωτέρους, το δε τέχνασμα της μεταμφιέσεως του εραστοΰ εις γυναίκα, όπως πλησίαση την αγαπωμένην αναφέρεται και εις αρχαίους ελληνικούς μύθους και διηγήσεις και εις άλλων λαών μύθους και άσματα. Ιδίως δ’ όμως άξιον παρατηρήσεως είναι ότι το νεοελληνικόν άσμα της Λιογέννητης πολλάς και εν ταις λεπτομερείαις δεικνύει ομοιότητας προς την σκανδιναυικήν παράδοσιν του Χάγβαρδ και της Σίγνης, την οποίαν διηγείται ό χρονογράφος Σάξων ο γραμματικός και προπάντων προς τας διασκευάς της παραδόσεως ταύτης υπό σκανδιναυικών δημοτικών ασμάτων. Κατά τάσματα ταύτα, ο πατήρ της Σίγνης αποκρούει τον γάμον αυτής μετά του Χάγβαρδ. Ούτος βλέπει όνειρον, το οποίον εξηγεί μία μάγισσα. Όπως εύρη πρόσοδον παρά τη ερωμένη, ο Χάγβαρδ μεταμφιέζεται εις γυναίκα, και γίνεται δεκτός, υπό το πρόσχημα να διδαχθή την ραπτικήν. Ότε ενύκτωσεν, αρνείται να κοιμηθή με τας θεραπαίνας, λέγων, “εκοιμήθηκα πλάγι με πλάγι με βασιλόπουλα, αν κοιμηθώ με τοις δούλαις, θα πεθάνω από τη ντροπή.” Ή Σίγνη συγκατανεύει να κοιμηθούν εις το αυτό κρεβάτι. Αι θεράπαιναι με αναμμένας λαμπάδας τους οδηγούν εις τον κοιτώνα. “Αλλο κοινόν χαρακτηριστικόν είναι ότι η Σίγνη εις την συνομιλίαν με την υποτιθεμένην μαθήτριαν, ομολογεί ότι αγαπά τον Χάγβαρδ, ως είς τινας παραλλαγάς του ελληνικού άσματος η Λιογέννητη εκμυστηρεύεται τον έρωτά της προς τον ήρωα εις την δήθεν εξαδέλφην της. Αμφότεροι δε οι ερασταί αποθνήσκουν, ο μεν Χάγβαρδ συλληφθείς και καταδικασθείς εις θάνατον υπό του πατρός της Σίγνης, αυτή δε αυτοκτονήσασα.]

Ο Κωσταντής ο ομορφονιός, ο μικροκωσταντϊνος
μια μέρα. θέλησε να βγη να λαγοκυνηγήση,
και διάβαινε καμαρωτός απ’ την πλατειά τη ρούγα.
Εκεί είδε τη Λιογέννητη με τετρακόσιαις σκλάβαις.
Σε κρεμεζιά τριανταφυλλιά ήταν ακουμπισμένη,
κ’ είχε τα φρύδια τορνευτά, τα μάτια σα ζαφείρι,
και ‘ς το μικρό το δάχτυλο είχε το δαχτυλίδι,
καλλιά λαμπε το δάχτυλο παρά το δαχτυλίδι.
Ωσάν την είδ’ ο Κωσταντής, αφήνει το κυνήγι.
Κινάει να πάη ‘ς το σπίτι του σα μήλο μαραμμένος.
Χωρίς θέρμη θερμάθηκε, χωρίς οριόν ερριάστη,
δίχως τον πονοκέφαλο έπεσε ‘ς το κρεβάτι.
“Μάννα, ψυχή, μάννα, καρδιά, μάννα και το κεφάλι.
Μάννα, θολά είναι τα βουνά και θαμπερό το σπίτι.
-Γιε μου, καλά είναι τα βουνά και λαμπερό το σπίτι,
μα συ κορίτσι ναγαπάς κ’ εκείνη δεν το ξέρει.
-Μάννα, την κόρη που είδα γω, άλλος να μη την πάρη.
Στείλε να κράξης άρχοντες και μητροπολιτάδες
να παν να κάμουν προξενειά, γυναίκα να την πάρω.”
Στέλνει τρακόσιους άρχοντες και μητροπολιτάδες,
στέλνει τον άρχοντα Φωκά, στέλνει το Νικηφόρο,
στέλνει τον Πετροτράχηλο, που τρέμει η γης κι’ ο κόσμος.

Εχτύπησαν οι άρχοντες την αργυρή την πόρτα.
“Ποιος χτύπησε ‘ς την αργυρή πόρτα της μαυρομάτας;
-Ημείς είμεστε οι άρχοντες κ’ οι μητροπολιτάδες,
ο Κωσταντής μας έστειλε δυο λόγια να σου πούμε.
-Ανοίξετε ‘ς τους άρχοντες, ‘ς τους μητροπολιτάδες!
Φέρτε τρακόσια στρώματα, φέρτε τρακόσια πεύκια,
για να καθίσουν οι άρχοντες κ’ οι μητροπολιτάδες,
φέρτε Μονεβασιά κρασί, να πιουν οι αντρειωμένοι.”
Εμπαίνουν τότε οι άρχοντες κ’ οι μητροπολιτάδες,
και την ευρίσκουν κ’ έπλεγε τ’ ολόχρυσο γάϊτάνι.
Καθώς τους είδε η λυγερή επροσηκώθηκέ τους.
“Καλώς ήρθαν οι άρχοντες κ’ οι μητροπολιτάδες,
φάτε και πιέτε, γέροντες, κ’ εγώ ‘ς τον ορισμό σας.
-Εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε.
Προξενητάδες είμαστε κ’ ήρθαμε να σου ποΰμε,
ο Κωσταντής μας έστειλε, τόμορφο παλληκάρι,
αν είναι θέλημα θεού, γυναίκα να σε πάρη.”
Σαν τ’ άκουσε η Λιογέννητη νεχτύπησε τα γέλοια.
“Για πήτε του του Κωσταντή, του μοσκαναθρεμμένου,
δε θέλω τον, δεν χρήζω τον, δεν καταδέχομαί τον.
Σαν έρθη η μάννα μ’ απ’ τη γης κι’ ο κύρης μ’ απ’ τον άδη,
τα δυο μ’ αδέρφια τα καλά από τον Κάτω κόσμο,
να σπείρουνε τη θάλασσα σιτάρι να καρπίση
χρυσάγανο, χρυσόσταχο και χρυσοκονδυλάτο,
και με τ’ άργυροδρέπανα να μπουν να το θερίσουν,
κ’ εις τον αφρό της θάλασσας να κάμουνε τ’ αλώνι,
μηδέ και τάχυρο βραχή μηδέ και το σιτάρι,
μηδέ την πάχνη τ’ αλωνιού αέρας να την πάρη,
τότε κ’ εγώ τον Κωσταντή θα τόνε πάρω γι’ άντρα,
και πάλι ναί, και πάλι όχι, και πάλι σα μου δόξη.”
Σάν ηκουσαν οι άρχοντες κ’ οι μητροπολιτάδες,
τους κακοφάνηκε πολύ κ’ έσκυψαν το κεφάλι.
Κι’ αυτή τότε τους έδωκε τ’ ολόχρυσο γαϊτάνι.
“Όρίστε την πλεξίδα μου τον εδικό σας κόπο.”

Εκίνησαν κ’ επήγαιναν πικροί και μαραμμένοι,
κι’ ο Κωσταντής καρτέρειγε ‘ς την αργυρή του πόρτα.
“Καλώς ήρθαν οι άρχοντες με τα καλά τα λόγια.
-Κακώς ήρθαν οι άρχοντες με τα κακά τα λόγια.
Δε θέλει σε, δε χρήζει σε, δε καταδέχεταί σε.
Σαν έρθη η μάννα τς απ’ τη γης κι’ ο κύρης απ’ τον άδη,
τα δυο τς αδέρφια τα καλά από τον Κάτω κόσμο,
να σπείρουνε τη θάλασσα σιτάρι να καρπίση
χρυσάγανο, χρυσόσταχο και χρυσοκονδυλάτο,
και με ταργυροδρέπανα να μπουν να το θερίσουν,
κ’ εις τον αφρό της θάλασσας να κάμουνε τ’ αλώνι,
μηδέ και τάχυρο βραχή, μηδέ και το σιτάρι,
μηδέ την πάχνη τ’ αλωνιού αέρας να την πάρη,
τότε κι’ αυτή τον Κωνσταντή θα τόνε πάρη γι’ άντρα,
και πάλι ναι, και πάλι όχι, και πάλι σαν της δόξη.”
Ό Κωσταντής σαν τ άκουσε μέγας καϊμός τον πήρε,
και ζήτησε και τόδωκαν τ’ ολόχρυσο γαϊτάνι.
Πήγε να βρη τοις μάγισσαις που ξέρουν από μάγια.
Ωσάν τον είδε κ’ έρχονταν της μάγισσας η κόρη,
“Μάννα μ’, ο νιος οπ’ έρχεται του κάμπου καβαλλάρης,
παίρνουν τα ρούχα του δροσιά και τα λυχνά του πάχνη,
‘παίρνουν τα πασουμάκια του ανθούς από τα δέντρα,
κι’ ο γύρος του προσώπου του για κόρη είναι θλιμμένος.
-‘Σ τα μάγια γω γεννήθηκα, ‘ς τα μάγια θα πεθάνω,

κ’ εγώ δεν τόνε γνώρισα και συ τόνε γνωρίζεις;”
“Καλή σου μέρα, μάγισσα με την καλή σου κόρη.
Δεν έχεις μάγια της καρδιάς και μάγια της αγάπης,
να κάμης τη Λιογέννητη να ρθή ‘ς την αγκαλιά μου;
-“Αν έχης πράμα τς αρεσιάς και πράμα του χεριού της,
θα κάμω τη Λιογέννητη να ρθή ‘ς την αγκαλιά σου.
-Εγώ χω πράμα τς αρεσιάς και πράμα του χεριού της,
εγώ χω την πλεξίδα της, τ’ ολόχρυσο γαϊτάνι.
-Σύρε άνοιξε την πόρτα σου και δέσε τα θηριά σου,
και κάθου και καρτερεί την να ρθή ‘ς την αγκαλιά σου.”
Και βγάνει από τον κόρφο της τρία μήλα μαραμμένα.
Το να ρήξε ‘ς το τρίστρατο, να πάψουν οι διαβάταις,
τάλλο ρήξε ‘ς τον ποταμό, να πάψουν τα ποτάμια,
το τρίτο ρήξ’ ‘ς τη λυγερή, να ρθή γυρεύοντας σε.”

Το νά ρηξε ‘ς το τρίστρατο και πάψαν οι διαβάταις,
τάλλό ρηξε ‘ς τον ποταμό και πάψαν τα ποτάμια,
το τρίτο το φαρμακερό ‘ς της λυγερής τς αγκάλαις.
Ως τό είδε η κόρη εσβήστηκε, ως το είδε δαιμονίστη.
Σαν ήρθαν τα μεσάνυχτα, τη σκότισαν τα μάγια.
“Μώρ’ βάγιαις μου, μώρ’ ντάνταις μου, μώρ’ σκλάβαις του πατρός μου,
ανάψτε πράσινα κηριά και κόκκιναις λαμπάδες,
τι εσήμανε η Παντάνασσα, να πά’ να προσκυνήσω.
-Κυρά ταρνίθια δε λαλούν, καμπάναις δε σημαίνουν,
κ’ η εδική σου η εκκλησιά νε ψέλλει νε σημαίνει.
-Μπα του πατρός μου το ψωμί ‘ς τα μάτια να σας πιάκη!
Κ’ έτσι εσηκώθη μοναχή κ’ εβήκε ‘ς το σκοτάδι.
Μια δούλα δεν την άφηκε κι’ από κοντά της πήγε.
Σαν έφτακε, σα ζύγωσε ‘ς τη μέση από το δρόμο,
εκεί της ήρθε ολίγο ο νους κι’ αρχίνησε να λέη.
“Ποιος είδε νήλιο από βραδύς κι’ άστρι το μεσημέρι,
ποιος είδε τη Λιογέννητη να περπατή ‘ς τους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλητη και ξεμαλλοπλεμένη;
-Εγώ είδα νήλιο από βραδύς κι’ άστρι το μεσημέρι,
εγώ είδα τη Λιογέννητη να περπατή ‘ς τους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλλοπλεμένη.
-Θέ μου, κι’ αν είμαι καθαρή, κι’ αν είμ’ εγώ παρθένο,
άστραψε και μπουμπούνιξε, να χαλαστοϋν τα μάγια.”
Άστραψε και μπουμπούνιξε, χαλάστηκαν τα μάγια.
Ο Κωοταντής ολονυχτίς καρτέρειγε ‘ς το σπίτι,
κι’ αυτού ‘ς τα ξημερώματα το μαϋρο του σελλώνει.
“Ανάθεμα σε, μάγισσα, που μάγια δε γνωρίζεις!
-Σαν είν’ η κόρη καθαρή, τα μάγια τί σου φταίνε;
Σύρε ξουρίσου φράγκικα, και ντύσου ‘ς τα γυναίκεια,
γυναίκεια και χαιρέτησε κατά την ώρα που είναι,
και πες: Είμ’ η ξαδέρφη σου από τον “Άη Δονάτο,
όπου πλουμί δεν ήξερα, κ’ ήρθα πλουμί να μάθω.”

Ξουρίστηκε ‘ς τα φράγκικα και ντύθηκε γυναίκεια,
κ’ εχτύπησε ‘ς την αργυρή πόρτα της μαυρομάτας.
“Ποιος χτύπησε ‘ς την αργυρή πόρτα της μαυρομάτας;
-Εγώ είμαι η ξαδέρφη σου από τον Άη Δονάτο,
οπού πλουμί δεν ήξερα κ’ ήρθα πλουμί να μάθω.
-Καλώς ήρθ’ η ξαδέρφη μου, μα γώ δε σε γνωρίζω,
και πούθεν είν’ ο τόπος σου και πούθεν η γενιά μας;
-Αλάργα είν’ ο τόπος μου κι’ από κοντά η γενιά μας,
κ’ εμείς εξεμακρύναμε κ’ εχάθηκε η γενιά μας,
κ’ εδώ με στέλνει η μάννα μου πλουμίδια να με μάθης.
-Μετά χαράς, ξαδέρφη μου, πλουμίδια να σε μάθω,
πλουμίδια και κεντίσματα κι’ απ’ ό,τι θέλει ο νους μου.
-Μετά χαράς, ξαδέλφη μου, πλουμίδια να σε μάθω,
πλουμίδια και κεντίσματα κι’ ό,τι θέλει ο νους σου.”

Σάν άρχισε και νύχτωνε, πήρε να σκοτεινιάση,
ο Κωσταντής σηκώθηκε τάχα πως θε να φύγη.
“Ενύχτωσε κ’ έβράδιασε, πήρε να σκοτεινιάση,
πάν τα θηριά ‘ς τοις κοίταις τους, ταηδόνια ‘ς τοις φωλιαίς τους,
κ’ εγώ το ξένο κ’ έρημο απόψε που να μείνω;
-Μην πλήσσης, αξαδέρφη μου, και μένεις με τοις σκλάβαις.
-Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τοις σκλάβαις!
-Μην πλήσσης, αξαδέρφη μου, και μένεις με τοις δούλαις.
-Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τοις δούλαις!
-Μην πλήσσης, αξαδέρφη μου, και μένεις με τοις ντάνταις.
-Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τοις ντάνταις!
-Μην πλήσσης, αξαδέρφη μου, και μένεις με τοις βάγιαις!
-Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τοις βάγιαις!
-Μην πλήσσης αξαδέρφη μου, και μένομε τα δυο μας.
Ανάψτε, βάγιαις, τα κηριά, μουνούχοι, τοις λαμπάδες,
και στρώσετε την κλίνη μου τη λινομέταξή μου.
Βάλετε στρώμα ναργυρό, στρώμα μαλαματένιο,
βάλετε τα παπλώματα, τα υφάναν Ανεράδες
και τα υφαδιοπλουμίσασι του Δράκοντα οι κύραις,
και στρώστε πάτους βασιλκό, και πάτους μαντζουράνα,
και πάτους δεντρολίβανο να κοιμηθούμε αντάμα.”
Ολονυχτίς κοιμούντανε σαν δυο γλυκά αδερφάκια,
και προς τα ξημερώματα σαν τάγρια πουλάκια.

Σαν έφεξε, ξημέρωσε, σαν ήρθε η άλλη η νύχτα,
“Μάννα, άνοιξε τοις πόρταις σου και δέσε τα θηριά σου,
γιατί θε νά ρθη η νύφη σου, θε νά ρθη η μαυρομάτα.
Ολίγος ύπνος μ’ έπιασε και πάω για να πλαγιάσω,
κι’ όντας θε νά ρθη η νύφη σου, να ρθής να με ξυπνήσης.
-Σύρε, παιδί μου, πλάγιασε κ’ εγώ θα καρτερέσω,
κι’ όντας θε να ρθη η νύφη μου θα ρθώ να σε ξυπνήσω.”
Κ’ εκείνη η σκύλα η άνομη δεν έκαμε όπως είπε,
μόν’ έκλεισε την πόρτα της κ’ έλυσε τα θεριά της,
κ’ έβαλε ομπρός ‘ς τη ρούγα της γούρνα φαρμακωμένη.

Επλάγιασε η Λιογέννητη ‘ς τη αργυρή της κλίνη.
Σαν ήρθαν τα μεσάνυχτα, τη σκότισαν τα μάγια.
“Μώρ’ βάγιαις μου, μώρ’ ντάνταις μου, μώρ’ σκλάβαις του πατρός μου,
ανάψτε πράσινα κηριά και κόκκιναις λαμπάδες,
τι εσήμανε η Παντάνασσα, να πάω να προσκυνήσω.
-Κυρά, ταρνίθια δε λαλούν, καμπάναις δε σημαίνουν,
κ’ η εδική σου η εκκλησιά νε ψέλλει νε σημαίνει.
-Μπα τους πατρός μου το ψωμί ‘ς τα μάτια να σας πιάκη!”
Κ’ έτσι εσηκώθη μοναχή κ’ εβήκε ‘ς το σκοτάδι.
Μια δούλα δε την άφηκε κι’ από κοντά της πήγε.
Σαν έφτακε, σα ζύγωσε ‘ς τη μέση από το δρόμο,
εκεί της ήρθε ολίγο ο νους κι’ αρχίνησε να λέη.
“Ποιος είδε νήλιο από βραδύς κι’ άστρι το μερημέρι,
ποιος είδε τη Λιογέννητη να περπατή ‘ς τους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλλοπλεμένη;
-Εγώ είδα νήλιο από βραδύς κι’ άστρι το μεσημέρι,
εγώ είδα τη Λιογέννητη να περπατή ‘ς τους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλλοπλεμένη.
-Θε μου κι’ αν είμαι καθαρή, κι’ αν είμ’ εγώ παρθένο,
άστραψε και μπουμπούνιξε να χαλαστοϋν τα μάγια.”
Δεν άστραψε, δε βρόντηξε, δε χάθηκαν τα μάγια.
Κι’ αρχίνησε κ’ εχτύπαγε του Κωσταντή την πόρτα.
“Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,
μ’ εβούρλισαν τα μάγια σου, κ’ ήρθα κατά τ’ εσένα.
-Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγγούρα,
και πιε νερό της γούρνας μου, κ’ ύστερα να σ’ ανοίξω.
-Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,
μ’ έβούρλισαν τα μάγια σου, κ’ ήρθα κατά τ’ εσένα.
-Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγγούρα,
και πιε νερό της γούρνας μου, κ’ ύστερα να σ’ ανοίξω.”
-Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,
μ’ εβούρλισαν τα μάγια σου, κ’ ήρθα κατά τ’ εσένα.
-Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγγούρα,
και πιέ νερό της γούρνας μου, κ’ υστέρα να σ’ ανοίξω.
Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγγούρα,
κ’ έπιε της γούρνας το νερό κ’ έσκασε σαν το ψάρι.

Κι’ αυτού ‘ς τα ξημερώματα ο Κωσταντής ξυπνάει.
“Μάννα, δεν ήρθε η νύφη σου, δεν ήρθε η μαυρομάτα;
-Γιε μου, δεν ήρθε η νύφη μου, δεν ήρθε η μαυρομάτα.”
Σαν εκατέβη ο Κωσταντής, σαν άνοιξε την πόρτα,
σαν είδε τη Λιογέννητη ‘ς το δρόμο ξαπλωμένη,
ψιλή φωνίτσα νέβγαλε, ψιλή φωνίτσα βγάζει.
Σαν ήθελες, μαννούλα μου, νά χης και γιο και νύφη,
όντας σου πρωτοχτύπησε ας είχες της ανοίξη.”
Χρυσό μαχαίρι νέβγαλε απ’ αργυρό φηκάρι,
‘ς τον ουρανό το πέταξε, μέσ’ ‘ς την καρδιά του πάει.

Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΟΣ ΤΟΥ ΑΚΡΙΤΗ
[Το έπος του Διγενή Ακρίτου, δια μακρών αφηγούμενον το επεισόδιον της αρπαγής υπό τούτου της θυγατρός του στρατηγού Δούκα Ευδοκίας, ουδαμώς μνημονεύει άλλην αρπαγήν ταύτης, γενομένης συζύγου του ήρωος, υπό εχθρών αυτού Απελατών ή Σαρακηνών. Αλλά φαίνεται ότι το επεισόδιον τούτο της αρπαγής της γυναικός του Ακρίτου ανήκει εις τα παλαιότατα στοιχεία της ακριτικής ποιήσεως, διότι είναι το θέμα δημοτικού άσματος, το οποίον εις παμπληθείς παραλλαγάς είναι διαδεδομένον ανά πάσας τας ελληνικάς χώρας. Είς τινας των παραλλαγών τούτων παρατηρείται συμφυρμός προς το άσμα περί της αρπαγής της Ευδοκίας υπό του Διγενή και της διώξεως τούτου υπό πατρός της κόρης. Αι πλείσται δε τοσαύτας παρουσιάζουν μεταβολάς, απομακρυνόμεναι της αρχικής διατυπώσεως, ώστε αν εκάστη αυτών εξητάζετο καθ’ εαυτήν άνευ παρεξετάσεως προς τας άλλας παραλλαγάς, δυσχερέστατη θα ήτο η αναγνώρισις της συνάφειας προς τακριτκά άσματα.
Το θέμα της επανόδου του ήρωος ανδρός μετά μακράν απουσίαν και της παρακωλύσεως του νέου γάμου, ον εξεβιάζετο να συνάψη η σύζυγος του, δια της αρπαγής αυτής ή της αποπομπής ή του φόνου του μνηστήρος είναι κοινότατον εις άσματα, μύθους και παραδόσεις πολλών λαών της Ανατολής και της Δύσεως, επαναλαμβανομένου του ομηρικού μύθου περί Οδυσσέως και των μνηστήρων της Πηνελόπης κατά ποικιλωτάτους τρόπους. Προς το θέμα δε τούτο προσηρμόσθη και το επεισόδιον της αρπαγής της γυναικός του Ακρίτου υπό εχθρών αυτού και της λυτρώσεως ταύτης υπό του ήρωος, προσλαβόν πάμπολλα στοιχεία εκ των διαφόρων διασκευών του μύθου.
Των πολυαρίθμων παραλλαγών του άσματος διακρίνονται δύο κύριοι τύποι. Κατά τον ένα την γυναίκα του Ακρίτου απάγουν εχθροί αυτού, ους, μαθών κατά θαυμάσιον τρόπον την αρπαγήν, διώκει και κατανικά ο ήρως, επιβαίνων ίππου κατά το φαινόμενον μεν ευτελούς, αληθώς δ’ ωκυποδεστάτου. Οι απαγωγείς κατά τινας παραλλαγάς είναι Σαρακηνοί (ή Τούρκοι), κατ’ άλλας ο αντίπαλος ήρως του Διγενή ή του πάππου του Ανδρόνικου Συρόπουλος. Κατά τον έτερον τύπον ο επί μακρόν αποδημών ήρως μανθάνει εκ διαφόρων θαυμασίων σημείων ότι άλλος πρόκειται να νυμφευθή την σύζυγόν του άκουσαν και καταφθάς τη βοηθεία θαυμασίου ίππου ματαιώνει τον γάμον. Αι διαφοραί του τύπου τούτου είναι πολλαί: Ο σύζυγος λείπει εις τον πόλεμον, η εις μακρινόν ταξίδιον, ή είναι φυλακισμένος, η είναι σκλάβος εις τα καράβια. Και ματαιώνει τον γάμον ή επιφαινόμενος προ της τελέσεως αυτού και αποπέμπων τον μνηστήρα, ή αρπάζων την σύζυγόν του, ή φονεύων τον μνηστήρα, ή αναγνωριζόμενος υπό της γυναικός εκ του δακτυλίου του, το οποίον ρίπτει εις το προσφερόμενον αυτώ ποτήριον οίνου.
Πολλαχού το άσμα τούτο είναι γαμήλιον. Εν Κύπρω τραγουδείται την πρωΐαν της δευτέρας ημέρας του γάμου έξωθεν του νυμφικού θαλάμου (έπιθαλάμιον).]

Ως έτρωγα κι’ ως έπινα σε μαρμαρένια τάβλα,
ο μαύρος μου χλιμίντρισε και το σπαθί μου ερράη,
κ’ εμένα ο νους μου τό βαλε, παντρεύουν την καλή μου,
με κάποιον άλλον τη βλογούν κ’ εκείνη δεν τον θέλει,
παντρευαρραβωνιάζουν την κ’ εμένα μ’ αστοχούνε.
Περνώ και πάω ‘ς τους μαύρους μου, τους εβδομηνταπέντε.
“Μαύροι μου ακριβοτάγιστοι και μοσκαναθρεμμένοι,
ποιος ειν’ αψύς και γλήγορος, να τον καβαλλικέψω,
ν’ αστράψη ‘ς την ανατολή και να βρεθή ‘ς τη δύση;”

Οι μαύροι μου όσοι τάκουσαν ούλοι βουβοί απομείναν,
κι’ όσαις φοράδες τάκουσαν έρρηξαν τα πουλάρια,
κ’ ένας γρίβας παλιόγριβας, σαρανταπληγιασμένος,
κείνος απολογήθηκε, γυρίζει και μου λέει.
“Εγώ είμαι αψύς και γλήγορος να πάγω όθε κι’ αν είναι.
Οπού είναι γάμος και χαρά πάνε τα νια μουλάρια,
οπού είναι πόλεμος φρικτός παίρνουν εμέ το γέρο.
Εγώ είμαι γέρος κι’ άχαρος, ταξίδια δε μου πρέπουν,
μα για χατίρι της κυράς να μακροταξιδέψω,
οπού μ’ ακριβοτάγιζε ‘ς το γύρο της ποδιάς της,
κι’ οπού μ’ ακριβοπότιζε ‘ς τη χούφτα του χεριού της.
Μόν’ δέσε το κεφάλι σου με δυο με τρία μαντήλια,
και σφίξε τη μεσούλα σου με δυο με τρία ζουνάρια,
να μη σε φάη η βουή και ντραλιστής και πέσης.
Και μη σε πάρη κουρτεσιά και βάλης φτερνιστήρι,
και θυμηθώ τη νιότη μου και κάμω σαν πουλάρι,
και σπείρω τα μυαλούδια σου ‘ς εννιά μοδιώ χωράφι.”

Στρώνει γοργά το μαύρο του, γοργά καβαλλικεύει.
Δίνει βιτσιά του μαύρου του και πάει σαράντα μίλλια,
και μεταδευτερώνει του και πάει σαρανταπέντε.
‘Σ τη στράτα νοπού πήγαινε το θιον επαρακάλει.
“Θέ μου να βρω τον κύρη μου ‘ς ταμπέλι να κλαδεύη.”
Σα χριστιανός που τόλεγε, σαν άγιος εξακούστη,
κι’ απάντησε τον κύρη του, που κλάδευε ‘ς ταμπέλι.
“Καλώς τα κάνεις, γέροντα, το τίνος είν’ ταμπέλι;
-Της ερημιάς, της σκοτεινιάς, του γιου μου του φευγάτου.
Σήμερα της καλίτσας του της δίνουν άλλον άντρα,
εψές επήραν τα προικιά και σήμερα τη νύφη.
-Παρακαλώ σε, γέροντα, αλήθεια να με δώσης,
τάχα θα φτάσω ‘ς τη χαρά, θα φτάσω και ‘ς το γάμο;
-Αν έχης μαύρο γλήγορο ‘ς σπίτι τους προφτάνεις,
κι’ αν είν’ οκνός ο μαύρος σου ‘ς την εκκλησιά τους βρίσκεις.”
Δίνει βιτσιά του μαύρου του και πάει σαράντα μίλια,
και μεταδευτερώνει του και πάει σαρανταπέντε.
‘Σ τη στράτα νοπού πήγαινε το θιον επαρακάλει.
“Θε μου να βρω τη μάννα μου ‘ς τον κήπο να ποτίζη!”
Σα χριστιανός που τόλεγε, σαν άγιος εξακούστη,
κ’ευρήκε τη μαννούλα του που πότιζε τον κήπο.
“Ώρα καλή, γερόντισσα, το τίνος ειν’ ό κήπος;
-Της ερημιάς, της σκοτεινιάς, του γιου μου του φευγάτου
που σήμερα η γυναίκα του θα πάρη νάλλον άντρα,
εψές επήραν τα προικιά και σήμερα τη νύφη.
-Πες μου να ζης, γερόντισσα, φτάνω κ’ εγώ ‘ς το γάμο;
-Αν εχης μαύρο γλήγορο, ‘ς το σπίτι τους προφτάνεις,
κι’ αν ειν’ οκνός ο μαύρος σου, ‘ς την εκκλησιά τους βρίσκεις.”

Δίνει του μαύρου του βιτσιά ‘ς τη χώρα κατεβαίνει.
Εκεί σιμά, εκεί κοντά ‘ς το σπίτι του να φτάση,
ο μαύρος του χλιμίντρισε κ’ η κόρη αναστενάζει.
“Τι έχεις, κόρη μ’, και θλίβεσαι και βαριαναστενάζεις,
τα ρούχα σου δεν είν’ καλά, ή τα φλωριά σου λίγα;
-Φωτιά να κάψ’ τα ρούχα σου και λάβρα τα φλωριά σου,
τι ο μαύρος που χλιμίντρισε σαν του καλού μου μοιάζει.
-Αν ειν’ ο πρώτος άντρας σου να βγω να τον σκοτώσω.
-Δεν ειν’ ο πρώτος άντρας μου να βγής να τον σκότωσης,
μόν’ είν’ ο πρώτος μου αδερφός, μου φέρνει τα προικιά μου.
-Αν είν’ ο πρώτος σου αδερφός, έβγα να τον κέρασης.”
Χρυσό ποτήρι νάρπαξε να βγή να τον κεράση.
“Δεξιά μου στέκα, λυγερή, ζερβά μου πέρνα, κόρη.”
Το μαύρο του χαμήλωσε κ’ η κόρη απάνω ευρέθη.
Βγάλλει και το χρυσό σπαθί και ταργυρό μαχαίρι,
δίνει του μαύρου του βιτσιά κ’ επήρε χίλια μίλλια,
μηδέ το μαύρον είδανε, μήτε τον κορνιαχτό του.
Οπού είχε μαύρο γλήγορο νείδε τον κορνιαχτό του,
κι’ οπού είχε μαύρο κ’ είν’ οκνός, μηδέ τον κορνιαχτό του.

Χήρας υγιός λατρεύει τριά καλά άλογα,
το Γρίβα και το Μαύρη και τον Πέπανο,
το Γρίβα για καβάλλα και για λεβεντιά,
τον Πέπανο για μάτια και ξανθά μαλλιά,
το Μαύρη για σεφέρι και για πόλεμο.

Μα πήγε ‘ς το σεφέρι κ’ ήρθεν αδειανό,
και ο Γρίβας το μαλώνει και ο Πέπανος.
“Βρε πού είναι, μωρέ Μαύρη, πού είναι ο αφέντης μας,
πού πήγες ‘ς το σεφέρι κ’ ήρθες αδειανός;
-Αφήστε να σας είπω τα τραγούδια μου
και το μεγάλο πόνο της καρδούλας μου.
Ωσάν επολεμούμε ‘ς το ρημόκαστρο,
έκαμα να περάσω πο τον πόταμο,
κοπήκανε οι σέλλαις και οι σκαλωσιαίς,
και πήρε τον αφέντη κ’ ήρθα ναδειανό.”

ΤΟ ΠΑΛΕΜΑ ΤΟΥ ΤΣΑΜΑΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΙΟΥ ΤΟΥ
[Εις τα επικάς διηγήσεις πολλών εθνών δεν είναι σπάνιον το θέμα της μονομαχίας πατρός και υιού, αγνοούντων αλλήλους, της οποίας η έκβασις συνήθως είναι ο θάνατος του πατρός. Τα γνωστότατα παραδείγματα είναι το της Τηλεγονίας του Ευγάμμωνος, όπου κατά παλαιούς ελληνικούς μύθους εξετίθετο ο θάνατος του Οδυσσέως εν μάχη προς τον υιόν του Τηλέγονον, και το του Σάχ ναμέ του Πέρσου ποιητού Φιρδουση περί της μονομαχίας του Τουστέμ και του Σοχράβ.
Εις ακριτικά άσματα αναφέρεται συμπλοκή του αιχμαλώτου υιού του Ανδρόνικου προς τον πατέρα και τον αδελφόν του. Εις δε τον κύκλον των ακριτικών ασμάτων περί του θανάτου του Διγενή τα της πάλης τούτου προς τον Χάρον εκτίθενται καθ’ όμοιον περίπου τρόπον ως εις το προκείμενον τραγούδι τα περί της πάλης του γιου της χήρας προς τον Τσαμαδόν. Μία μάλιστα κρητική παραλλαγή περί του θανάτου του Διγενή σχεδόν ουδαμώς διαφέρει των παραλλαγών του άσματος του Τσαμαδού.
Η δηλητηρίασις του αντρειωμένου υιού υπό της χήρας μητρός του, ερωμένης του Τσαμαδού, επέρχεται αδικαιολόγητος και απροσδόκητος, άνευ προπαρασκευής τινος. Είς τινας δ’ όμως παραλλαγάς το φάρμακον προσφέρει η μήτηρ εις τον Τσαμαδόν. Εις παραλλαγήν δε των περί του θανάτου του Διγενή ασμάτων συμπαρίσταται και ή μήτηρ του κατά την πάλην αυτού προς τον Χάρον, κρατούσα τριών λογιών κρασί και τριών λογιών φαρμάκι, όπως αν μεν νικήση ο υιός της τω προσφέρη το κρασί, αν δε νικηθή πίη αυτή το φαρμάκι.
Ή εικών του εκ των ορέων κατερχομένου Τσαμαδού, του φέροντος εις τους ώμους δένδρον εκριζωμένον με θηρία κρεμάμενα εις τους κλάδους του, υπενθυμίζει τας παραστάσεις των Κενταύρων εν αρχαϊκαίς αγγειογραφίαις.]

Μέσ’ ‘ς τ’ άη Γιωργιού τους πλάτανους γένονταν πανηγύρι,
το πανηγύρι ήταν πολύ, κι’ ο τόπος ήταν λίγος,
δώδεκα δίπλαις ο χορός, κ’ έξηνταδυό τραπέζια,
και χίλια ψένονται σφαχτά ‘ς όλο το πανηγύρι.
Κ’ οι γέροντες παρακαλούν, τάζουν ‘ς τον άη Γιώργη,
ο Τσαμαδός να μην ερθή, χαλάει το πανηγύρι.

Ακόμα ο λόγος έστεκε κι’ ο Τσαμαδός εφάνη,
που ροβολάει οχ το βουνό κατά το πανηγύρι.
Πατεί και σειέται το βουνό, κράζει κι’ αχάν οι λόγγοι,
κ’ εκράταγε ‘ς τον ώμο του δέντρο ξεριζωμένο,
και απάνου ‘ς τα κλωνάρια του θεριά είχε κρεμασμένα.
Ώρα καλή σας, γέροντες. -Καλό ‘ς το παλληκάρι.
-Ποιος έχει αστήθι μάρμαρο και χέρια σιδερένια,
για να βγη να παλέψουμε ‘ς το μαρμαρένιο αλώνι;”
Κανείς δεν αποκρίθηκε απ’ τους πανηγυριώταις,
της χήρας γιος εφώναξε, της χήρας ο αντρειωμένος.
“Εγώ χω αστήθι μάρμαρο και χέρια σιδερένια,
για νά βγω να παλέψουμε ‘ς το μαρμαρένιο αλώνι.”

Βγαίνουν κ’ οι δυο με τα σπαθιά και πάνε να παλέψουν.
Εκεί που επάτειε ο Τσαμαδός εβούλιαζε τ’ αλώνι,
κ’ εκεί που επάτειε το παίδι εβούλιαζε κ’ έβύθα.
Εκεί που βάρειε ό Τσαμαδός το γαίμα πάει ποτάμι,
κ’ εκεί που χτύπαε το παιδί τα κόκκαλα τσακίζει.
“Κοντοκαρτέρει, βρε παιδί, κάτι να σε ρωτήσω.
Ποια σκύλα μάννα σ’ έκαμε, κι’ ο κύρης σου ποιος ήταν;
-Η μάννα μου όταν χήρεψε δεν μ’ είχε γεννημένον,
κι ώμοιασα του πατέρα μου και θα τον απεράσω.”
Από το χέρι τον αρπά ‘ς της μάννας του να πάνε.
Από μακριά τους εθωρεί κ’ ετοίμασε τραπέζι.
Κ’ εκεί που τρώγαν κ’ έπιναν η χήρα τους κερνούσε,
κρασί κερνάει τον Τσαμαδό, φαρμάκι το παιδί της.
“Μαννούλα, μ’ εφαρμάκωσες, απ’ το θεό να το βρης!”

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΓΕΝΗ
[Κατά το Ακριτικό έπος, ο Διγενής Ακρίτης καθυποτάξας πάσας τας άκρας και κατασχών πλείστας πόλεις και χώρας ανταρτών, έκτισε παρά τον ποταμόν Ευφράτην θαυμαστόν το κάλλος παλάτιον, όπου διέμενεν. Νοσήσας δε δεινοτάτην νόσον και αισθανόμενος επικείμενον τον θάνατον, εκάλεσε πλησίον του την σύζυγόν του, ότε δ’ εψυχορράγει, απέθανε και αυτή εκ της λύπης της. Εις δε τα δημοτικά άσματα ο Διγενής αποθνήσκει, ηττηθείς εν πάλη προς τον Χάρον αλλ’ αι διάφοροι παραλλαγαί του γενικωτάτου σχήματος τούτου εκφαίνουσι ποικίλους τύπους του θανάτου του ήρωος, των οποίων ίχνη τινά διακρίνονται και εις τας διασκευάς του έπους. Κατά τάς πληρεστέρας παραλλαγάς, καταπαλαισθείς υπό του Χάρου ο Διγενής κατάκειται εις την κλίνην, αναμένων τον θάνατον, Περιστοιχίζουν δ’ αυτόν τα παλληκάρια του, εις τα οποία αφηγείται ανδραγαθίας αυτού. Είτα προσκαλεί την σύζυγόν του, και όπως μη μετά τον θάνατον του περιέλθη εις άλλον, την αποπνίγει εις τα αγκάλας του. Κατ’ άλλας παραλλαγάς ο Χάρος ελλοχεύει πανταχού τον Διγενή ή ο Διγενής κτίζει κάστρον δια να μη τον εύρη ο Χάρος, αλλ’ ουδέ ούτω τον αποφεύγει, ή ακούσας παρά φίλων του ότι επεφάνη άγνωστος ήρως (είναι δ’ ούτος ο Χάρος) αν και επιθάνατος προκαλεί αυτόν εις αγώνα και ηττάται. Εις την δημοσιευομένην κατωτέρω κρητικήν παραλλαγήν του άσματος περί του θανάτου του Διγενή είναι καταφανέστατη η επίδρασις των κρητικών παραδόσεων. Ο γενναίος Ακρίτης προσέλαβεν εν Κρήτη τας διαστάσεις Τιτάνος, σχεδόν ουδέν διατηρούντος πλέον το ανθρώπινον. Και εις το άσμα τούτο, ως εις τας παραδόσεις, ο Διγενής διασκελίζει όρη, δισκεύει με ογκώδεις λίθους, ανασπά βράχους, νικά εις τον δρόμον ελάφους και αιγάγρους. Ο Χάρος δεν τολμά να παλαίση μετ’ αυτοϋ, αλλά τον πληγώνει εξ ενέδρας.]

Α’
Ό Διγενής ψυχομαχεί κ’ η γη τόνε τρομάσσει.
Βροντά κι’ αστράφτει ο ουρανός και σειέτ’ ο απάνω κόσμος,
κι’ ο κάτω κόσμος άνοιξε και τρίζουν τα θεμέλια,
κ’ η πλάκα τον ανατριχιά πως θα τόνε σκεπάση,
πως θα σκεπάση τον αϊτό τση γης τον αντρειωμένο.
Σπίτι δεν τον εσκέπαζε, σπήλιο δεν τον εχώρει,
τα όρη εδιασκέλιζε, βουνού κορφαίς επήδα,
χαράκι’ αμαδολόγανε και ριζιμιά ξεκούνειε.
‘Σ το βίτσιμά πιανε πουλιά, ‘ς το πέταμα γεράκια,
‘ς το γλάκιο και ‘ς το πήδημα τα λάφια και ταγρίμια.

Ζηλεύγει ο Χάρος με χωσιά, μακρά τόνε βιγλίζει,
κ’ ελάβωσέ του την καρδιά και τη ψυχή του πήρε.

Β’
[Κατά το επόμενον άσμα ο Διγενής αποθνήσκει, νικηθείς εν πάλη προς τον Χάρον. Ο φοβερός αντίπαλος αυτού περιγράφεται κατά το πρότυπον των παραστάσεων του ψυχοπομπού αρχαγγέλου Μιχαήλ εν ταις αγιογραφίαις των εκκλησιών.]

Τρίτη εγεννήθη ο Διγενής και Τρίτη θα πεθάνη.
Πιάνει καλεί τους φίλους του κι’ όλους τους αντρειωμένους,
νά ρθη ο Μηνάς κι’ ο Μαυραϊλής, νά ρθη κι’ ο γιος του Δράκου
νά ρθη κι’ ο Τρεμαντάχειλος, που τρέμει η γη κι’ ο κόσμος.
Κ’ επήγαν και τον ηύρανε ‘ς τον κάμπο ξαπλωμένο.
Βογγάει, τρέμουν τα βουνά, βογγάει, τρέμουν οι κάμποι.
“Σαν τι να σ’ ηύρε Διγενή, και θέλεις να πεθάνης;
-Φίλοι, καλώς ωρίσατε, φίλοι κι’ αγαπημένοι,
συχάσατε, καθήσατε κ’ εγώ σας αφηγειέμαι.
Της Αραβίνας τα βουνά, της Σύρας τα λαγκάδια,
που κει συνδυό δεν περπατούν, συντρείς δεν κουβεντιάζουν,
παρά πενήντα κ’ εκατό, και πάλε φόβο νέχουν,
κ’ εγώ μονάχος πέρασα πεζός κι’ αρματωμένος,
με τετραπίθαμο σπαθί, με τρεις οργυαίς κοντάρι.
Βουνά και κάμπους έδειρα, βουνά και καταράχια,
νυχτιαίς χωρίς αστροφεγγιά, νυχτιαίς χωρίς φεγγάρι.
Και τόσα χρόνια πού ζησα δω ‘ς τον απάνου κόσμο
κανένα δε φοβήθηκα από τους αντρειωμένους.
Τώρα είδα έναν ξυπόλυτο και λαμπροφορεμένο,
πόχει του ρίσου τα πλουμιά, της αστραπής τα μάτια,
με κράζει να παλέψωμε σε μαρμαρένια αλώνια
κι’ όποιος νικήση από τους δυο να παίρνη την ψυχή του.”

Κ’ επήγαν κ’ επαλέψανε ‘ς τα μαρμαρένια αλώνια,
κι’ όθε χτυπάει ο Διγενής, το αίμα αυλάκι κάνει,
κι’ όθε χτυπάει ό Χάροντας, το αίμα τράφο κάνει.

Πηγές πληροφοριών: ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ, el.wikipedia.org

Επισκέψεις: 135